Η ανησυχητική αύξηση των εντάσεων, των αλλεπάλληλων επεισοδίων που αποδίδονται στο Ιράν, της κινητικότητας αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στον Περσικό Κόλπο και των συνεχών αμερικανικών απειλών, με κατηγορίες έναντι της Τεχεράνης πολλαπλασιάζουν τους κινδύνους για σύγκρουση, που μπορεί να οδηγήσει σε σύρραξη στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των ισχυρών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων παραμένει οξυμένος και πηγή νέων δεινών για τους λαούς μιας περιοχής, που εδώ και δεκαετίες υποφέρει από διαδοχικούς πολέμους, ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις με κάθε λογής προσχήματα.

Και αυτήν τη φορά οι αιτίες για τη νέα επικίνδυνη κλιμάκωση της έντασης στον Περσικό σχετίζονται με πηγές, αγωγούς, εγκαταστάσεις και δρόμους μεταφοράς ενέργειας στρατηγικής σημασίας, και με τις γεωπολιτικές σφαίρες επιρροής μεταξύ των ανταγωνιστικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Μπροστά σε αυτόν τον στόχο οι ΗΠΑ πρωταγωνιστούν σε μία νέα φάση σύγκρουσης ενάντια στο Ιράν, βάζοντας μπροστά κάθε μέσο. Τα προσχήματα δεν λείπουν ούτε βεβαίως και οι απόπειρες για προβοκάτσιες, ώστε να φορτιστεί το κλίμα κατάλληλα και να προετοιμαστεί το έδαφος. Δεν είναι τυχαίο πως λίγο μετά από τις εντολές του Πενταγώνου για ενίσχυση των στρατιωτικών δυνάμεων στον Περσικό, πριν από λίγο καιρό, ακολούθησαν επεισόδια περί «δολιοφθοράς» σε δεξαμενόπλοια, στα στρατηγικά Στενά του Ορμούζ, η παρεμπόδιση ιρανικού δεξαμενόπλοιου το καλοκαίρι, για να φτάσουμε στην αμφιλεγόμενη επίθεση σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις στη Σαουδική Αραβία.

«Φωτιά» λοιπόν στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου, με φόντο τους αιματοβαμμένους στρατηγικούς δρόμους μεταφοράς ενέργειας, ξαναβάζει η «περίεργη» επίθεση, που σημειώθηκε μέσω 10 τηλεκατευθυνόμενων αεροσκαφών κατά των δύο μεγαλύτερων διυλιστηρίων της πετρελαϊκής εταιρείας «Αramco» στην κεντροανατολική Σαουδική Αραβία.

Την ευθύνη της επίθεσης ανέλαβε η οργάνωση «Ansar Allah» των Υεμενιτών αντικαθεστωτικών σιιτών ενόπλων Χούτι, λέγοντας ότι κατάφερε να χτυπήσει τα μεγαλύτερα διυλιστήρια του κόσμου σε απόσταση 770 – 950 χλμ. από τις περιοχές που ελέγχουν στο βόρειο τμήμα της Υεμένης, όπου μαίνεται ο πόλεμος μετά την εισβολή της Σαουδικής Αραβίας με τις πλάτες των ΗΠΑ. Αυτό αμφισβητήθηκε από τις ΗΠΑ και τη Σαουδική Αραβία, χώρες που θεώρησαν υπεύθυνο το Ιράν, που είναι ο μεγαλύτερος ανταγωνιστής τους στην περιοχή. Ωστόσο, δεν παρουσίασαν κανένα στοιχείο ή απόδειξη, υποστηρίζοντας ότι θα το κάνουν «όταν ολοκληρωθούν οι έρευνες». Μάλιστα, ο Τραμπ, εμφανίστηκε ιδιαίτερα ενοχλημένος δηλώνοντας «έτοιμος και οπλισμένος» απέναντι στην Τεχεράνη, υπονοώντας το ενδεχόμενο στρατιωτικών αντιποίνων. Δήλωσε, πάντως, πως αφήνει τη Σαουδική Αραβία να επιβεβαιώσει την ανάμειξη του Ιράν στην υπόθεση.

