Κλιμακώνεται η βαθιά και παρατεταμένη οικονομική, πολιτική και κοινωνική κρίση στην οποία παραδέρνει η Γαλλία. Οι τεράστιες οικονομικές επιπτώσεις από τη συμμετοχή στον πόλεμο της Ουκρανίας και την υπαγορευμένη από τις ΗΠΑ αντικατάσταση του φθηνού ρώσικου φυσικού αερίου από το πανάκριβο αμερικανικό υγροποιημένο αέριο LNG, η ταπεινωτική συμφωνία για τους δασμούς που επέβαλε ο Τραμπ στην ΕΕ, η συμμετοχή στον πόλεμο στη Μ. Ανατολή και η συνακόλουθη στροφή στην πολεμική οικονομία με την κλιμάκωση της αντιλαϊκής πολιτικής επέτειναν τους κλυδωνισμούς στις οικονομίες συνολικά των χωρών του «κόμματος του πολέμου» (Γαλλία, Γερμανία και Μ. Βρετανία).
Όπως πιστοποιούν οι εξελίξεις, οι δυνάμεις της Ευρώπης παραμένουν καθηλωμένες στον ρόλο του φτωχού συγγενή σε παγκόσμιο επίπεδο και η διεθνής τους ισχύς συρρικνώνεται όλο και περισσότερο στα πλαίσια των παγκόσμιων ανακατατάξεων, με φόντο τον οξύτατο ανταγωνισμό ΗΠΑ – Κίνας για την πρωτοκαθεδρία στον πλανήτη.
Ιδιαίτερα στην υπερχρεωμένη Γαλλία (δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης με χρέος που αγγίζει το 114% του ΑΕΠ -όσο και της Ελλάδας όταν μπήκε στα μνημόνια πριν 15 χρόνια- και έλλειμμα 5,8%), ο μακρονισμός εμφανίζεται πρωτοσύγκελος στην εφαρμογή της ακραία νεοφιλελεύθερης-ακροδεξιάς πολιτικής που οδηγεί τον λαό στην εξαθλίωση. Η ολόπλευρη κρίση του μακρονισμού κορυφώθηκε στη συγκυρία εξαιτίας της θεραπείας σοκ για την οικονομία που αποπειράθηκε να περάσει ο διορισμένος Μπαϊρού -τέταρτος πρωθυπουργός σε λιγότερα από 2 έτη.
Ο Μπαϊρού και οι υπουργοί του, κατά τα γνωστά, κατέφυγαν σε ένα ρεσιτάλ εκφοβισμού και κατατρομοκράτησης του γαλλικού λαού. Επισείοντας τη δαμόκλειο σπάθη του ΔΝΤ ο ίδιος ο Μπαϊρού, εξίσου αλαζονικά όπως και ο πρόεδρός του, πλειοδότησε σε πρωτοφανείς αντιλαϊκούς εκβιασμούς: «οι Γάλλοι έχουν να αποφασίσουν αν θα σταθούν με την πλευρά του χάους ή με την πλευρά της συνείδησης και της ευθύνης […] Η αντίληψη πως οι Γάλλοι εργαζόμενοι μπορούν να σταματούν την εργασία στις αρχές της δεκαετίας των 60 είναι πλέον ξεπερασμένη».
Στο ίδιο μήκος κύματος ο ετοιμόρροπος Μπαϊρού εμφάνισε την έγκριση του προγράμματος-καταπέλτη που είχε στο συρτάρι του «ως την τελευταία στάση πριν την άβυσσο και τη συντριβή». Τόλμησε δε αισχρά να παρομοιάσει «την υποταγή στο χρέος» με την «υποταγή στη στρατιωτική βία».
Το διακύβευμα για τον Μπαϊρού (που ζήτησε ψήφο εμπιστοσύνης και τελικά καταψηφίστηκε εκκωφαντικά με 364 ψήφους έναντι 194 υπέρ) ήταν το πέρασμα του προϋπολογισμού του 2026 κοινωνικών περικοπών ύψους 44 δισ. ευρώ, παράλληλα με τη νέα φοροαφαίμαξη των εργατολαϊκών στρωμάτων και τη χρηματοδότηση με 64 δισ. της πολεμικής βιομηχανίας ως το 2027. Μετά τη χρεοκοπία του εννιαμηνίτη Μπαϊρού, επιστρατεύθηκε άρον άρον από τον Μακρόν ο μέχρι πρότινος υπουργός Άμυνας Λεκορνί, ο οποίος προανήγγειλε «ρήξεις όχι μόνο σχηματικές, αλλά και ουσιαστικές».
