Μαίνεται η πολεμική σύγκρουση Ρωσίας και Ουκρανίας, με τις δυνάμεις της Μόσχας να προωθούν αργά αλλά σταθερά τις θέσεις τους στο πολεμικό μέτωπο και να καταλαμβάνουν χωριά και οικισμούς. Προς το παρόν, καθώς η Ρωσία προελαύνει, δεν έχει κανένα λόγο να πάει σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις, επιδιώκει απλά να τις κρατήσει ζωντανές για να κερδίσει όσο χρόνο χρειάζεται. Αντίθετα έχει κάθε λόγο να συνεχίσει τον πόλεμο για να μεγιστοποιήσει το διαπραγματευτικό της πλεονέκτημα, επιδιώκοντας να αποσπάσει όσα περισσότερα εδάφη μπορεί και τότε να πάει σε σοβαρές διαπραγματεύσεις για να τα κατοχυρώσει και να τερματίσει τον πόλεμο. Έτσι, ταυτόχρονα με τις μάχες στα πολεμικά μέτωπα, σημειώνονται εξελίξεις και στο διπλωματικό και πολιτικό επίπεδο που κρατούν ζωντανή την προοπτική των συνομιλιών στο προσκήνιο και το παρασκήνιο με τα σκληρά παζάρια να συνεχίζονται ανάμεσα στους πρωταγωνιστές, τον αμερικάνικο και ρωσικό ιμπεριαλισμό.
Στην τελευταία συνομιλία, την προηγούμενη Δευτέρα 16 Ιούνη, ανάμεσα στις συχνές- πυκνές συνομιλίες που γίνονται πλέον από τους ηγέτες ΗΠΑ- Ρωσίας, ο Πούτιν δήλωσε στον Τραμπ ότι είναι έτοιμος να προχωρήσει σε νέες συνομιλίες με την Ουκρανία μετά τις 22 Ιούνη, μόλις δηλαδή οι δύο πλευρές ολοκληρώσουν την ανταλλαγή κρατουμένων και των σορών των στρατιωτών. Ο Ζελένσκι δεν ανέφερε εάν το Κίεβο θα συμφωνήσει σε επόμενο γύρο συνομιλιών, λέγοντας μόνο πως όταν οι ανταλλαγές ολοκληρωθούν «τα μέρη θα συζητήσουν το επόμενο βήμα».
Μια άλλη αξιοσημείωτη εξέλιξη, που δείχνει και την επιδίωξη εξομάλυνσης και αναθέρμανσης των αμερικανορωσικών σχέσεων από το σημείο «μηδέν» που βρέθηκαν με τη διοίκηση Μπάιντεν ύστερα από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, είναι η απόφαση για συνέχιση των διαπραγματεύσεων μεταξύ αντιπροσωπειών των ΗΠΑ και της Ρωσίας στη Μόσχα τις επόμενες μέρες, όπως επιβεβαιώθηκε από το Ρώσο πρέσβη στις ΗΠΑ, Αλέξαντερ Ντάρτσιεφ, στις 10 Ιουνίου.
Οι συνομιλίες, όπως ανακοινώθηκε, αναμένεται να καλύψουν έναν ευρύ κύκλο θεμάτων σπουδαίας σημασίας, όπως: Επαναλειτουργία και στελέχωση των πρεσβειών και προξενικών αρχών στις δύο χώρες, μετά από διαδοχικές συναντήσεις σε Ριάντ και Κωνσταντινούπολη. Σταθερή λειτουργία των τραπεζικών και χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών για διπλωματικές αποστολές. Επιστροφή και κατάσταση της «παγωμένης» ρωσικής διπλωματικής περιουσίας στις ΗΠΑ. Διαπραγματεύσεις για ανακωχή στην Ουκρανία – ειδικά θέματα, όπως η κατάσταση στη Μαύρη Θάλασσα, η ανταλλαγή αιχμαλώτων και η κατάπαυση του πυρός. Στρατηγική σταθερότητα, έλεγχος εξοπλισμών, και πιθανή διμερής συνεργασία σε γεωπολιτικά και οικονομικά ζητήματα.
Είναι βέβαιο πως θα συζητηθεί και η κατάσταση στη Μέση Ανατολή, ύστερα από τον πόλεμο που εξαπέλυσε το Ισραήλ ενάντια στο Ιράν, στο βαθμό μάλιστα που ο Τραμπ κάλεσε τον Πούτιν να αναλάβει «διπλωματική πρωτοβουλία», να πιέσει δηλαδή το Ιράν να συρθεί σε διαπραγματεύσεις και να συνθηκολογήσει κάτω από τους δολοφονικούς βομβαρδισμούς του Ισραήλ και την πολιτική της κανονιοφόρου των ΗΠΑ.
Τελικά ανακοινώθηκε μετά τις εξελίξεις και στη Μέση Ανατολή ότι η συνάντηση των αντιπροσωπειών στη Μόσχα θα καθυστερήσει για κάποιες εβδομάδες.
Η πιο σημαντική εξέλιξη των τελευταίων ημερών, αποκαλυπτική των προθέσεων της ηγεσίας του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού σε ό,τι αφορά τον στρατιωτικό εξοπλισμό που δίνει η Ουάσιγκτον στο Κίεβο για να συνεχίσει τον πόλεμο, είναι η απόφαση του υπουργού Άμυνας των ΗΠΑ για μείωση της στρατιωτικής βοήθειας στην Ουκρανία.