Επιφυλακτικός ως προς την ταυτότητα των δραστών της επίθεσης εμφανίστηκε ο ειδικός απεσταλμένος του ΟΗΕ στην Υεμένη, Μάρτιν Γκρίφιθς, που είπε στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών ότι «δεν είναι εντελώς σαφές ποιος ήταν πίσω από τις επιθέσεις στα διυλιστήρια της «Aramco».

Οι Ιρανοί, πάντως, αρνούνται οποιαδήποτε ανάμειξη, με τον υπουργό Εξωτερικών, Μ. Τζ. Ζαρίφ, να κατηγορεί τις ΗΠΑ για «μέγιστα ψέματα». Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις, ο Ιρανός ανώτατος σιίτης ιερωμένος, Αλί Χαμενεΐ, εκτίμησε ότι η πολιτική μέγιστης πίεσης των ΗΠΑ σε βάρος της χώρας του θα αποτύχει και ότι είναι «ομόφωνη απόφαση» της ιρανικής κυβέρνησης να μην κάνει καμία διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ «σε οποιοδήποτε επίπεδο».

Οι εξελίξεις στον Περσικό προκάλεσαν αρχικά τη μεγαλύτερη αύξηση στην τιμή του αργού πετρελαίου από τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου το 1991, καθώς σε κάποια περίπτωση έφθασε το 20%. Ο ισχυρισμός των Σαουδαράβων είναι ότι η παραγωγή έχει πέσει στο 50%, κάτι που πυροδοτεί και την αύξηση στην τιμή του αργού πετρελαίου και όλης της «αλυσίδας» προϊόντων. Σε κάθε περίπτωση η επίθεση, που προκάλεσε εκτεταμένες εκρήξεις και πυρκαγιές, σταματώντας το 50% της ημερήσιας παραγωγής της Σαουδικής Αραβίας σε αργό πετρέλαιο (περίπου 5,7 εκατ. βαρέλια πετρελαίου τη μέρα), σημειώθηκε σε μία περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον εμφανιζόταν να αναπτύσσει παρασκηνιακά έντονη διπλωματική κινητικότητα, με στόχο τη συνάντηση των Προέδρων ΗΠΑ και Ιράν στο περιθώριο της επικείμενης Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Ας μην ξεχνάμε πως ο Τραμπ μόλις είχε αποπέμψει τον σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας, Τζον Μπόλτον, γιατί υποτίθεται πως διαφωνούσε μαζί του «σε αρκετά θέματα» εξωτερικής πολιτικής και ιδιαίτερα με τους χειρισμούς ή τις προτάσεις του σε θέματα που αφορούσαν τις σχέσεις με το Ιράν και τη Βενεζουέλα.

Το σκηνικό για κλιμάκωση της πίεσης σε βάρος του Ιράν, «κτίζεται» συνεχώς. Όχι μόνο από τις πρώιμες «εκτιμήσεις» των Αμερικανών υπουργών Εξωτερικών, Πομπέο, και Άμυνας, Μαρκ Έσπερ, πως στις επιθέσεις χρησιμοποιήθηκαν «ιρανικά όπλα», αλλά και από ρεπορτάζ αμερικανικών δικτύων, όπως του «CBS News», που μετέδωσε πως εντοπίστηκαν οι ακριβείς «τοποθεσίες στο νότιο Ιράν» από όπου εκτοξεύτηκαν «πύραυλοι «Κρουζ» και τηλεκατευθυνόμενα αεροσκάφη».

