Τρίτη φορά συναντήθηκαν ο Σι και ο Τραμπ μετά τη δεύτερη εκλογή του Αμερικανού προέδρου. Αν και στις συναντήσεις τους κυριαρχούν η μεγαλοπρέπεια, οι συμβολισμοί, τα διπλωματικά πρωτόκολλα και η επιτηδευμένη ευγένεια, λίγα είναι τα ουσιαστικά αποτελέσματα των συνόδων αυτών.
Σε μια ταραγμένη περίοδο τεκτονικών ανακατατάξεων στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, οι δύο τους επιδίδονται σε ασκήσεις ισορροπίας για τη διαχείριση των αντιθέσεών τους. «Αγοράζουν χρόνο» απέναντι στον διαρκώς οξυνόμενο ανταγωνισμό ΗΠΑ–Κίνας, πριν αυτός γίνει ανεξέλεγκτος.

Η συνάντησή τους παρουσιάστηκε ως βήμα σταθεροποίησης, όπου κυριάρχησαν η «φιλική» ατμόσφαιρα και οι αναφορές για συνεργασία. Όσο όμως αυτές οι αναφορές πυκνώνουν, τόσο αναδεικνύεται η ανάγκη διαχείρισης της ανταγωνιστικής τους σχέσης.
Καμία στρατηγική λύση δεν προχώρησε. Έγινε προσπάθεια ελεγχόμενης σταθεροποίησης των ταραγμένων σχέσεών τους, που οφείλονται στο γεγονός ότι η Κίνα διεκδικεί έμπρακτα την παγκόσμια ηγεμονία από τις, σε υποχώρηση, ΗΠΑ.

Ουάσιγκτον και Πεκίνο εμφανίζονται ως οι δύο πόλοι που καλούνται να συνεννοηθούν για ζητήματα που ξεπερνούν τις διμερείς σχέσεις τους και άπτονται της παγκόσμιας ειρήνης, σταθερότητας και ασφάλειας. Αν και οι εποχές είναι διαφορετικές, καθώς η ιμπεριαλιστική Κίνα είναι ενσωματωμένη και κεντρικός πόλος στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, η εικόνα και οι συμβολισμοί παραπέμπουν σε παλιότερες εποχές: στις εικόνες του Ψυχρού Πολέμου, όταν οι σύνοδοι κορυφής ΗΠΑ–ΕΣΣΔ καθόριζαν τις τύχες του κόσμου και μοίραζαν τις σφαίρες επιρροής.
Αντικειμενικά, το γεγονός αυτό αναβαθμίζει τη διεθνή θέση της Κίνας, καθώς αντιμετωπίζεται από την Ουάσιγκτον ως ισότιμη δύναμη, με την οποία πρέπει να συνδιαμορφώνεται η διαχείριση των παγκόσμιων εξελίξεων και να εξασφαλίζεται η λειτουργικότητα των σχέσεών τους.

Στην ανακοίνωση που δόθηκε στη δημοσιότητα μετά την ολοκλήρωση της επίσκεψης του Σι στην Ουάσιγκτον αναφέρθηκε ότι οι δύο ηγέτες κατέληξαν σε «συναίνεση» για «οκτώ αποτελέσματα». Το κείμενο δεν αποτελεί μεγάλη ενιαία συμφωνία, αλλά περισσότερο ένα πακέτο καλών προθέσεων που δείχνει προσπάθεια σταθεροποίησης επιμέρους πλευρών της σχέσης τους. Οι σχέσεις ανάμεσα στις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, όπως ΗΠΑ και Κίνα, χαρακτηρίζονται τόσο από τον ανταγωνισμό όσο και τη συνεργασία. Η συνεργασία τους όμως είναι πρόσκαιρη, ενώ ο ανταγωνισμός τους είναι απόλυτος και μακρόχρονος. Συνεργάζονται μεταξύ τους για να καταπνίξουν τους αγώνες των λαών για την εθνική και κοινωνική τους απελευθέρωση, για να «ρυθμίσουν» τις αμοιβαίες οικονομικές σχέσεις τους και να μοιράσουν τις παγκόσμιες αγορές. Στα πλαίσια αυτών των επιδιώξεών τους έρχονται σε διάφορες συμφωνίες μεταξύ τους.

Έτσι οι δύο πλευρές συμφώνησαν να οικοδομήσουν μια «εποικοδομητική σχέση στρατηγικής σταθερότητας», στη βάση του σεβασμού, της δικαιοσύνης και της αμοιβαιότητας. Ακολούθως δεσμεύτηκαν στην αμοιβαία υποστήριξη για τις συνόδους APEC στην Κίνα και G20 στις ΗΠΑ του 2026, με την πρόθεση των δύο ηγετών να παραστούν στις αντίστοιχες διοργανώσεις.
Στο Ιράν, συμφώνησαν ότι η Τεχεράνη δεν πρέπει να αναπτύξει πυρηνικά όπλα και ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται τέλη διέλευσης στις διεθνείς θαλάσσιες οδούς, ενώ έκφρασαν την αντίθεσή τους στον έλεγχο των στενών του Μπαμπ ελ Μαντέμπ από τους αντάρτες του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος της Υεμένης. Συμβολική είναι και η αναφορά στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τους δύο ηγέτες να υπενθυμίζουν ότι Κίνα και ΗΠΑ πολέμησαν τότε ως σύμμαχοι.

