Την 30ή του Απρίλη ο Ντόναλντ Τραμπ συμπλήρωσε 100 μέρες στον προεδρικό θώκο των ΗΠΑ, διατρέχοντας τη δεύτερη θητεία του. Έχοντας επιτύχει τον Νοέμβριο μια ευρεία εκλογική νίκη στις προεδρικές εκλογές, εξασφαλίζοντας πλειοψηφία και στα δύο σώματα του Κογκρέσου, δηλαδή της Γερουσίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων και διαθέτοντας τον έλεγχο του Ανώτατου Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, ξεκίνησε τη θητεία του από ιδιαίτερα ισχυρή θέση, όσο σπάνια συμβαίνει στις ΗΠΑ. Αυτό, σε συνδυασμό με τις προεκλογικές υποσχέσεις, περισσότερο απειλές, του Τραμπ, δημιούργησε μια προσμονή και ανησυχία για μια αχαλίνωτη και φυσικά αντιδραστική πολιτική, η οποία και επιβεβαιώθηκε.

Με σωρεία προεδρικών διαταγμάτων και μνημονίων, η διοίκηση του Ντόναλντ Τραμπ έχει αποπειραθεί να αναδιατάξει απότομα, τόσο την εσωτερική ζωή στο κράτος του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, προς όφελος της εκεί ολιγαρχίας, όσο και τις σχέσεις αυτού με τα υπόλοιπα κράτη και τις επιδιώξεις του στο διεθνές περιβάλλον.
Από τις πρώτες αποφάσεις του, όσον αφορά την εσωτερική ζωή, ήταν η απαλλαγή από κατηγορίες ή και η αποφυλάκιση όλων των κατηγορούμενων για τα γεγονότα στο Καπιτώλιο την 6η Ιανουαρίου του 2021, στέλνοντας ένα ισχυρό ιδεολογικό μήνυμα, τόσο σε όλη την αμερικάνικη κοινωνία, όσο και στους αποδυναμωμένους πολιτικούς του αντιπάλους, τους Δημοκρατικούς και διάφορες κλίκες των Ρεπουμπλικάνων που είναι απέναντί του.

Από ’κει και πέρα, από τις πιο σημαντικές αλλαγές στο εσωτερικό πεδίο για την ώρα είναι η συγκέντρωση διαφόρων εξουσιών απευθείας στον πρόεδρο, δίνοντάς του τη δυνατότητα για αποφάσεις χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου, επικαλούμενος την κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε μια σειρά ζητήματα. Αυτό μοιάζει παράδοξο καθώς διατηρούνται άνετες πλειοψηφίες σε αυτό. Όμως φαίνεται αυτή η απόφαση να σχετιζόταν ιδιαίτερα με την πολιτική των δασμών και του εμπορικού πολέμου που ήθελε να εξαπολύσει η διοίκηση Τραμπ, η οποία έφερε τριγμούς στο εσωτερικό, οπότε και ίσως εκτιμήθηκε ότι θα μπορούσε να δημιουργήσει διαρροές στο Κογκρέσο…

Έχοντας ως δεξί του χέρι τον δισεκατομμυριούχο επιχειρηματία, Έλον Μασκ, δημιούργησε το διαβόητο υπουργείο κυβερνητικής αποτελεσματικότητας, τοποθετώντας τον ίδιο επικεφαλής. Αυτός έχει εξαπολύσει μια εκστρατεία κατασυκοφάντησης των δημοσίων υπαλλήλων, προκειμένου να στρώσει τον δρόμο για την μαζική τους απόλυση, με εκατό χιλιάδες και πλέον να έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι στιγμής. Μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις, επειδή οι απολύσεις γίνονται με φρενήρη ρυθμό, έχουν προσκρούσει επάνω σε νομικά εμπόδια, οπότε και πολλοί υπάλληλοι έχουν επαναπροσληφθεί… μέχρι να απολυθούν ξανά, αφού τροποποιηθεί καταλλήλως η νομοθεσία… Ο Τραμπ, προκειμένου να λειάνει το έδαφος για την πολιτική αυτή, έκανε λόγο για πληθώρα υπαλλήλων που σχετίζονται με έναν οργανισμό που είχε στήσει η προηγούμενη διοίκηση, «συμπερίληψης και διαφορετικότητας», η οποία σχετιζόταν με τη διάδοση των αντιλήψεων της λεγόμενης woke ατζέντας. Αυτό είναι εν μέρει αλήθεια και ο Τραμπ το εκμεταλλεύτηκε στον βαθμό που οι αντιλήψεις αυτές είχαν αρχίσει να γίνονται ακατανόητες για ένα μεγάλο τμήμα του λαού. Σε κάθε περίπτωση οι απολύσεις από τον οργανισμό αυτόν αφορούν ένα μικρό αριθμό σε σχέση με τις συνολικές.