Δικαιολογώντας η Ουάσιγκτον την κλιμάκωση της έντασης σε βάρος της Τεχεράνης, ισχυρίζεται,ότι αποχώρησε πέρσι από τη διεθνή Συμφωνία του 2015 για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, για να αποτρέψει «το Ιράν από το να αποκτήσει πυρηνικά όπλα». Μολονότι ακριβώς αυτόν το στόχο εξυπηρετούσε η συγκεκριμένη συνθήκη.

Δεν έλειψαν, επίσης, οι πιέσεις των ΗΠΑ και σε βάρος της Παλαιστινιακής Αρχής προκειμένου να συμμετάσχει στη «Διάσκεψη για την Ειρήνη και την Ευημερία», που δήθεν θέλουν να προωθήσουν μαζί με τους συμμάχους τους στην περιοχή, στη σύνοδο στο Μπαχρέιν που έγινε στις 25 και 26 Ιούνη. Σε αυτήν υποτίθεται ότι ανακοινώθηκε το «ειρηνευτικό σχέδιο» και «οικονομικά και επενδυτικά κίνητρα», επί της ουσίας, η εδραίωση της ισραηλινής κατοχής, σε βάρος των δίκαιων αιτημάτων του Παλαιστινιακού λαού.

Τα παραπάνω δείχνουν, πως κοινά συμφέροντα ενώνουν αυτήν την περίοδο τα μέλη μιας αντιδραστικής και φιλοπόλεμης λυκοφιλίας σε ΗΠΑ, Ισραήλ, Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Μπαχρέιν και στρώνουν το δρόμο μίας επόμενης σύγκρουσης, με συνέπειες πολύ χειρότερες από αυτές που προκάλεσαν στο Ιράκ η ιμπεριαλιστική επέμβαση των ΗΠΑ και των συμμάχων τους το 2003 και εκείνη στη Λιβύη το 2011. Αυτή όμως είναι μια πολύ πιο δύσκολη επιχείρηση για τις ΗΠΑ.

Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση Τραμπ αντικειμενικά είναι πολλές και πολυεπίπεδες, δεδομένου πως το Ιράν δεν είναι Ιράκ, επειδή μεταξύ άλλων διαθέτει τεράστιο, έμπειρο και καλά εξοπλισμένο στρατό. Επιπλέον, διαφέρουν σήμερα οι γεωπολιτικές συνθήκες και ο συσχετισμός ιμπεριαλιστικών δυνάμεων εξαιτίας και της αύξησης της στρατιωτικο-πολιτικής επιρροής Ρωσίας και Κίνας. Οι συνθήκες, δηλαδή, δεν είναι καθόλου όμοιες με εκείνες του 2003, όταν ξεκίνησαν στο Ιράκ οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους την ιμπεριαλιστική επέμβαση με στόχο την ανατροπή του τότε Προέδρου Σαντάμ Χουσεΐν, με πρόσχημα ανύπαρκτα όπλα «μαζικής καταστροφής».

Οι συσχετισμοί δυνάμεων, επίσης, διαφέρουν πολύ μετά και τον επίσης καταστροφικό πόλεμο που ξεκίνησαν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Δύσης και πλούσιων μοναρχιών του Περσικού Κόλπου στη Συρία, αλλά και μετά την έκρυθμη κατάσταση που προκάλεσε η ιμπεριαλιστική επίθεση των ΗΠΑ και των συμμάχων τους το 2011 στη Λιβύη.

Στην περίπτωση του Ιράν, επομένως, η κατάσταση είναι πιο σύνθετη παρά τις δυσμενείς επιπτώσεις που προκαλούν ξανά στο λαό του οι αλλεπάλληλες κυρώσεις των ΗΠΑ και την οικονομική τρομοκρατία με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης.

Στους παράγοντες που «ζυγίζονται» είναι και οι σχέσεις με τη Ρωσία και την Κίνα. Ήδη στο εσωτερικό των ΗΠΑ, αλλά και στην Ε.Ε, εκφράζονται διαφωνίες για τις κινήσεις αυτές της κυβέρνησης Τραμπ. Σε κάθε περίπτωση η ανάφλεξη στον Περσικό Κόλπο εγκυμονεί κινδύνους ανεξέλεγκτης πορείας για τις ΗΠΑ, ενώ δεν θεωρείται καθόλου δεδομένο ότι θα βγουν ενισχυμένες έναντι των ανταγωνιστών τους.

