Σε κλιμάκωση της γενοκτονίας με δολοφονικές επιθέσεις και απάνθρωπο αποκλεισμό της Γάζας προχωράει το Ισραήλ, ενώ ανακοίνωσε απόφαση γενικευμένης επίθεσης και κατοχής με εκτόπιση του πληθυσμού. Με πλήρη πολιτική και στρατιωτική κάλυψη από τις ΗΠΑ και τους άλλους δυτικούς συμμάχους που διατηρούν τη «στρατηγική συνεργασία» και τη στήριξη του κράτους – δολοφόνου, το Ισραήλ συνεχίζει τα εγκλήματα σε βάρος του παλαιστινιακού λαού και χαράζει πορεία νέας κλιμάκωσης του γενοκτονικού πολέμου στη Λωρίδα της Γάζας, όπως και της σκληρής κατοχικής βίας στη Δυτική Όχθη. Το σχέδιο, με την κωδική ονομασία «Gideon Chariots» («Τα Άρματα του Γεδεών»), περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την κατάκτηση της Λωρίδας της Γάζας και τον έλεγχο των εδαφών της, προβλέποντας νέα «ισχυρά πλήγματα» κατά της Χαμάς, ενώ για τα σχέδια αυτά προχωρά η επιστράτευση δεκάδων χιλιάδων Ισραηλινών εφέδρων.

Ο Νετανιάχου, αναφερόμενος στον βίαιο εκτοπισμό των Παλαιστινίων, τον οποίο προωθεί στη Γάζα, τόνισε: «Ο πληθυσμός θα μετακινηθεί, για τη δική του προστασία. Οι Ισραηλινοί στρατιώτες δεν θα πάνε στη Γάζα να εξαπολύσουν επιδρομές και μετά να υποχωρήσουν. Ακριβώς το αντίθετο από αυτό». Μέχρι σήμερα, κατά τη διάρκεια του μακελειού που έχει εξαπολύσει από τον Οκτώβρη του 2023, το Ισραήλ έχει ανακοινώσει πολλές φορές την «εκκαθάριση» περιοχών της Γάζας, με την παλαιστινιακή αντίσταση ωστόσο να διαψεύδει στην πράξη τις εν λόγω κατοχικές ανακοινώσεις.

Ο Τραμπ παρέχει πλήρη κάλυψη στον απάνθρωπο αποκλεισμό της Γάζας και τα ισραηλινά σχέδια, ψευδόμενος ότι η πείνα οφείλεται στη Χαμάς και αναφέροντας, ότι «οι ΗΠΑ θα βοηθήσουν τον λαό της Γάζας να πάρει κάποια τρόφιμα». Η δε ΕΕ, σχολιάζοντας τις αποφάσεις της κυβέρνησης του Ισραήλ για κλιμάκωση της γενοκτονίας στη Γάζα, αρκέστηκε να εκφράσει «ανησυχία» και να προτείνει στο κράτος – δολοφόνο «αυτοσυγκράτηση».

Μέσα στο Ισραήλ οι αποφάσεις της κυβέρνησης Νετανιάχου προκάλεσαν τη σφοδρή αντίδραση του Φόρουμ Οικογενειών Ομήρων, το οποίο κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι «θυσιάζει τους ομήρους». Κατήγγειλε δε ότι «η κυβέρνηση παραδέχτηκε πως επέλεξε τα εδάφη αντί τους ομήρους, αντίθετα με την επιθυμία άνω του 70% του πληθυσμού».

Σε αυτό το πλαίσιο, μαζί με τις συνεχείς επιδρομές του κατοχικού στρατού, το κράτος του Ισραήλ δολοφονεί τον παλαιστινιακό λαό και με τον βάρβαρο πλήρη αποκλεισμό της Λωρίδας της Γάζας, που ήδη έκλεισε δύο μήνες, καθώς η πείνα θερίζει, με πρώτα θύματα τα παιδιά, ενώ άρρωστοι και τραυματίες σβήνουν στα νοσοκομεία λόγω των τεράστιων ελλείψεων στα αναγκαία φάρμακα και υγειονομικά υλικά.

Από τις 18 Μαρτίου που ξεκίνησε ξανά το μακελειό στη Γάζα, το Ισραήλ σκότωσε πάνω από 2.300 Παλαιστίνιους. Συνολικά, από τον Οκτώβρη του 2023 οι νεκροί Παλαιστίνιοι από τις ισραηλινές επιθέσεις στη Γάζα ξεπερνούν τους 52.418 και οι τραυματίες τους 118.091. Το 65% των σκοτωμένων είναι γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι. Υπολογίζεται επίσης ότι πάνω από 10.000 είναι οι αγνοούμενοι που έχουν θαφτεί κάτω από τα ερείπια των ισραηλινών βομβαρδισμών. Παράλληλα, αποκαλυπτικό για τη συστηματική γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού είναι το γεγονός ότι το Ισραήλ έχει εξολοθρεύσει όλα τα μέλη τουλάχιστον 2.180 οικογενειών και έχει ξεκληρίσει άλλες 5.070, αφήνοντας μόνο ένα επιζών μέλος σε καθεμία.

