Η είσοδος του Ηνωμένου Βασιλείου στον πρόδρομο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ), έγινε στις 1 Ιανουαρίου 1973 από την κυβέρνηση των Συντηρητικών του Έντουαρντ Χιθ.
Η παραμονή, όμως, της Βρετανίας σε αυτή ήταν ένα διαρκές ζητούμενο από την αρχή ακόμη, αφού, μόλις το Εργατικό Κόμμα κέρδισε τις εκλογές του 1974, έθεσε ως ζήτημα την επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας εισδοχής και τη διενέργεια δημοψηφίσματος για την παραμονή ή όχι στην τότε ΕΟΚ.
Στο δημοψήφισμα που έγινε στις 5 Ιουνίου 1975, το 67% ψήφισε υπέρ της παραμονής αν και το τότε κυβερνόν Εργατικό Κόμμα διχάστηκε βαθιά, με 7 από τους 23 υπουργούς να στηρίζουν την αποχώρηση.
Στις γενικές εκλογές του 1983, το τότε αντιπολιτευόμενο Εργατικό Κόμμα κατέβηκε με τη δέσμευση πως η χώρα θα αποχωρήσει από την ΕΟΚ (αν και η θέση αυτή προκάλεσε σφοδρή εσωκομματική αντιπαράθεση) αλλά ηττήθηκε με μεγάλη διαφορά από τη συντηρητική κυβέρνηση της Θάτσερ, η οποία επανεξελέγη.
Ακολούθησε μια μακρά περίοδος όπου ο βρετανικός ιμπεριαλισμός παρέμεινε στην ΕΟΚ και μετέπειτα στην Ε.Ε., διατηρώντας για τον εαυτό του μια σχετική αυτονομία, αφού δεν συμμετείχε στην Ευρωζώνη και διεκδικώντας κάθε φορά, στη βάση του συσχετισμού δύναμης, ιδιαίτερα “προνόμια” και “εξαιρέσεις” από τους γενικούς κανόνες της Ε.Ε.
Παράλληλα, διατηρούσε ιδιαίτερη συμμαχική σχέση με τις ΗΠΑ, συμμετέχοντας μαζί της σε πολεμικές επεμβάσεις που έφεραν σε δύσκολη θέση τον κυρίαρχο γαλλογερμανικό άξονα της Ε.Ε., με αποκορύφωμα την επίθεση στο Ιράκ το 2003 και το διχασμό της Ευρώπης σε “παλιά” και “νέα”, σύμφωνα με τον τότε Αμερικανό πρόεδρο Τζ. Μπους.
Σε μια αντιστροφή των ρόλων των κυρίαρχων πολιτικών κομμάτων, 41 χρόνια μετά το πρώτο δημοψήφισμα, στις 23 Ιουνίου 2016, ήταν η κυβέρνηση των Συντηρητικών Τόρις του Ντέιβιντ Κάμερον που εξήγγειλε και εν τέλει έχασε το δεύτερο δημοψήφισμα για την παραμονή στην Ε.Ε., με το 51,9 % των ψηφοφόρων να απορρίπτει αυτή την επιλογή.
Η επιλογή της κυβέρνησης Κάμερον, που χρησιμοποιήθηκε αφενός μεν σαν διαπραγματευτικό χαρτί προς τις Βρυξέλες, για να εξασφαλίσει ευνοϊκότερους όρους στη συμφωνία παραμονής της Βρετανίας στην Ε.Ε., και αφετέρου για να τη νομιμοποιήσει με τη λαϊκή ετυμηγορία, γύρισε μπούμερανγκ οδηγώντας τον ίδιο στην παραίτηση, αφού ήταν επικεφαλής της εκστρατείας για την παραμονή.
Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, στο οποίο εκφράστηκε η αντίθεση του βρετανικού λαού στην αντιλαϊκή πολιτική των Βρυξελλών και του Λονδίνου, βύθισε το Ηνωμένο Βασίλειο σε μεγάλη πολιτική και εθνική κρίση, οξύνοντας τις ενδοαστικές αντιθέσεις, διχάζοντας, ακόμη περαιτέρω, την βρετανική μεγαλοαστική τάξη και τα πολιτικά κόμματά της γύρω από αυτό που ονομάστηκε ως Brexit, δηλαδή την αποχώρηση της Βρετανίας από την Ε.Ε.