Από ’κει και πέρα καταργήθηκαν διάφοροι τομείς, όπως η Υπηρεσία Διεθνούς Ανάπτυξης και η Υπηρεσία Διεθνών ΜΜΕ. Και οι δυο υπηρεσίες ήταν βραχίονες άσκησης ιμπεριαλιστικής πολιτικής από την κυβέρνηση Μπάιντεν, ωστόσο στον βαθμό που η εξωτερική πολιτική τροποποιείται ριζικά και δεν υπάρχει και πολύ ρευστό… για σπατάλες, αποφασίστηκε η παύση τους. Ενώ κομβική θεωρήθηκε και η κατάργηση του Υπουργείου Παιδείας, μια πολιτική που μάλλον συνεχίζεται και με την σε εξέλιξη κόντρα που έχει ξεκινήσει ο Τραμπ με μεγάλα πανεπιστημιακά ιδρύματα, διακόπτοντας τη χρηματοδότησή τους.
Έχοντας περιορίσει το έτσι κι αλλιώς ελεγχόμενο Κογκρέσο, απομένουν διάφορα τμήματα της Δικαιοσύνης, που πρόσκεινται στους Δημοκρατικούς, να ελέγξουν το εύρος της εξουσίας του. Υπήρξε απόπειρα για να γίνει κάτι τέτοιο με αφορμή το κυνήγι μεταναστών που έχει ξεκινήσει, σχεδόν σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση, η διοίκηση Τραμπ. Κρίνοντας κάποιες από τις συλλήψεις και τις απελάσεις ως συνταγματικές, έγινε μια προσπάθεια από διάφορους δικαστές να υπάρξει κάποιος περιορισμός στην πολιτική του Τραμπ, με αφορμή μια διαφαινόμενη «συνταγματική κρίση». Σε πολλές περιπτώσεις η διοίκηση έχει ευθέως αγνοήσει τις δικαστικές αποφάσεις, ενώ ο Τραμπ έκανε χρήση μιας παμπάλαιας νομοθεσίας, την «Πράξη περί Ξένων Εχθρών» για να παρακάμψει τη Δικαιοσύνη ξεκινώντας από την περίπτωση 238 μεταναστών από τη Βενεζουέλα.

Η πολιτική των απελάσεων επεκτείνεται τώρα και σε φοιτητές από το εξωτερικό, οι οποίοι μετέχουν σε εκδηλώσεις που δεν εγκρίνονται. Αυτό στις περισσότερες περιπτώσεις σημαίνει εκδηλώσεις αλληλεγγύης προς την Παλαιστίνη. Στην πραγματικότητα με αυτήν την πολιτική, ο Τραμπ ξηλώνει το βαθύ κράτος του Μπάιντεν για να στήσει το δικό του. Παράλληλα δίνει άρτο και θεάματα στο σκληροπυρηνικό κοινό του.
Στην εξωτερική πολιτική, η διοίκηση Τραμπ αναπροσαρμόζει τις προτεραιότητες του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, στρέφοντας αποφασιστικά το βλέμμα προς τον υπαρξιακό κίνδυνο της Κίνας, η οποία χαρακτηρίζεται από αυτήν ως η κυριότερη απειλή για τις ΗΠΑ. Εν όψει αυτού του κινδύνου, προσπαθεί να σχεδιάσει και μια πολιτική που να βελτιώσει τα εμπορικά ελλείμματα, να περιοριστούν οι σπατάλες, προκειμένου να εξασφαλιστούν πόροι.

