Περισσότεροι από 1.300 θάνατοι αποδίδονται στον καύσωνα που πλήττει την Ευρώπη από την 21η Ιουνίου, όπως ανακοίνωσε την Κυριακή 28/06 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, με τη Γαλλία να αναφέρει 1.000 επιπλέον θανάτους κατά τη διάρκειά του.
Ο ΠΟΥ αναφέρει ότι οι καύσωνες υψηλής έντασης μπορούν να προκαλέσουν οξεία θνησιμότητα, επισημαίνοντας ότι «το 2003, 70.000 άνθρωποι στην Ευρώπη έχασαν τη ζωή τους ως αποτέλεσμα του φαινομένου που σημειώθηκε από τον Ιούνιο έως τον Αύγουστο». Περισσότεροι από 60.000 άνθρωποι πέθαναν από αίτια που σχετίζονται με τη ζέστη εν μέσω σειράς καυσώνων το καλοκαίρι του 2022.
Νέα επιστημονική μελέτη επιβεβαιώνει ότι η κλιματική αλλαγή ευθύνεται για την πρωτοφανή ένταση του φαινομένου, με τους ειδικούς να προειδοποιούν ότι η Ευρώπη αποτελεί μία από τις περιοχές του πλανήτη που θερμαίνονται ταχύτερα. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, σχεδόν οι μισές από τις 850 μεγαλύτερες πόλεις της Ευρώπης βιώνουν αυτή τη στιγμή τη μεγαλύτερη θερμική καταπόνηση στην ιστορία τους.
Η μέση θερμοκρασία της Γης έχει ήδη αυξηθεί κατά περίπου 1,3 βαθμούς Κελσίου σε σχέση με την προβιομηχανική εποχή, κυρίως λόγω της καύσης ορυκτών καυσίμων, άνθρακα, πετρελαίου και φυσικού αερίου και σε μικρότερο βαθμό από την αποψίλωση των δασών. Οι επιστήμονες συμφωνούν ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη καθιστά τα ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως οι καύσωνες, συχνότερα και εντονότερα, ενώ η συγκράτηση της αύξησης της θερμοκρασίας θεωρείται κρίσιμη για τον περιορισμό των σοβαρότερων επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής.
Οι ευρωπαϊκοί καύσωνες είναι σήμερα κατά 2 έως 4 βαθμούς θερμότεροι σε σχέση με έναν κόσμο χωρίς ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή.
Πρόσφατη μελέτη του World Weather Attribution καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ένταση του τρέχοντος καύσωνα θα ήταν σχεδόν αδύνατη υπό συγκρίσιμες καιρικές συνθήκες πριν από 50 χρόνια. Τότε οι θερμοκρασίες ενός καύσωνα ήταν περίπου 3,5 βαθμοί Κελσίου χαμηλότερες από ό,τι σήμερα. Οι πιθανότητες καύσωνα με θερμοκρασίες ρεκόρ έχουν δεκαπλασιαστεί από το 2003.
Οι ακραίες καιρικές συνθήκες –των οποίων οι επιπτώσεις επιδεινώνονται από κτίρια και υποδομές που δεν έχουν σχεδιαστεί για να αντέχουν σε υψηλές θερμοκρασίες– οφείλονται σε ατμοσφαιρικά φαινόμενα που παγιδεύουν τον ζεστό αέρα.
Το τσιμέντο, η άσφαλτος και η έλλειψη πρασίνου απορροφούν την ηλιακή ακτινοβολία κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ το φαινόμενο της θερμικής αστικής νησίδας γίνεται εντονότερο τη νύχτα, όταν τα κτίρια απελευθερώνουν τη συσσωρευμένη θερμότητα.
Το βασικό πρόβλημα είναι πως πολλά κτίρια δεν έχουν σχεδιαστεί με βάση τις νέες κλιματικές συνθήκες. Σύγχρονες κατασκευές με μεγάλες γυάλινες επιφάνειες ή νεότερες κατοικίες με μόνωση αποτελεσματική τον χειμώνα αλλά όχι το καλοκαίρι επιδεινώνουν την κατάσταση.
Χρειάζεται συνολική προσαρμογή των πόλεων στην κλιματική αλλαγή, με καλύτερα κτίρια, περισσότερο πράσινο, μέτρα σκίασης, ανεμιστήρες οροφής και πιο ανθεκτικές υποδομές.
Χωρίς μια ολοκληρωμένη στρατηγική για τις πόλεις, την ενέργεια, τη γεωργία και την παραγωγή, οι πολιτικές παρεμβάσεις κινδυνεύουν να δημιουργήσουν απλώς την «ψευδαίσθηση της προσαρμογής» στην κλιματική κρίση, λένε οι ειδικοί.
«Το πότε θα ξεπεράσουμε τους 50 βαθμούς Κελσίου στην Ευρώπη, μένει να το δούμε. Αν θα συμβεί φέτος το καλοκαίρι ή το επόμενο», προειδοποιεί ο επικεφαλής της ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Copernicus την ώρα που οι πρωτοφανείς θερμοκρασίες επηρεάζουν 100 εκατομμύρια πολίτες και χαρακτηρίζονται πλέον ως κίνδυνος για τη δημόσια υγεία.