Το πιο χειροπιαστό κομμάτι βρίσκεται στο εμπόριο. Οι δύο πλευρές ενέκριναν τα αποτελέσματα των τελευταίων οικονομικών διαβουλεύσεων, συμφωνώντας μεταξύ άλλων στη δημιουργία εμπορικού συμβουλίου και σε αμοιβαία μείωση δασμών που αφορά περίπου 30 δισ. δολάρια εισαγωγών από κάθε πλευρά. Οι μειώσεις αφορούν περίπου το 90% των προϊόντων του σχετικού πλαισίου και θα εφαρμοστούν αφού ολοκληρωθούν οι εσωτερικές διαδικασίες. Παράλληλα, παρατείνεται το πλαίσιο που είχε συμφωνηθεί στην Κουάλα Λουμπούρ.
Εδώ υπάρχει κάποια οικονομική αποκλιμάκωση. Δεν υπάρχει, όμως, συνολική εμπορική συμφωνία. Οι δασμοί μειώνονται σε συγκεκριμένο πεδίο, ενώ οι βαθύτερες συγκρούσεις γύρω από τις επενδύσεις, τις τεχνολογίες αιχμής, τις επιδοτήσεις, τα προηγμένα τσιπ και τις σπάνιες γαίες παραμένουν στο τραπέζι.

Τα υπόλοιπα αποτελέσματα κινούνται σε πιο περιορισμένο πεδίο. Οι δύο πλευρές αναγνώρισαν αποτελέσματα στη συνεργασία κατά των ναρκωτικών και των πρόδρομων χημικών ουσιών. Συμφώνησαν επίσης στη δημιουργία διαλόγου για την τεχνητή νοημοσύνη, με νέα συνάντηση τον Νοέμβριο και δίαυλο επικοινωνίας για περιστατικά που συνδέονται με την ΑΙ, σε ένα πεδίο όπου ο ανταγωνισμός ΗΠΑ–Κίνας είναι έντονος.
Το τελευταίο σημείο είναι το πλέον συμβολικό και παράταιρο σε ένα κείμενο «συμφωνίας» ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες δυνάμεις του κόσμου: αφορά δύο πάντα που παραχωρεί η Κίνα στον ζωολογικό κήπο της Ατλάντα.
Έξω από τα οκτώ σημεία, οι δύο στρατοί συμφώνησαν να ολοκληρώσουν σύντομα ένα μνημόνιο για την επικοινωνία και την πρόληψη κρίσεων, ενώ θα συνεχίσουν τη συνεργασία για τον εντοπισμό λειψάνων Αμερικανών στρατιωτικών στην Κίνα. Η συμφωνία αυτή αποτυπώνει την ανάγκη να αποφευχθεί ένα ατύχημα ή μια ανεξέλεγκτη στρατιωτική κλιμάκωση.

Εδώ βρίσκεται η ουσία των χειρισμών, καθώς τα μεγάλα μέτωπα παραμένουν ανοιχτά. Στην Ταϊβάν διατήρησαν τις αντικρουόμενες θέσεις τους. Στο πεδίο της τεχνολογίας, οι ΗΠΑ διατηρούν τους περιορισμούς στις εξαγωγές προηγμένων τσιπ, με την Κίνα να απαντά ελέγχοντας τις κρίσιμες πρώτες ύλες και τις σπάνιες γαίες. Στο Ιράν έμειναν στα ευχολόγια, ενώ η χώρα του Περσικού συνδέεται όλο και περισσότερο με τους BRICS και τον SCO, όπου ηγετικό ρόλο έχει η Κίνα.
Η «στρατηγική σταθερότητα» αποτυπώνει την ανάγκη και των δύο πλευρών να κρατήσουν, στην παρούσα φάση, την αντιπαράθεση εντός ορίων. Οι ΗΠΑ έχουν ανοιχτά μέτωπα να διαχειριστούν, από τη Μέση Ανατολή και το Ιράν έως την Ουκρανία και τις διατλαντικές αντιθέσεις. Η Κίνα, η οποία έχει ενισχύσει σημαντικά τη θέση της, κερδίζει χρόνο και χώρο για να συνεχίσει την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική της ενίσχυση.

Η συνάντηση Σι–Τραμπ, επομένως, μοιάζει περισσότερο με συμφωνία για τον τρόπο με τον οποίο θα συνεχιστεί η αντιπαράθεση, καθώς καμία από τις δύο πλευρές δεν φαίνεται να θεωρεί συμφέρον μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωσή της.
Όσο θα οξύνεται ο ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός Ουάσιγκτον και Πεκίνου, τόσο η διαχείρισή του θα αποκτά τέτοιο βάρος, που θα αποτελεί από μόνη της μείζον διεθνές ζήτημα για την παγκόσμια ειρήνη και ασφάλεια.
Δεν χρειάζεται κανένας εφησυχασμός από το λαϊκό αντιιμπεριαλιστικό κίνημα. Όσο και αν ο αμερικανικός λύκος και ο κινεζικός δράκος φορούν την προβιά του ειρηνόφιλου, δεν παύουν να είναι αιμοβόρα αρπακτικά για τους λαούς.