Στην πράξη αυτό σημαίνει κλείσιμο του μετώπου της Ουκρανίας, προκειμένου αν όχι να ουδετεροποιηθεί η Ρωσία, τουλάχιστον να περιοριστούν τα κέρδη της. Παράλληλα σημαίνει η Ευρώπη να ξεκινήσει να πληρώνει η ίδια για την άμυνά της, μετά την ψυχρολουσία που επεφύλασσε ο αντιπρόεδρος Βανς στους Ευρωπαίους ηγέτες.
Φυσικά ο Τραμπ δεν απέφυγε τις αμετροέπειες που συνηθίζει, όπως τη διάθεση των ΗΠΑ για… προσάρτηση του Καναδά(!) και απόκτηση της Γροιλανδίας «με τον ένα ή τον άλλο τρόπο», καθώς και επανέλεγχο της Διώρυγας του Παναμά, ακόμη και αν χρειαστεί στρατιωτική επέμβαση, ωστόσο μετά τις απειλές του πρώτου διαστήματος δεν έχει υπάρξει κάποια ουσιαστική εξέλιξη σε σχέση με αυτές τις τρέλες…
Σίγουρα η πιο σημαντική μέχρι στιγμής πλευρά αυτού του σχεδιασμού είναι η πολιτική της επιβολής υψηλότατων δασμών, που υποτίθεται ότι θα αποκαταστήσει τις εμπορικές αδικίες σε βάρος των ΗΠΑ και θα οδηγήσει και στον επαναπατρισμό διαφόρων βαριών βιομηχανιών, οι οποίες μεταφέρθηκαν στο εξωτερικό τις προηγούμενες δεκαετίες, προς αναζήτηση φθηνού εργατικού δυναμικού. Έτσι υποτίθεται ότι στις ΗΠΑ θα συντελεστεί μια ζητούμενη επαναβιομηχάνιση.

Οι δασμοί ήταν από τις κυριότερες προεκλογικές δεσμεύσεις του Τραμπ και η επιβολή τους σχεδόν σε ολόκληρο τον πλανήτη ονομάστηκε ως «μέρα απελευθέρωσης». Είναι δύσκολο να ξέρουμε τι είχε στο μυαλό της η διοίκηση Τραμπ όταν ξεκινούσε την επιβολή των δασμών, με κύριο στόχο την Κίνα, ωστόσο οι περίφημες αγορές δε «συμφώνησαν» με αυτήν. Η απόδοση των αμερικάνικων ομολόγων άρχισε να ανεβαίνει και διάφοροι επενδυτές άρχισαν να τοποθετούν τις επενδύσεις τους σε νομίσματα όπως το ιαπωνικό γιεν και το ελβετικό φράγκο. Τελικά στις 9 Απριλίου και μετά από συνεννόηση με τον σύμβουλο Πήτερ Ναβάρο, τους υπουργούς Σκοτ Μπέσεντ και Χάουρντ Λούτνικ, οικονομικών και εμπορίου αντίστοιχα, ανακοινώθηκε η αναστολή των δασμών για 90 μέρες πλην αυτών της Κίνας, που ωστόσο μειώθηκαν και αυτοί τελικά σε δεύτερη φάση. Κατά τη διάρκεια αυτού του επεισοδίου, το Πεκίνο επέδειξε ψύχραιμη και σταθερή στάση, παρά το γεγονός ότι διατηρεί τεράστιες εξαγωγές προς τις ΗΠΑ.

Πρόκειται ασφαλώς για μια υπαναχώρηση σε μια από τις πιο κομβικές και διαφημισμένες πολιτικές της διοίκησης Τραμπ, η οποία μοιάζει να έριξε άδεια για να πιάσει γεμάτα, αλλά έμεινε… με τα άδεια, τουλάχιστον για την ώρα.
Όταν εξελέγη ο Τραμπ έμοιαζε πανίσχυρος και ακλόνητος και μια τέτοια εικόνα προσπαθεί να μεταδώσει προς το εξωτερικό, τόσο για τον εαυτό του, αλλά και για τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Ωστόσο οι πρώτες μεγάλες διαδηλώσεις έχουν πραγματοποιηθεί ήδη απέναντι στην πολιτική του από τον αμερικάνικο λαό και οι μεγάλοι αντίπαλοι των ΗΠΑ φαίνεται να μην ανησυχούν ιδιαίτερα από τις προκλήσεις της Αμερικής του Τραμπ, νιώθοντας πιο ισχυροί από άλλες εποχές.

Ο Ντόναλντ Τραμπ μάλλον έχει δύσκολα αινίγματα να λύσει τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό και δε φαίνεται να έχει πολύ χρόνο για να το κάνει, παρά τη φαινομενική παντοδυναμία του. Όταν ο Ζελένσκι τον επισκέφτηκε για πρώτη φορά στον Λευκό Οίκο, αυτός, προκειμένου να τον ευθυγραμμίσει με την πολιτική του τού δήλωσε κυνικά ότι «δεν έχεις χαρτιά». Αυτό είναι μια πραγματικότητα για τον Ζελένσκι, αλλά το ερώτημα είναι αν αυτό ισχύει και κατά πόσο για τον ίδιο, σχετικά με τα ζητήματα που έχει να αντιμετωπίσει…