Η περιοχή της Ανατολικής Ασίας και του Ειρηνικού εισέρχεται σε φάση έντονης γεωπολιτικής αστάθειας, όπου οι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί οξύνονται και η στρατιωτικοποίηση προβάλλεται ως «κανονικότητα». Κεντρικός παράγοντας είναι η άνοδος της Κίνας και η προσπάθεια των ΗΠΑ να την περιορίσουν. Το Στενό της Ταϊβάν, η Κορεατική Χερσόνησος και οι σχέσεις Κίνας–Ιαπωνίας συγκροτούν έναν κρίσιμο γεωπολιτικό κόμβο, όπου διασταυρώνονται τα συμφέροντα μεγάλων και περιφερειακών δυνάμεων, με τον κίνδυνο γενικευμένης σύγκρουσης να είναι υπαρκτός.

Ο στρατός της Κίνας πραγματοποίησε τις πιο εκτεταμένες στρατιωτικές ασκήσεις των τελευταίων ετών γύρω από την Ταϊβάν, με την ονομασία «Justice Mission 2025». Οι ασκήσεις περιλάμβαναν μεγάλης κλίμακας ναυτικές και αεροπορικές κινήσεις, εκτοξεύσεις ρουκετών και σενάρια θαλάσσιου αποκλεισμού, στέλνοντας μήνυμα στρατιωτικής ετοιμότητας. Το Πεκίνο χαρακτήρισε τις ασκήσεις «αυστηρή προειδοποίηση προς τις αυτονομιστικές δυνάμεις και τις εξωτερικές παρεμβάσεις», αναφερόμενο κυρίως στις ΗΠΑ, που εντείνουν συστηματικά τη στρατιωτική και πολιτική εμπλοκή τους στο ζήτημα της Ταϊβάν.

Η κλιμάκωση δεν είναι αιφνίδια. Αποτελεί αποτέλεσμα της αμερικανικής πολιτικής στρατιωτικής ενίσχυσης της Ταϊβάν, η οποία στην πράξη υπονομεύει την «Αρχή της μίας Κίνας». Η ανακοίνωση του μεγαλύτερου πακέτου πώλησης όπλων μέχρι σήμερα, ύψους 11,1 δισ. δολαρίων, με συστήματα HIMARS, βαριά πυροβόλα και drones, λειτούργησε ως καταλύτης. Το Πεκίνο κατήγγειλε ότι τέτοιες κινήσεις ενισχύουν αποσχιστικές τάσεις και απειλούν τη σταθερότητα στο Στενό της Ταϊβάν.
Η κυβέρνηση της Ταϊβάν απάντησε με εξαγγελίες για αύξηση των αμυντικών δαπανών και «εκσυγχρονισμό» των ενόπλων δυνάμεων. Ο πρόεδρος Λάι Τσινγκ-τε υιοθετεί πιο επιθετική στάση σε σύγκριση με προηγούμενες κυβερνήσεις, πλήρως εναρμονισμένος με τη στρατηγική των ΗΠΑ. Έτσι, η Ταϊβάν μετατρέπεται σε προκεχωρημένο φυλάκιο στον ανταγωνισμό με την Κίνα, με αυξημένους κινδύνους πολεμικής ανάφλεξης.

Ο Σι Τζινπίνγκ, σε δημόσιες παρεμβάσεις και στο πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του, επανέλαβε ότι η επανένωση με την Ταϊβάν αποτελεί «αναπόφευκτη ιστορική εξέλιξη». Παρά τις αναφορές σε «ειρηνική επανένωση», είναι σαφές ότι το Πεκίνο συνδυάζει πολιτική πίεση και στρατιωτική αποτροπή στο πλαίσιο της συνολικής αντιπαράθεσης με τις ΗΠΑ.
Σημαντικό ρόλο επιχειρεί να διαδραματίσει και η Ιαπωνία, υπό την πρωθυπουργό Σανάε Τακαΐτσι. Σε στενή συνεργασία με τις ΗΠΑ, το Τόκιο έχει δηλώσει ανοιχτά ότι θα μπορούσε να εμπλακεί στρατιωτικά σε περίπτωση κινεζικής επίθεσης κατά της Ταϊβάν.
Το Πεκίνο αντέδρασε έντονα, κατηγορώντας την Ιαπωνία για «επαναστρατιωτικοποίηση», ενώ προχώρησε σε στρατιωτικές ασκήσεις, καθώς και σε πολιτική και οικονομική πίεση. Πρόσφατα αυστηροποίησε τους ελέγχους εξαγωγών ειδών διπλής χρήσης προς την Ιαπωνία. Οι περιορισμοί αφορούν πάνω από 800 είδη, από χημικά και ηλεκτρονικά έως τεχνολογίες ναυτιλίας και αεροδιαστημικής, που χρησιμοποιούνται και για στρατιωτική χρήση. Σε αυτά περιλαμβάνονται και οι σπάνιες γαίες που μετατρέπονται σε ισχυρό γεωπολιτικό εργαλείο πίεσης της Κίνας. Φωτιά πήρε και η «κόκκινη γραμμή» Τραμπ–Σι για την αποτροπή περαιτέρω κλιμάκωσης.