Η Βρετανική μεγαλοαστική τάξη και τα κόμματά της τριχοτομήθηκαν πάνω σε αυτό το ζήτημα, σε αυτούς που θέλουν ένα σκληρό Brexit ακόμη και χωρίς συμφωνία, σε αυτούς που θέλουν ένα Brexit με συμφωνία με την Ε.Ε. και παραμονή στην τελωνειακή ένωση και την κοινή αγορά και σε αυτούς που θέλουν την παραμονή στην Ε.Ε.
Εκφράστηκε με αυτόν τρόπο η κρίση στρατηγικής του βρετανικού ιμπεριαλισμού, που υπόβαθρο της έχει τις συνέπειες της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης, την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και των εμπορικών πολέμων και τα ιδιαίτερα συμφέροντα των διαφορετικών μερίδων της βρετανικής οικονομικής ολιγαρχίας.
Στις αντιθέσεις αυτές μπλέχτηκαν και ζητήματα διατήρησης της εδαφικής κυριαρχίας του Ηνωμένου Βασιλείου, οξύνοντας περαιτέρω την αντιπαράθεση, αφού οι Σκωτσέζοι που ψήφισαν υπέρ της παραμονής στην Ε.Ε. εγείρουν εκ νέου ζήτημα ανεξαρτησίας και επαναφέρουν στην ημερήσια διάταξη το αίτημα για διεξαγωγή νέου δημοψηφίσματος για τον αποχωρισμό τους.
Επίσης, τίθεται εν αμφιβόλω η ειρηνευτική διαδικασία στη Βόρεια Ιρλανδία, η οποία ψήφισε υπέρ της παραμονής στην Ε.Ε., υπό το φόβο της επαναφοράς “σκληρών” συνόρων μεταξύ Βόρειας Ιρλανδίας και Δημοκρατίας της Ιρλανδίας. Εμφανίζονται μάλιστα δημοσκοπήσεις που κάνουν λόγο για πλειοψηφία υπέρ της απόσχισης της Β. Ιρλανδίας από την κυριαρχία του Λονδίνου και ενοποίησης του νησιού.
Γύρω από το καθεστώς πέριξ των συνόρων αυτών, το περίφημο backstop (“δίχτυ ασφαλείας”) διεξάγεται σκληρή διαπραγμάτευση μεταξύ Λονδίνου και Βρυξελλών, ενώ αποτέλεσε τη βασική αιτία για να απορριφθεί τρεις φορές η Συμφωνία Αποχώρησης που συνομολόγησε η πρώην πρωθυπουργός Τερέζα Μέι με την Κομισιόν.

★★★

Τα κυρίαρχα πολιτικά κόμματα στη Βρετανία, κάτω από την κρίση στην οποία έχουν περιέλθει, επιδίδονται σε κάθε είδους μεθοδεύσεις (εκβιασμούς, διαγραφές, ανίερες συμμαχίες) για να διατηρήσουν την ενότητά τους και να εκφράσουν, όσο αυτό είναι δυνατό, μια ενιαία θέση γύρω από το Brexit, υπονομεύοντας παράλληλα τους αντιπάλους τους.
Μετά από μια τριετή περίοδο ταλαντεύσεων και αναστάτωσης και μετά την άνοδο του Μπόρις Τζόνσον στην ηγεσία των κυβερνητικών Τόρις, έχουν διαμορφωθεί τα εξής βασικά πολιτικά στρατόπεδα:
Οι συντηρητικοί εμφανίζονται εντός κοινοβουλίου να είναι οι κύριοι εκφραστές του σκληρού Brexit ακόμη και χωρίς συμφωνία, όπως καταγγέλλει η αντιπολίτευση, μετά και την πρόσφατη διαγραφή 21 βουλευτών που διαφώνησαν με τους χειρισμούς Τζόνσον.
Οι Εργατικοί, με τον Κόρμπιν να προσπαθεί να κρατήσει τις εσωκομματικές ισορροπίες, είναι υπέρ μιας συμφωνίας με την Ε.Ε. για το Brexit, που θα τεθεί σε δημοψήφισμα μαζί με το ερώτημα της παραμονής, χωρίς όμως ο ίδιος να παίρνει ξεκάθαρη θέση.
