Οι εξελίξεις στο ουκρανικό πολεμικό μέτωπο με την προώθηση των θέσεων του ρωσικού στρατού και την περικύκλωση των ουκρανικών δυνάμεων -και των νατοϊκών καθοδηγητών τους- στο Κουρσκ, δίνουν ένα αδιαμφισβήτητο προβάδισμα στις διαπραγματεύσεις στη Ρωσία του Πούτιν για την επίτευξη των στόχων της και την ενίσχυση του ρόλου της στο ιμπεριαλιστικό τραπέζι.

Ήδη από το 2007, ύστερα από μια σχετική σταθεροποίηση μετά την κρίση που επέφερε στην ανατολική Ευρώπη και την Ευρασία η διάλυση της ΕΣΣΔ, ο Πούτιν δημοσιοποίησε τις «κόκκινες γραμμές» της Ρωσίας. Αυτές οι αξιώσεις στάλθηκαν ξανά στις ΗΠΑ και τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ στα τέλη Δεκέμβρη του 2021, λίγους μήνες πριν τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία που οδήγησε όχι στην εξασφάλιση της προστασίας και της αυτονομίας των ρωσόφωνων πληθυσμών, αλλά σε μια ακόμη προσάρτηση, αυτή τη φορά του 20% της ουκρανικής επικράτειας, ενώ είχε προηγηθεί η προσάρτηση της Κριμαίας ύστερα από το δυτικόφιλο φασιστικό πραξικόπημα της πλατείας Μαϊντάν το 2014. Στη βάση αυτή τα «αντιφασιστικά» φτιασίδια της επιχείρησης Ζ κατέπεσαν γρήγορα και τη θέση τους πήραν οι αντικομμουνιστικές δηλώσεις για ιστορικές ανορθογραφίες του Λένιν και του Στάλιν που, σύμφωνα με τα μεγαλορώσικα εθνικιστικά αφηγήματα, δημιούργησαν έθνη όπως το ουκρανικό και πολλά άλλα, εντελώς αυθαίρετα.

Καθ’ όλη αυτή την περίοδο, οι χώρες του ΝΑΤΟ, με προεξάρχοντα τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, είχαν εξαπολύσει μια πολιτική διείσδυσης στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, με σκοπό την απαγκίστρωσή τους από τη ρωσική σφαίρα επιρροής, για να εκμηδενίσουν κάθε δυνατότητα ανάκαμψης ενός ανταγωνιστικού ιμπεριαλιστικού πόλου.

Η πρόσφατη εκλογή Τραμπ, ανάμεσα σε άλλα χρήσιμα συμπεράσματα, αναδεικνύει και τη μετατόπιση της στρατηγικής των ΗΠΑ, προκρίνοντας την Κίνα ως τον πιο επικίνδυνο εχθρό της αμερικανικής παντοκρατορίας.

Αξιοποιώντας αυτή τη μετατόπιση η ρωσική εξωτερική πολιτική ελίσσεται, χαράζει σχέδια με τον μέχρι πρότινος αμερικάνο εχθρό, με τον επικεφαλής της «συλλογικής δύσης». Κάθονται από κοινού στα τραπέζια της διαπραγμάτευσης στις πετρελαιομοναρχίες του Κόλπου, καταθέτουν ψηφίσματα στον ΟΗΕ και συζητούν για τον διαμοιρασμό της λείας, τις σπάνιες γαίες, τους πόρους και τις υποδομές της Ουκρανίας. Η αυτοδιάθεση των λαών και οι «πολυπολικοί κόσμοι» πάνε περίπατο όταν συνεννοούνται τα μεγάλα αφεντικά του πλανήτη.

Αντίστοιχα τώρα η Ρωσία τρέχει να καλύψει το κενό που αφήνει η πληγωμένη γαλλική αποικιοκρατία στην Αφρική. Στη ζώνη του Σαχέλ αναπτύχθηκαν τα τελευταία χρόνια χιλιάδες μισθοφόροι της ρωσικής Wagner και εκατοντάδες στελέχη του ρωσικού στρατού και κράτους. Οι μισές εισαγωγές, το 50% δηλαδή του πολεμικού εξοπλισμού που εισαγόταν στην Αφρική, ήταν μέχρι πρότινος ρωσικής προέλευσης, ενώ πρόσφατα αντικατέστησε την πρωτοκαθεδρία της Ρωσίας η ρεβιζιονιστική Κίνα, η οποία ταυτόχρονα κατέχει το 30% του χρέους των αφρικανικών κρατών.

Στο μέτωπο της Συρίας ο ρωσικός ιμπεριαλισμός αποκαθιστά σχέσεις με τον Τζολάνι και τους τζιχαντιστές, με σκοπό να διατηρήσει τις ναυτικές και αεροπορικές βάσεις που έχει στις δυτικές ακτές της από την περίοδο Άσαντ. Ταυτόχρονα αναπτύσσονται σχέδια για ανέγερση νέας στρατιωτικής ρωσικής βάσης στη διχοτομημένη Λιβύη.