Η επικείμενη συνάντηση Τακαΐτσι–Τραμπ, που προγραμματίζεται για την άνοιξη του 2026 στην Ουάσιγκτον, αναμένεται να επικεντρωθεί στον περαιτέρω στρατιωτικό και πολιτικό συντονισμό των δύο χωρών απέναντι στην Κίνα. Οι δύο ηγέτες είχαν πρόσφατη επικοινωνία, όπου, εκτός από την προετοιμασία της συνάντησής τους, αντάλλαξαν απόψεις «για την περιφέρεια του Ινδο-Ειρηνικού και επιβεβαίωσαν τη στενή συνεργασία της Ιαπωνίας και των ΗΠΑ στο τρέχον διεθνές περιβάλλον», σύμφωνα με το Τόκιο.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ιδιαίτερη σημασία αποκτά η επίσκεψη του προέδρου της Νότιας Κορέας, Λι Τζάε-μιουνγκ, στο Πεκίνο (4–7 Ιανουαρίου 2026). Σηματοδοτεί μετατόπιση της εξωτερικής πολιτικής της Σεούλ, σε αντίθεση με την προηγούμενη κυβέρνηση, η οποία είχε ευθυγραμμιστεί στενά με τον άξονα ΗΠΑ-Ιαπωνίας. Ήταν η πρώτη επίσκεψη Νοτιοκορεάτη ηγέτη στο Πεκίνο μετά από έξι χρόνια και η δεύτερη συνάντηση Λι-Σι σε διάστημα τριών μηνών.

Κατά την επίσκεψη υπεγράφησαν 15 συμφωνίες συνεργασίας σε τομείς όπως η επιστημονική και τεχνολογική καινοτομία, το περιβάλλον, οι μεταφορές και το εμπόριο, ενισχύοντας το οικονομικό υπόβαθρο των διμερών σχέσεων. Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Νότιας Κορέας.
Ο Σι χαρακτήρισε τις δύο χώρες «φίλους και γείτονες που δεν μπορούν να απομακρυνθούν», καλώντας σε ενίσχυση της συνεργασίας και σε κοινή αντίσταση στον προστατευτισμό.
Ο Λι Τζάε-μιουνγκ, συνοδευόμενος από επικεφαλής μεγάλων τεχνολογικών ομίλων, όπως η Samsung, επισήμανε ότι οι δύο χώρες «είναι πλοία που πλέουν στην ίδια θάλασσα προς την ίδια κατεύθυνση», ενώ δεσμεύτηκε στην «Αρχή της μίας Κίνας».
Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε και στην ιστορική μνήμη της κοινής πάλης ενάντια στον ιαπωνικό μιλιταρισμό. Το 2025 συμπληρώθηκαν 80 χρόνια από τη νίκη κατά του φασισμού και η επίσκεψη του Λι στη Σαγκάη -στον χώρο της Προσωρινής Κυβέρνησης της Κορέας κατά την περίοδο της ιαπωνικής κατοχής- αποκτά έντονο πολιτικό συμβολισμό.

Από εκεί, ο Λι ζήτησε από τον Κινέζο πρόεδρο να ενεργήσει ως «μεσολαβητής για την ειρήνη» στην κορεατική χερσόνησο, συμπεριλαμβανομένου του πυρηνικού ζητήματος, καθώς τα κανάλια με τον Βορρά είναι κλειστά. Κάνοντας αυτοκριτική, δήλωσε: «Για αρκετό καιρό, έχουμε ουσιαστικά λάβει στρατιωτική επιθετική δράση εναντίον του Βορρά… (η οποία) έχει προκαλέσει τρομερή εχθρότητα». Ο Σι του συνέστησε «υπομονή», ενώ η εκπρόσωπος του κινεζικού ΥΠΕΞ, Μάο Νινγκ, δήλωσε ότι η Κίνα θα συνεχίσει να διαδραματίζει εποικοδομητικό ρόλο «με τον δικό της τρόπο» καθώς το Πεκίνο πρέπει να λάβει υπόψη τις θέσεις της Πιονγιάνγκ.
Η επίσκεψη αυτή χαρακτηρίστηκε ως αφετηρία μιας «πραγματιστικής διπλωματίας», σηματοδοτώντας την αποκατάσταση των κινεζοκορεατικών σχέσεων μετά από μια περίοδο έντασης, υπό την προηγούμενη νοτιοκορεατική κυβέρνηση, η οποία είχε ευθυγραμμιστεί στενά με τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία.

Η Νότια Κορέα συμπιέζεται από τον στρατηγικό ανταγωνισμό μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ. Με την παρούσα πολιτική ηγεσία, φαίνεται πως επιδιώκει μια ισορροπία μεταξύ της οικονομικής συνεργασίας με την Κίνα και της εξάρτησής της από τις ΗΠΑ, αν και αυτή είναι μια πολύ δύσκολη ισορροπία, την ώρα που οξύνονται οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί στην ευρύτερη περιοχή.
Οι λαοί της περιοχής δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν αν στοιχηθούν πίσω από τον έναν ή τον άλλο ιμπεριαλιστή και τις εξαρτημένες ντόπιες κυβερνήσεις. Πρέπει να χαράξουν τη δική τους πορεία για τη διαφύλαξη της ειρήνης, της εθνικής ανεξαρτησίας και της φιλίας των λαών.