Επίσκεψη με ιδιαίτερη σημασία πραγματοποίησε ο Ρώσος Πρόεδρος, Πούτιν, στην Ινδία, με φόντο τις εντεινόμενες πιέσεις που ασκούν οι ΗΠΑ στο Νέο Δελχί για περιορισμό των σχέσεών του με τη Ρωσία, όπως στα ζητήματα των αγορών ρωσικού πετρελαίου και ρωσικών στρατιωτικών εξοπλισμών.
Η υποδοχή έγινε στο αεροδρόμιο από τον ίδιο τον Ινδό πρωθυπουργό Μόντι και το κλίμα ήταν θερμότατο. Οι δυο τους συμπροέδρευσαν στην 23η Ετήσια Σύνοδο Κορυφής Ινδίας – Ρωσίας, κατά την οποία υπογράφηκαν πάνω από 10 διακυβερνητικές συμφωνίες και πάνω από 15 μνημόνια εμπορικής συνεργασίας. Η ρωσική Rosatom «έκλεισε» συμφωνία για την κατασκευή νέων πυρηνικών σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην Ινδία, αλλά και για την επέκταση της διμερούς συνεργασίας σε πυρηνικούς σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας μικρής δυναμικότητας.

Συζητήθηκε όλο το φάσμα της «ειδικής και προνομιακής στρατηγικής εταιρικής σχέσης», το οποίο εκτείνεται από την άμυνα και την ενεργειακή ασφάλεια μέχρι το εμπόριο και τη συνεργασία σε «αναδυόμενους τομείς». Ακόμα, σε «παγκόσμια γεωπολιτικά ζητήματα», τις «ευρασιατικές εξελίξεις» και τον «Ινδο-Ειρηνικό».
Τις συνομιλίες απασχόλησαν και οι παραδόσεις ρωσικών υδρογονανθράκων στην Ινδία, στις οποίες αντιδρά έντονα η Ουάσιγκτον. «Η Ρωσία είναι ένας αξιόπιστος πάροχος πετρελαίου, αερίου, άνθρακα και όλων όσα χρειάζονται για την ενεργειακή ανάπτυξη της Ινδίας. Είμαστε έτοιμοι να συνεχίσουμε χωρίς διακοπή τις παραδόσεις πετρελαίου για τη ραγδαία ανάπτυξη της ινδικής οικονομίας», τόνισε ο Πούτιν. Με συνέντευξή του σε ινδικά ΜΜΕ, ο Πούτιν ανέφερε ότι σε «ορισμένους παράγοντες» δεν αρέσει ο αυξανόμενος ρόλος της Ινδίας στις διεθνείς αγορές, ενώ παρατήρησε πως «αν οι ΗΠΑ έχουν το δικαίωμα να αγοράζουν τα καύσιμά μας, γιατί να μην έχει και η Ινδία το ίδιο προνόμιο», καταλήγοντας πως «είναι επιλογή της κάθε χώρας και της ηγεσίας της να αποφασίσει ποια οικονομική πολιτική θα υιοθετήσει».

Από την πλευρά του ο Ινδός πρωθυπουργός, Μόντι, είπε ότι σύμφωνα με το Πρόγραμμα Οικονομικής Συνεργασίας Ρωσίας – Ινδίας το ετήσιο εμπόριο μεταξύ των δύο χωρών επιδιώκεται να φτάσει τα 100 δισ. δολάρια μέχρι το 2030, τα τελευταία τρία χρόνια έφτασε τα 64 δισ. δολάρια. Ξεχώρισε ακόμα τα «μέτρα που λαμβάνουν» οι δύο χώρες ώστε να ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις για μια Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου μεταξύ Ινδίας – Ευρασιατικής Οικονομικής Ένωσης.

Οι εξελίξεις αυτές αφήνουν αποτύπωμα στρατηγικού χαρακτήρα στο ραγδαία μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον, καθώς η Ινδία αποτελεί ιδρυτικό και με ιδιαίτερο «βάρος» μέλος των ΒRICS. Προκαλεί ισχυρούς «πονοκεφάλους» στην Ουάσιγκτον, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί με διάφορους τρόπους να δημιουργήσει ρήγματα στις σχέσεις της Ινδίας με τους ανταγωνιστικούς του αντιπάλους Κίνα και Ρωσία.
Η Δύση έχει μεγάλες προσδοκίες από την Ινδία, αλλά και απαιτήσεις που αποδεικνύονται μη ρεαλιστικές. Οι ΗΠΑ ονειρεύονται εδώ και καιρό τη μετατροπή της χώρας του Μόντι σε ανάχωμα στην κινεζική ανάδυση, μέσα από σχήματα όπως η Quad. Παράλληλα όμως, στο φόντο του πολέμου στην Ουκρανία, πιέζουν την Ινδία να διαρρήξει τις παραδοσιακά καλές της σχέσεις με τη Ρωσία, ξεκινώντας από τον περιορισμό των εισαγωγών ρωσικών υδρογονανθράκων. Ο συνδυασμός όλων αυτών δεν είναι εύκολο να επιτύχει απέναντι σε μία αναπτυσσόμενη χώρα, που αν μη τι άλλο είναι η μεγαλύτερη του κόσμου από την άποψη του πληθυσμού.

Απέναντι σε όλα αυτά οι ευρωπαϊκές δυνάμεις δίνουν απέλπιδα μάχη να δηλώσουν παρούσες στις εξελίξεις που τους έχουν ήδη ξεπεράσει κατά πολύ. Οι πρεσβευτές της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας στο Νέο Δελχί δημοσίευσαν στους Times of India κοινό άρθρο υπό τον τίτλο «Ο κόσμος επιθυμεί το τέλος του πολέμου στην Ουκρανία, αλλά η Ρωσία δεν επιδιώκει στα σοβαρά την ειρήνη». Το αποτέλεσμα ήταν να ξκεσηκωθεί σάλος στα ινδικά μέσα ενημέρωσης για αποικιοκρατικής εμπνεύσεως παρέμβαση στον τρόπο με τον οποίο ασκεί την εξωτερική της πολιτική η Ινδία και να εκδώσει διαμαρτυρία το υπουργείο Εξωτερικών της χώρας, χαρακτηρίζοντας τη δημοσίευση του άρθρου «απαράδεκτη» και «ασυνήθιστη».