Το Ισραήλ προωθεί σχέδιο για την πλήρη εκδίωξη της Υπηρεσίας Αρωγής του ΟΗΕ για τους Παλαιστίνιους πρόσφυγες (UNRWA) από τη Γάζα και την «αντικατάστασή» της από ιδιωτικές μισθοφορικές εταιρείες «ασφαλείας» και διεθνείς ΜΚΟ. Σύμφωνα με αυτό, ο στρατός θα παρέχει «ασφάλεια» σε διεθνείς ΜΚΟ ή ξένες μισθοφορικές εταιρείες. Η όποια βοήθεια σχεδιάζεται να δίνεται σε «ζώνες ασφαλείας» του κατοχικού στρατού στη νότια Γάζα, μόνο σε ένα άτομο ανά οικογένεια που θα έχει οριστεί ως «εκπρόσωπος», με στόχο να αποκόψει τη Χαμάς και τις παλαιστινιακές αρχές από τη διανομή της βοήθειας.

Ταυτόχρονα, το πλοίο «Conscience» της ΜΚΟ Freedom Flotilla Coalition, που στόχο είχε τη μεταφορά ανθρωπιστικής βοήθειας στη Γάζα, δέχθηκε επίθεση από drone, σε διεθνή ύδατα κοντά στη Μάλτα.

Ενώ επεκτείνονται οι ισραηλινές επιθέσεις, οι εντεινόμενες απειλές του Ισραήλ και των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν, οι επιδρομές τους στην Υεμένη και οι ισραηλινές επιθέσεις σε Συρία και Λίβανο απειλούν να βάλουν φωτιά σε όλη τη Μέση Ανατολή.
Το Ισραήλ εξαπέλυσε μαζική αεροπορική επιδρομή εναντίον της Υεμένης, στο πλαίσιο των σφοδρών βομβαρδισμών που εξαπέλυσε σε αντίποινα για την εκτόξευση βαλλιστικού πυραύλου στο ισραηλινό διεθνές αεροδρόμιο «Μπεν Γκουριόν», από τους Χούθι της Υεμένης.
Την ίδια ώρα οι ΗΠΑ εντείνουν την πίεση στο Ιράν. Μετά από νέες εμπρηστικές δηλώσεις του Αμερικανού υπουργού Άμυνας, Πιτ Χέγκσεθ, κατά της Τεχεράνης, αναβλήθηκαν μέχρι νεωτέρας οι συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, με επίκεντρο το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, ικανοποιώντας το Ισραήλ.

Παράλληλα, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Ρούμπιο, που ανέλαβε και τη θέση του συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας στον Λευκό Οίκο, άνοιξε περαιτέρω την ατζέντα της διαπραγμάτευσης με το Ιράν, καλώντας το να εγκαταλείψει τον εμπλουτισμό ουρανίου, την ανάπτυξη πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς, και να επιτρέψει την πρόσβαση Αμερικανών επιθεωρητών, αντί διεθνών, στις εγκαταστάσεις του. «Πρέπει να εγκαταλείψουν τη χρηματοδότηση τρομοκρατών, πρέπει να εγκαταλείψουν τη βοήθεια στους Χούθι της Υεμένης, πρέπει να εγκαταλείψουν την κατασκευή πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς, που δεν έχουν άλλο λόγο ύπαρξης παρά την κατοχή πυρηνικών όπλων, και πρέπει να εγκαταλείψουν τον εμπλουτισμό», είπε ο Ρούμπιο. Πρόσθεσε δε πως το Ιράν πρέπει να δεχτεί ότι Αμερικανοί μπορούν να εμπλέκονται σε οποιοδήποτε καθεστώς επιθεώρησης, και πως οι επιθεωρητές θα απαιτούν πρόσβαση σε όλες τις εγκαταστάσεις, περιλαμβανομένων και των στρατιωτικών. Επιχείρησε δηλαδή να σαμποτάρει τις διαπραγματεύσεις και να αναγκάσει το Ιράν να εγκαταλείψει τη συνέχιση διαπραγμάτευσης, καθώς δύσκολα θα μπορούσε να δεχτεί τόσο ταπεινωτικούς όρους. Ταυτόχρονα, ο Τραμπ απαίτησε εκ νέου να σταματήσουν όλες οι αγορές ιρανικού πετρελαίου και υποπροϊόντων, απειλώντας με κυρώσεις μια σειρά χώρες.

Όλα αυτά δεν είναι τίποτε άλλο από ένα γενικευμένο κλίμα πολέμου στη Μέση Ανατολή, με το Ισραήλ να στοχοποιεί εκτός από τους Παλαιστίνιους, το Ιράν, την Υεμένη, τη Συρία και τον Λίβανο, με πλήρη πολιτική και στρατιωτική κάλυψη από τις ΗΠΑ και τους δυτικούς συμμάχους του.