Σε απότομη κλιμάκωση περνά η αμερικάνικη ιμπεριαλιστική επιθετικότητα εναντίον της Βενεζουέλας. Αφού με τις πολύχρονες κυρώσεις και τα πραξικοπήματα με τους φυτευτούς εκλεχτούς τους, προεξαρχόντων των Γκουαϊδό και Ματσάδο, οι δυτικοί ιμπεριαλιστές δεν κατάφεραν την ανατροπή του νόμιμα εκλεγμένου προέδρου Μαδούρο, οι ΗΠΑ του «ειρηνόφιλου» Τραμπ καταφεύγουν τώρα στην πολιτική της κανονιοφόρου, απειλώντας τη Βενεζουέλα με ωμή στρατιωτική επέμβαση.
Πιο συγκεκριμένα, ο Τραμπ διέταξε την ανάπτυξη αμφίβιας αρμάδας συμπεριλαμβανομένων τριών πυραυλοφόρων αντιτορπιλικών και ισάριθμων ελικοπτεροφόρων αποβατικών με 4000 πεζοναύτες, καθώς και τουλάχιστον ενός υποβρυχίου ανοιχτά της Βενεζουέλας με πρόσχημα την καταπολέμηση της «διακίνησης ναρκωτικών». Είναι γνωστό πως ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός επισείει το αισχρό αυτό επιχείρημα ως προπαγανδιστικό περιτύλιγμα της έντασης της επεμβατικής πολιτικής του, από τους τελωνειακούς δασμούς στο Μεξικό και στον Καναδά, έως το πογκρόμ συλλήψεων μεταναστών από τη Λατινική Αμερική, την οποία ανέκαθεν θεωρεί ως την «πίσω αυλή του».
Στα πλαίσια αυτής της έωλης προπαγάνδας, οι ΗΠΑ κατηγορούν τον Μαδούρο -που δε συμμορφώνεται προς τας υποδείξεις της υπερδύναμης- ως επικεφαλής και φυγόδικο αρχηγό «ναρκοτρομοκρατικού καρτέλ». Πιο συγκεκριμένα, ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός εγκαλεί τον Μαδούρο πως είναι επικεφαλής της εγκληματικής οργάνωσης Cartel de los Sol, όπου εμπλέκονται ακόμα στελέχη της κυβέρνησης και του στρατού της Βενεζουέλας. Μάλιστα στις αρχές Αυγούστου, ο Τραμπ διπλασίασε σε 50 εκ. δολάρια το ποσό της αμοιβής για πληροφορίες που θα επιτρέψουν τη σύλληψη του Βενεζουελάνου προέδρου.
Αφορμή για την κλιμάκωση των τελεσιγραφικών απειλών, των αφόρητων πιέσεων και των ωμών εκβιασμών προς το καθεστώς της Βενεζουέλας και κατ΄ επέκταση της ωμής ανάμειξης των αμερικανονατοϊκών στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας, αποτέλεσε η απόφαση του πρώην προέδρου Τσάβες για απέλαση της υπηρεσίας δίωξης ναρκωτικών των ΗΠΑ (DEA), που λειτουργούσε ως μηχανισμός κατασκοπείας. Από τότε οι ΗΠΑ κατασκευάζουν για τη Βενεζουέλα την εικόνα του «ναρκοκράτους», ενώ το 2015 χαρακτήρισαν το καθεστώς Μαδούρο «απειλή για την εθνική τους ασφάλεια».
Ως απάντηση στην αχαλίνωτη και τυχοδιωκτική αμερικανική πολιτικοστρατιωτική επιθετικότητα ενάντια στην εδαφική ακεραιότητα ενός κυρίαρχου και ανεξάρτητου κράτους (η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Λέβιτ διακήρυξε με πολεμοκάπηλη διάθεση πως «ο Τραμπ θα χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα για να εμποδίσει να πλημμυρίσουν τα ναρκωτικά τη χώρα μας»), ο Μαδούρο χαρακτήρισε «αξιολύπητη και χοντροκομμένη επιχείρηση πολιτικής προπαγάνδας» την αύξηση της αμοιβής για τη σύλληψή του.