Να μη γίνει πάλι η χώρα μας πολεμικό ορμητήριο των Αμερικανών

Και η κυβέρνηση της ΝΔ; Η σταθερή και πειθήνια διεκπεραίωση των αμερικανικών προσταγών είναι δεδομένη, όπως και η σύμπραξή της στους επιθετικούς σχεδιασμούς των ΗΠΑ. Γι αυτό και οι «έπαινοι», τα «συγχαρητήρια» και η «στήριξη» που έχει εισπράξει από τον Τραμπ και τον «υπερδραστήριο» αμερικανό πρέσβη, Πάιατ, που οργώνει την Ελλάδα και «σχεδιάζει» το μέλλον της, λες και είναι αμερικανική επαρχία.

Η κυβέρνηση της ΝΔ υιοθετεί την ιμπεριαλιστική προπαγάνδα για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, ευθυγραμμίζεται και είναι έτοιμη να συνδράμει τις ΗΠΑ. Όπως όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις είχαν μετατρέψει τη χώρα μας σε βασικό πολεμικό ορμητήριο της υπερδύναμης και στήριξαν τις επιθετικές επιδρομές της κατά των λαών της Σερβίας, του Αφγανιστάν, του Ιράκ, της Λιβύης, το ίδιο ετοιμάζεται να πράξει και η παρούσα. Η αμερικανική βάση στη Σούδα, για την αναβάθμιση της οποίας συμφώνησε η προηγούμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, είναι πανέτοιμη. Τα πολεμικά πλοία του ΝΑΤΟ αλωνίζουν το Αιγαίο, κατόπιν «πρόσκλησης» των ελληνικών κυβερνήσεων, με πρόσχημα το προσφυγικό, επίσης ετοιμοπόλεμα. Και υπάρχουν σχεδιασμοί, για τις μελλοντικές επιθετικές ανάγκες των ΗΠΑ, για βάση ελικοπτέρων στην Αλεξανδρούπολη, στάθμευση drones στη Λάρισα, αναβάθμιση της Ανδραβίδας και του Άραξου, νέα βάση στη Σύρο, ενδεχομένως και στην Κάλυμνο κ.λ.π. Ο Πάιατ «αξιολογεί» τις δυνατότητες της χώρας και αποφασίζει… Η ελληνική γη, οι ελληνικές θάλασσες και ο ελληνικός αέρας, προσφορά στους δολοφόνους των λαών.

Οι σφοδροί ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί στον Περσικό Κόλπο, τη Μέση Ανατολή γενικότερα και την Ανατολική Μεσόγειο, η συγκέντρωση ισχυρών στρατιωτικών δυνάμεων και η απειλή ενός νέου πολέμου, σε συνδυασμό με τις ανησυχητικές εξελίξεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και τα Βαλκάνια, απαιτούν την ανάπτυξη ενός αντιπολεμικού – αντιιμπεριαλιστικού κινήματος. Στην πάγια πολιτική υποταγής της ντόπιας οικονομικής ολιγαρχίας στις ΗΠΑ και την ΕΕ, στο θράσος των εγχώριων κυβερνήσεων να παρουσιάζουν την υποτέλειά τους σαν «διεθνείς επιτυχίες» και «αναβάθμιση» της χώρας, να αντιτάξουμε την πολιτική της σθεναρής εναντίωσης στον ιμπεριαλισμό και κάθε είδους επιθετισμό, την πολιτική της διεκδίκησης της εθνικής ανεξαρτησίας, την πολιτική της φιλίας των λαών. Να μη γίνει, πάλι, η χώρα μας πολεμικό ορμητήριο των Αμερικανών!