Αξίζει να σημειωθεί πως η «αντισυστημική» τάχα Λεπέν χαρακτήρισε την ψήφο εμπιστοσύνης ως «μια στιγμή αλήθειας όπου οι υπεύθυνοι αναγκάζονται να παρουσιάσουν τα καταστροφικά αποτελέσματα 5 δεκαετιών σπατάλης», χύνοντας το νεοφασιστικό της δηλητήριο προς τις λαϊκές μάζες. Δίνοντας παράλληλα τα διαπιστευτήριά της στη ντόπια μεγαλοαστική τάξη, διακήρυξε πως σέβεται τους θεσμούς και δεν καλεί για την απομάκρυνση του προέδρου.
Στον γνωστό τους ρόλο της «υπεύθυνης δύναμης» και οι εξαϋλωμένοι σοσιαλιστές, οι οποίοι δε συμμετείχαν στην πρόταση μομφής, αφού μέχρι την τελευταία στιγμή παζάρευαν με τον Μακρόν πρωθυπουργό κοινής αποδοχής που θα προέρχεται από την παράταξή τους.
Συνεχίζοντας τα καλοπιάσματα προς τον Μακρόν και κατόπιν εορτής (διάβαζε: μετά τον διορισμό του Λεκορνί ως πρωθυπουργού), ο πρώην αρχηγός των σοσιαλιστών και πρόεδρος της Γαλλίας Ολάντ, διεμήνυσε με νόημα πως «χρειάζονται παραχωρήσεις για να αναζητηθεί συμβιβασμός όχι απλά με τις πολιτικές δυνάμεις αλλά και με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις». Επέμεινε πως «ακόμα και αν κεντρικά στελέχη της κυβέρνησης προέρχονται από το κόμμα του […] θα πρέπει να γίνουν συμβιβασμοί στο πρόγραμμα […] θα χρειαστούν παραχωρήσεις και απέναντι σε εκείνους που δε θα είναι στην κυβερνητική πλειοψηφία, ώστε η χώρα να διακυβερνηθεί αλλά με δικαιοσύνη». Ο οσφυοκάμπτης Ολάντ κατέληξε πως η διάλυση της βουλής θα ήταν αδιέξοδη, ξορκίζοντας φυσικά το ενδεχόμενο της παραίτησης Μακρόν.
Και ενώ συνεχίζονται οι φανερές και παρασκηνιακές διαβουλεύσεις για τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης, ο οίκος αξιολόγησης Fitch, υπηρετώντας δικές του σκοπιμότητες, υποβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα της Γαλλίας σε Α+ με σταθερή προοπτική, καταδικάζοντας «την παρατεταμένη πολιτική αστάθεια και τις δημοσιονομικές αβεβαιότητες που εμποδίζουν την εξυγίανση των σοβαρά υποβαθμισμένων δημόσιων οικονομικών της χώρας […] αυτή η αστάθεια αποδυναμώνει τη δυνατότητα του πολιτικού συστήματος να εφαρμόσει δημοσιονομική εξυγίανση».
Κάπως έτσι η απόδοση του γαλλικού δεκαετούς ομολόγου (spread) έφτασε στο 3,5%. Είχε βέβαια προηγηθεί το τελευταίο εννεάμηνο η υποβάθμιση της γαλλικής οικονομίας από τη STANDART & POORS και τη MOODY’S. Σύμφωνα με την πρώτη, για να μειωθεί το χρέος πρέπει η γαλλική οικονομία να σημειώσει θηριώδη πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα, κάτι που δεν έχει επιτύχει τα τελευταία 25 χρόνια.
Μπροστά στις αφόρητες πιέσεις των περιβόητων αγορών που επιτείνουν το σκηνικό αποσταθεροποίησης και σήψης του αστικού πολιτικού συστήματος, εκατοντάδες χιλιάδες λαού και νεολαίας συμμετείχαν στις 10 Σεπτέμβρη σε γενική απεργία προχωρώντας σε αποκλεισμούς δρόμων, σιδηροδρομικών σταθμών και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, διαδηλώνοντας μαχητικά ενάντια στον προϋπολογισμό-λαιμητόμο των Μακρόν-Λεκορνί.
Απέναντι στις μαζικές κινητοποιήσεις που έλαβαν χώρα σε πανεθνική κλίμακα, ο Γάλλος πρόεδρος επιστράτευσε την πολιτική τού βούρδουλα, κατεβάζοντας στους δρόμους 80.000 αστυνομικούς που πραγματοποίησαν εκατοντάδες συλλήψεις. Οι διαδηλωτές από την πλευρά τους ανανέωσαν το ραντεβού τους για τις 18 Σεπτέμβρη, ημέρα νέων πανεθνικών κινητοποιήσεων.