Συγκεκριμένα στις 10 Ιουνίου 2025, στο Κογκρέσο, ο Χέηγκθ ανακοίνωσε ότι ο στρατιωτικός προϋπολογισμός του 2026 θα περιλαμβάνει μείωση στη στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία, όπου -φορώντας το ειρηνόφιλο προσωπείο του- ανέφερε πως «αυτή η διοίκηση έχει πολύ διαφορετική προσέγγιση» και ότι «μια ειρηνική διαπραγμάτευση εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα όλων». Τόνισε πως «οι σύμμαχοι του ΝΑΤΟ, και ιδιαίτερα οι ευρωπαϊκές χώρες, πρέπει να αναλάβουν τον κύριο ρόλο στην άμυνα της Ευρώπης και στην υποστήριξη της Ουκρανίας», ξεκαθαρίζοντας για άλλη μια φορά πως οι ΗΠΑ αναπροσανατολίζουν το στρατηγικό τους ενδιαφέρον σε άλλες περιοχές…
Να σημειώσουμε ότι για πρώτη φορά ο Χέηγκθ, ως υπουργός Άμυνας, δεν πήρε μέρος στη σύνοδο της Ομάδας Επαφής για την Ουκρανία, στις 4 Ιούνη στις Βρυξέλες -την οποία είχαν δημιουργήσει οι ΗΠΑ με τις χώρες του ΝΑΤΟ-, αφήνοντας τη θέση του στον αμερικανό πρέσβη.
Μάλιστα προχωρώντας ο Χέηγκθ πέρα από όσα δήλωσε στο Κογκρέσο για μείωση της στρατιωτικής βοήθειας στην Ουκρανία το 2026, διέταξε άμεσα την εκτροπή 20.000 αντι-drone πυραύλων, που προορίζονταν για την Ουκρανία και ήταν ζωτικής σημασίας για την άμυνά της μπροστά στη σαρωτική επίθεση της Μόσχας, να κατευθυνθούν προς αμερικανικές δυνάμεις στη Μέση Ανατολή. Αυτό προκάλεσε την οργή του Κιέβου, με τον Ζελένσκι να δηλώνει πως τα λόγια του Χέηγκθ στο Κογκρέσο και η απόφασή του να εκτρέψει αλλού τα drone «πλήγωσαν περισσότερο από σφαίρες». Οι Ευρωπαίοι ιμπεριαλιστές ήταν από την πλευρά τους έτοιμοι να αντιδράσουν στα λεγόμενα του υπουργού Άμυνας των ΗΠΑ για να αναλάβουν τον κύριο ρόλο στην άμυνα της Ευρώπης και της Ουκρανίας. Είχαν ήδη προχωρήσει από την Άνοιξη σε ένα τεράστιο πρόγραμμα στρατιωτικών εξοπλισμών 800 δισ. ευρώ, το ονομαζόμενο «Readiness 2030», πετσοκόβοντας τις κοινωνικές δαπάνες, υιοθετώντας το δόγμα «κανόνια αντί βούτυρο».
Μια συμβολική κίνηση από την πλευρά της νέας ηγεσίας των ΗΠΑ που έχει τη σημασία της για την επιδίωξη αποκατάστασης των σχέσεών της με τη Ρωσία είναι το ευχετήριο μήνυμα του υπουργού Εξωτερικών Ρούμπιο ανήμερα της εθνικής εορτής της Ρωσίας στις 12 Ιουνίου, ημέρα που η χώρα γιορτάζει την υιοθέτηση το 1990 της διακήρυξης για την κρατική κυριαρχία της. Το μήνυμα του Ρούμπιο προβλήθηκε πλατιά από τα ρωσικά κρατικά μέσα ενημέρωσης, καθώς ήταν η πρώτη φορά που οι ΗΠΑ εκδίδουν δήλωση για την Ημέρα της Ρωσίας από το 2021, ένα χρόνο πριν από την εισβολή της Μόσχας στην Ουκρανία.
Τέλος, ιδιαίτερη σημασία είχε η παρέμβαση Τραμπ στην τελευταία επεισοδιακή σύνοδο των G7 στον Καναδά στις 17 Ιούνη. Πριν αποχωρήσει εσπευσμένα ο Τραμπ ήρθε σε αντιπαράθεση με τους υπόλοιπους όχι μόνο για τους δασμούς και τη Μέση Ανατολή, αλλά και για το γεγονός ότι, όπως είπε, κακώς εκδιώχθηκε η Ρωσία από τους G7, δηλώνοντας: «Νομίζω ότι δεν θα είχαμε πόλεμο αυτή τη στιγμή αν είχατε τη Ρωσία μέσα, και δεν θα είχαμε πόλεμο αυτή τη στιγμή αν ο Τραμπ ήταν πρόεδρος πριν από τέσσερα χρόνια». Ενώ ξεκαθάρισε πως είναι αντίθετος σε ένα νέο γύρο κυρώσεων εναντίον της Ρωσίας για την εισβολή στην Ουκρανία, λέγοντας πως αυτό θα στοίχιζε ένα «σκασμό» λεφτά. Δήλωσε μάλιστα ότι δεν πρόκειται να υπογράψει κανένα κοινό ανακοινωθέν της Συνόδου και αποχώρησε.