Ανακοίνωσε παράλληλα την ανάπτυξη 4,5 εκ. εθνοφυλάκων για να «εγγυηθούν την κάλυψη όλης της επικράτειας της Βενεζουέλας». Η εθνοφυλακή της Βενεζουέλας έχει ιδρυθεί από τον πρώην πρόεδρο Τσάβες, απαριθμεί κάπου 5 εκ. μέλη, πολίτες ή εφέδρους και αναφέρεται στο γενικό επιτελείο. Ο Μαδούρο προανήγγειλε ακόμα συνεδρίαση με όλους τους φορείς του συστήματος εθνικής άμυνας για να προσαρμοστούν επιχειρησιακά σχέδια.
Παράλληλα, ο πρόεδρος της Βενεζουέλας κάλεσε την εθνοφυλακή, τους εφέδρους και όλο τον λαό «να κινητοποιηθούν για να πουν στον ιμπεριαλισμό: φτάνει πια με τις απειλές σας! Η Βενεζουέλα σας απορρίπτει, η Βενεζουέλα θέλει ειρήνη»!
Χαρακτηριστικό της σοβαρότητας της κατάστασης αποτελεί το γεγονός ότι «για πρώτη φορά στρατιωτικά μέσα με πυρηνική δυνατότητα έχουν εισαχθεί στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική», όπως ανέφερε η κυβέρνηση Μαδούρο στον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ, Γκουτέρες. Η ενέργεια αυτή παραβιάζει ανοιχτά τη συνθήκη του Τλατελόλκο, η οποία από το 1968 καθιέρωσε την αποπυρηνικοποίηση της περιοχής.
Σύμφωνα με την κυβέρνηση της Βενεζουέλας «οι ΗΠΑ αγνοούν επίσης τη διακήρυξη της Κοινότητας Κρατών Λατινικής Αμερικής και Καραϊβικής (CELAC), η οποία το 2014 κήρυξε την περιοχή μας ζώνη ειρήνης…η χώρα μας και ο λαός μας δεν θα αποδεχθούν ποτέ την επιβολή της βίας ή την παραβίαση των αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων τους, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση».
Παραπέρα κλιμάκωση της έντασης στην περιοχή, αποτέλεσε δολοφονική επίθεση, με πολλά θύματα, που εξαπέλυσαν πλοία του αμερικανικού στόλου εναντίον σκάφους που «είχε ξεκινήσει από τη Βενεζουέλα». Όπως ανακοίνωσε ο ίδιος ο Τραμπ από το Οβάλ Γραφείο, «σκάφος που μετέφερε ναρκωτικά» έπληξαν οι αμερικανικές ναυτικές δυνάμεις στη Νότια Καραϊβική. «Φονικό πλήγμα» χαρακτήρισε την επίθεση ο Αμερικάνος ΥΠΕΞ Μ. Ρούμπιο. Αναφερόμενος στο πλήγμα αυτό, ο υπ. Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, δήλωσε πως πρόκειται για «μια πολύ σοβαρή αποστολή… που δε θα σταματήσει μόνο με αυτήν την επίθεση».
Διόλου τυχαία όλα αυτά σε μια εποχή όπου «η γεωπολιτική πλάκα της Λατινικής Αμερικής γλιστρά αργά μα σταθερά από τη Δύση προς την Ανατολή». Η Κίνα εξαρχής και χωρίς περιστροφές εξέφρασε την πλήρη υποστήριξή της στην κυβέρνηση Μαδούρο. Η εκπρόσωπος του κινέζικου ΥΠΕΞ, Μάο Νινγκ, τόνισε χαρακτηριστικά : «Η Κίνα απορρίπτει τις εξωτερικές παρεμβάσεις στις εσωτερικές υποθέσεις της Βενεζουέλας ανεξαρτήτως προσχήματος».
Από την πλευρά της και η Ρωσία έχει ανακτήσει εδώ και δύο δεκαετίες στενή συνεργασία με την τσαβική Βενεζουέλα. Αξίζει να σημειωθεί πως την περασμένη άνοιξη, Πούτιν και Μαδούρο υπέγραψαν συμφωνία στρατηγικής εταιρικής σχέσης, δίνοντας έμφαση στην αξιοποίηση των πετρελαϊκών κοιτασμάτων της Βενεζουέλας (όπως άλλωστε και οι Κινέζοι). Σε επίπεδο οικονομικής συνεργασίας η Μόσχα και το Καράκας αναπτύσσουν «εναλλακτικά χρηματοπιστωτικά συστήματα» και άλλα διμερή εργαλεία, για να περιορίσουν τις επιπτώσεις των δυτικών κυρώσεων.