Από τη μεριά τους οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες, το Εθνικό Κόμμα της Σκωτίας, καθώς και το Change Uk (αποχωρήσαντες Συντηρητικοί και Εργατικοί βουλευτές) είναι υπέρ της παραμονής στην Ε.Ε., με πιο “ακραίους” του Φιλελεύθερους που έχουν διακηρύξει ότι θα ακυρώσουν τη διαδικασία χωρίς νέο δημοψήφισμα.
Δεν πρέπει να βγει από την εξίσωση το κόμμα του Brexit του εθνικιστή Nάιτζελ Φάρατζ το οποίο, παρά το γεγονός ότι δεν έχει κοινοβουλευτική παρουσία, αναδείχθηκε πρώτη δύναμη στις πρόσφατες ευρωεκλογές.
Η αντιπολίτευση προς το παρόν έχει συμπτύξει κοινό μέτωπο στην προσπάθειά της να εμποδίσει τον Μπ. Τζόνσον να βγάλει τη Βρετανία χωρίς συμφωνία στις 31 Οκτωβρίου, δεσμεύοντάς τον νομικά ώστε να ζητήσει παράταση ως τις 31 Ιανουαρίου 2020, σε περίπτωση αποτυχίας να εξασφαλίσει συμφωνία. Στην προσπάθεια αυτή όλα τα όπλα είναι θεμιτά (δικαστικές αποφάσεις, ανατροπή Τζόνσον, εκλογές, σκάνδαλα, κλπ).

★★★

Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος και η διαδικασία του Brexit δεν θα ήταν δυνατό να παραμείνει μόνο, εντός των συνόρων του Ηνωμένου Βασιλείου. Επέδρασε δραστικά στις διεθνείς σχέσεις οξύνοντας τις αντιθέσεις ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα, που στη συνέχεια αναπροσαρμόζουν τις αναζητήσεις στρατηγικών επιλογών του βρετανικού ιμπεριαλισμού και εκφράζονται με τις διαφορετικές απόψεις για το Brexit.
Πρώτα και κύρια οξύνει τις σχέσεις του Λονδίνου με τις Βρυξέλλες, αφού η Ε.Ε. βρίσκεται μπροστά στη σημαντικότερη κρίση από την ίδρυσή της, καθώς η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία και μια ισχυρή, αν όχι η ισχυρότερη στρατιωτικά χώρα, μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, αποχωρεί από αυτή, αναδιατάσσοντας όλες τις μεταξύ τους σχέσεις (οικονομικές, πολιτικές, στρατιωτικές). Η Ε.Ε. που θα βρεθεί σαφώς πιο αποδυναμωμένη την επόμενη του Brexit στη γεωπολιτική σκακιέρα, ανησυχεί και για την παρουσία ενός σκληρού οικονομικού ανταγωνιστή στην γειτονιά της, όπως συμπυκνώθηκε στην ρήση του πρώην πρωθυπουργού του Βελγίου, Γκι Φερχόφστατ, πως: “Δεν θα δεχθούμε μια Σιγκαπούρη στη Βόρεια Θάλασσα”.
Οξύνει, επίσης, τις αντιθέσεις στο πλαίσιο του γερμανογαλλικού άξονα και των συμμάχων τους, με δεδομένο το διαφορετικό βαθμό επίπτωσης του Brexit σε κάθε μια χώρα. Αυτό εκφράζεται με τη διαφορετική στάση που τηρείται σε Παρίσι και Βερολίνο σχετικά με την τακτική στη διαπραγμάτευση με το Λονδίνο.
Η Γερμανία η οποία, σύμφωνα με όλα τα στοιχεία, θα δεχθεί το μεγαλύτερο οικονομικό πλήγμα σε περίπτωση άτακτου Brexit και η οικονομία της οποίας κλυδωνίζεται και βρίσκεται στα πρόθυρα κρίσης, εμφανίζεται πιο διαλλακτική στις απαιτήσεις του Λονδίνου.
Από την άλλη, ο Μακρόν και ο γαλλικός ιμπεριαλισμός ευρύτερα, διαβλέποντας αυτή την αδυναμία του Βερολίνου, προσπαθεί να αναδιατάξει τους συσχετισμούς, στο πλαίσιο του γερμανογαλλικού άξονα, που τροποποιήθηκαν ριζικά σε βάρος του με την έναρξη της παγκόσμια οικονομικής κρίσης το 2008.