Υπό αυτή τη σημαία, των ληστών, των πολεμοκάπηλων και τυχοδιωκτών θέλουν να θέσουν το αντιφασιστικό και αντιιμπεριαλιστικό κίνημα όσοι συμπεριλαμβάνουν την καπιταλιστική Ρωσία στον «άξονα της Αντίστασης». Η μοίρα όσων γίνονται ουρά της αστικής και ιμπεριαλιστικής πολιτικής -μια νέα εκδοχή της θεωρίας του μικρότερου κακού δηλαδή- έχει γίνει σαφής στη διαλυμένη Συρία, στο αιματοβαμμένο από το ρωσικό μιλιταρισμό Καζακστάν και τη Γεωργία, στην Ουκρανία που συνεχίζει να ξεπουλιέται στα παζάρια των ιμπεριαλιστών.

Είναι ακόμη πιο επιζήμιο να ταυτίζεται η Αντιφασιστική Νίκη των Λαών με την σημερινή πολιτική του ρωσικού κράτους, που αποτελεί όχι την συνέχεια της διεθνιστικής πάλης της ΕΣΣΔ, αλλά την απόλυτη άρνηση των κατακτήσεων και θυσιών του σοσιαλισμού. Και σημαντική ευθύνη φέρουν δυνάμεις, όπως το Μέτωπο Λαϊκού Αγώνα Ηλέκτρα Αποστόλου και άλλες δυνάμεις που διασπάστηκαν από το ΚΚΕ τα τελευταία χρόνια, που με την δραστηριότητά τους αναπαράγουν συγχύσεις για τον ρόλο των ανταγωνιστών του κυρίαρχου δυτικού ιμπεριαλισμού, αναπαράγουν αυταπάτες για την τακτική που απαιτείται για να μην σφαγιαστούν οι λαοί στα πεδία θανάτου που νομοτελειακά ξαναστήνουν οι αδυσώπητοι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί και οι μεταξύ τους ανακατατάξεις.

Οι δημόσιες τοποθετήσεις του Πούτιν τα τελευταία χρόνια ήταν αποκαλυπτικές σε ό,τι αφορά τις πραγματικές επιδιώξεις του ρωσικού ιμπεριαλισμού. Επαναφορά της «ιστορικής» -δηλαδή της τσαρικής- Ρωσίας μέσω της «αποκομμουνιστικοποίησης», δηλαδή της αμφισβήτησης της αυτοδιάθεσης των εθνών που επέφερε η Οκτωβριανή Επανάσταση για δεκάδες έθνη και λαούς, έλεγχος των βόρειων ακτών της Μαύρης Θάλασσας και προσαρτήσεις εδαφών. Επομένως οι σκοποί της ρωσικής ολιγαρχίας είναι κάθε άλλο παρά αμυντικοί. Είναι σκοποί κατακτητικοί, ιμπεριαλιστικοί και άδικοι.

Αυτούς τους σκοπούς επιχειρεί σκόπιμα η αστική εξουσία στη Ρωσία να τους συγκαλύψει με την αίγλη του έπους του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, με το έργο δηλαδή της ΕΣΣΔ, του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο, που συνέβαλε τα μέγιστα στο τσάκισμα του φασισμού κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Γι’ αυτό ο Πούτιν στήνει πομπώδεις εκδηλώσεις προπαγανδιστικού χαρακτήρα με αφορμή τη συμπλήρωση 80 χρόνων από την Αντιφασιστική Νίκη των Λαών με τη συνθηκολόγηση της ναζιστικής Γερμανίας στις 9 Μάη του 1945. Το μήνυμα που θέλει να στείλει η ρωσική ολιγαρχία είναι αυτό του μεγαλοκρατικού εθνικισμού, μια δήλωση επαναφοράς του ρωσικού ιμπεριαλισμού σε ρόλο παγκόσμιου παίχτη, ικανού να σχεδιάσει και να κερδίσει ακόμα και πολέμους για τα καπιταλιστικά συμφέροντα. Σε αυτή τη νοσηρή πλάνη κρατάνε το φανάρι όσοι «εξ αριστερών» εξωραΐζουν την κατακτητική εισβολή της Ρωσίας και σπέρνουν συγχύσεις σχετικά με τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα των ρωσικών μονοπωλίων και του κράτους τους και αυτό ακριβώς πετυχαίνουν πρωτοβουλίες που μετατρέπουν την επέτειο της 9ης Μάη σε καμπάνια για την «ήττα του ΝΑΤΟ» και του δυτικού ναζισμού από τις καπιταλιστικές κυβερνήσεις της Ρωσίας και της Κίνας.

Πολύ δε περισσότερο προκαλεί σύγχυση η οποιαδήποτε υπόνοια «αντιφασιστικού» χαρακτήρα του ληστρικού πολέμου της Ρωσίας, την ίδια στιγμή που οι στρατιωτικές δυνάμεις της Ρωσίας δρουν από κοινού με εθνικιστικές, ακροδεξιές και νεοναζιστικές μισθοφορικές ομάδες όπως η Rusich, ο Ρωσικός Ορθόδοξος Στρατός, η Wagner και άλλες. Με αυτές ταυτίζεται ο ηρωικός Κόκκινος Στρατός των εργατών και αγροτών. Ο στρατός που κάρφωσε την καρδιά του ναζιστικού φιδιού, τώρα παρουσιάζεται να προελαύνει πλάι-πλάι με τους νεοναζί υπό τη σημαία του ρωσικού εθνικισμού και οι λαοί καλούνται να γίνουν χειροκροτητές αυτού του ιστορικού πισωγυρίσματος.

Η ρωσική μεγαλοαστική τάξη έχει εδώ και χρόνια οικοδομήσει οικονομικούς και πολιτικούς δεσμούς με την ευρωπαϊκή ακροδεξιά και τους νοσταλγούς των ναζί, όπως η Λεπέν στη Γαλλία, ο Σαλβίνι και η Λέγκα του Βορρά στην Ιταλία, ο Όρμπαν και το αντιπολιτευτικό φασιστικό κόμμα Jobbik στην Ουγγαρία και άλλα. Είναι τρομερά επιζήμιο να προσδίδονται αντιφασιστικά χαρακτηριστικά στη διακυβέρνηση Πούτιν και το καπιταλιστικό καθεστώς της Ρωσίας, το οποίο στηρίζεται στη βίαιη φίμωση και καταστολή των αντιπολιτευτικών φωνών, με την παράλληλη ενίσχυση της εθνικιστικής και συντηρητικής ρητορικής, που επικοινωνεί διεθνώς με τα πιο αντιδραστικά πολιτικά μορφώματα.

Η στάση ανοχής ή και υποστήριξης της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία εκφράζει την επίδραση του ρεφορμισμού, την έλλειψη πίστης στις δυνάμεις του αυτοτελούς λαϊκού αγώνα, και οδηγεί μια σειρά δυνάμεις που αναφέρονται στην αριστερά στην επιλογή «του μικρότερου κακού», που εν προκειμένω εντοπίζουν στον Πούτιν και τον ρωσικό ιμπεριαλισμό και στον κινεζικό ιμπεριαλισμό που καθοδηγεί το ρεβιζιονιστικό ΚΚ Κίνας. Γι’ αυτό προβάλλει ως επιτακτική ανάγκη η διάδοση και κυριαρχία του συνθήματος «οι λαοί δεν έχουν ανάγκη από προστάτες». Γι’ αυτό είναι καίριας σημασίας να εξετάζεται η ιστορία αλλά και οι τρέχουσες πολιτικοοικονομικές εξελίξεις χωρίς συναισθηματισμούς, αλλά λαμβάνοντας υπόψη τις υλικές συνθήκες εκδήλωσης των αντιθέσεων σε κάθε πεδίο της πραγματικότητας. Η αντίθεση ανάμεσα στις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και συνολικά το δυτικό ιμπεριαλιστικό κόσμο με τη Ρωσία και την Κίνα δεν εκφράζει την αντίθεση φασισμός-δημοκρατία, ούτε την αντίθεση ιμπεριαλισμός-λαοί, ούτε και την αντίθεση καπιταλισμός-σοσιαλισμός, αλλά είναι μια πάλη για την πρωτοκαθεδρία ανάμεσα σε μια παρακμάζουσα υπερδύναμη και τους νέους ανταγωνιστές της, είναι δηλαδή στην ουσία της μια ενδοϊμπεριαλιστική αντίθεση, με τις ιδιομορφίες που εμφανίζει κάθε φαινόμενο στη ζωντανή προσέγγιση των ιστορικών εξελίξεων.

Η ρωσο-ουκρανική κρίση φέρνει στην επιφάνεια τη δοκιμασμένη αλήθεια των λαών όλου του κόσμου, πως η ειρήνη, η δημοκρατία και η εθνική ανεξαρτησία δεν μπορούν παρά να είναι έργο των ακηδεμόνευτων κοινωνικών αγώνων.

Είναι ανάγκη η αριστερά και το κομμουνιστικό κίνημα να σηκώσουν ψηλά τη σημαία της ανεξάρτητης πάλης των λαών για ειρήνη και ανεξαρτησία, για να ξαναβγεί η εργατική τάξη στο προσκήνιο της ιστορικής εξέλιξης με άξονα τα δικά της συμφέροντα και τη δική της πολιτική. Μόνο έτσι θα τιμήσουμε ουσιαστικά την 9η Μάη, και όχι μετατρέποντας τις κόκκινες σημαίες σε ουρά της αστικής και ιμπεριαλιστικής πολιτικής.