Εκτιμώντας ότι οι επιπτώσεις από το Brexit θα είναι διαχειρίσιμες για τη Γαλλία, το Παρίσι τηρεί την πιο σκληρή γραμμή στις διαπραγματεύσεις με το Λονδίνο, εκβιάζοντας ουσιαστικά τη Γερμανία για σοβαρές παραχωρήσεις, στην κατεύθυνση των προτάσεων Μακρόν για την αναμόρφωση της Ε.Ε., προς όφελος των γαλλικών συμφερόντων.
Η σκληρή στάση του Παρισιού απέναντι στο Λονδίνο έχει ιστορικές καταβολές, λόγω της διαχρονικής αντιπαράθεσης του γαλλικού και του αγγλικού ιμπεριαλισμού για την ηγεμονία στην ευρωπαϊκή ήπειρο, αλλά και την θεώρηση της Μεγάλης Βρετανίας ως “αμερικανικό δούρειο ίππο” στα ευρωπαϊκά πράγματα.
Υπενθυμίζουμε το βέτο του τότε Γάλλου προέδρου Ντε Γκώλ το 1963 και το 1967 στο αίτημα της Βρετανίας για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ), την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) και την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας, με τη χαρακτηριστική φράση “η Αγγλία δεν είναι σπουδαία πλέον” (“L’Angleterre, ce n’est plus grand chose”).
Η παρέμβαση των ΗΠΑ στις εξελίξεις για το Brexit είναι περισσότερο από εμφανής. Αφού η παρουσία του Τραμπ στο τιμόνι του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, σε πρώτη φάση έδωσε αέρα στα πανιά των αστικών δυνάμεων που στήριζαν το Brexit, για να επικρατήσουν στο δημοψήφισμα, στη συνέχεια τις ενισχύουν με προτάσεις για στενότερη οικονομική και εμπορική συνεργασία, μετά την έξοδο της Βρετανίας από την Ε.Ε. με δηλώσεις που επιτίθενται στην στάση της Ε.Ε. στις διαπραγματεύσεις με το Λονδίνο και φθάνουν μέχρι και την ευθεία υπονόμευση της προηγούμενης Βρετανίδας πρωθυπουργού Τ. Μέι, που θεωρήθηκε μετριοπαθής, προς όφελος του νυν πρωθυπουργού Μπ. Τζόνσον. Παράλληλα, διεκδικούν ρόλο στη ρύθμιση των συνοριακών διαφορών στην Ιρλανδία, όπου οι ΗΠΑ είναι ο μεγαλύτερος επενδυτής, όπως έδειξε και η πρόσφατη επίσκεψη του Αμερικανού αντιπροέδρου Μάικ Πενς στο Δουβλίνο.
Η πολιτική “υιοθέτηση” του Μπ. Τζόνσον από τον Τραμπ και η προσπάθεια ρυμούλκησης της Βρετανίας σε στενότερη συνεργασία με τις ΗΠΑ, οξύνει τις ενδοαστικές αντιπαραθέσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το τμήμα εκείνο της μεγαλοαστικής τάξης που δεν καλοβλέπει τη συμμαχία με τον “πρώτα η Αμερική” Τραμπ, σε ένα περιβάλλον έντονης ρευστότητας και πόλωσης στις διεθνείς σχέσεις, αντιδρά έντονα.
Δεν θέλει να διαρρήξει πλήρως τις σχέσεις της Βρετανίας με την Ε.Ε., εκτιμώντας ότι η συμπόρευση με τις ΗΠΑ δεν θα ωφελήσει τον βρετανικό ιμπεριαλισμό. Είναι χαρακτηριστικές οι συνεχείς δημόσιες τοποθετήσεις του ηγέτη των Εργατικών Τζ. Κόρμπιν, που επιτίθεται στον Μπ. Τζόνσον κατηγορώντας τον ότι η τακτική του για το Brexit “δεν θα μας δώσει πίσω την κυριαρχία μας, θα μας θέσει υπό τον ζυγό του Τραμπ και των μεγάλων αμερικανικών εταιρειών”.
Και ενώ η έξοδος της Βρετανίας από την Ε.Ε. έχει εξελιχθεί σε ένα σκληρό παιχνίδι μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, ζητούμενο παραμένει για τον Βρετανικό λαό η χειραφέτησή του και η διεκδίκηση με όρους μαζικού κινήματος ενός Brexit προς όφελός του, που θα στοχεύει τόσο την αντιλαϊκή πολιτική των Βρυξελλών όσο και αυτής του Λονδίνου.