Ζούμε σε μια εποχή που οι έννοιες και πιο πολύ οι πραγματικότητες έχουν μεταβληθεί και από μια σχετικά περιορισμένη και σύντομη περίοδο ειρηνικής διευθέτησης διαφορών, όλες οι αντιθέσεις έχουν παροξυνθεί και η μόνη λύση που φαντάζει και πραγματώνεται είναι οι ένοπλες συγκρούσεις. Καμία σχέση βέβαια με τον ταξικό ανταγωνισμό που αυτός εξελίσσεται αμείωτα παρά τη συσκότιση που καλύπτεται από την γενικότερη αναταραχή των πολεμικών αναμετρήσεων.
Οι ηγέτες της ΕΕ σχετικά με τις οικονομικές πολιτικές έχουν προετοιμάσει τους λαούς αναφέροντας πως έχουμε μπει πλέον σε συνθήκες «πολεμικής οικονομίας». Χαρακτηριστικά οι πλέον ακραιφνείς και ωμοί αναφέρουν ανοιχτά πως είμαστε στη φάση που θα περάσουμε από το κράτος πρόνοιας (welfare state) στο κράτος πολέμου (warfare state). Παραδειγματικά ο Γ. Γκανές, (Financial Times) γράφει κυνικά:
«Η Ευρώπη πρέπει να περικόψει το κράτος πρόνοιας για να οικοδομήσει ένα κράτος πολέμου. Δεν υπάρχει τρόπος να υπερασπιστεί η ήπειρος χωρίς περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες. Όποιος έχει περάσει τη ζωή του στην Ευρώπη μπορεί να δικαιολογηθεί που θεωρεί ένα γιγάντιο κράτος πρόνοιας ως τον φυσικό τρόπο των πραγμάτων. Στην πραγματικότητα ήταν το προϊόν παράξενων ιστορικών συνθηκών που επικράτησαν στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα και δεν το κάνουν πλέον. Οι κυβερνήσεις θα πρέπει να είναι πιο τσιγκούνες με το παλιό (κράτος πρόνοιας). Ή, αν αυτό είναι αδιανόητο λόγω του βάρους των ψηφοφόρων τους, η λεπίδα θα πρέπει να πέσει σε πιο παραγωγικούς τομείς δαπανών».
Τις δύο τελευταίες βδομάδες δύο γεγονότα επιβεβαίωσαν αυτή την ρότα.
Αρχικά, την προηγούμενη βδομάδα η ελληνική κυβέρνηση κατέθεσε μέσω του υπουργού Πιερρακάκη προς τις αρχές της ΕΕ, και συγκεκριμένα προς το ευρωπαϊκό συμβούλιο και την ευρωπαϊκή επιτροπή αίτημα για την ενεργοποίηση της εθνικής ρήτρας διαφυγής.
Τι είναι όμως η «ρήτρα διαφυγής»;
Αφορά την δυνατότητα να εξαιρεθεί η αύξηση των πολεμικών δαπανών από τους δημοσιονομικούς στόχους και να υπηρετηθεί η στροφή στην πολεμική οικονομία και η οποία θα ισχύσει για τέσσερα χρόνια (2025-2028), ώστε να καταστεί εφικτή η «δημοσιονομική ευελιξία» σε ό,τι αφορά την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, χωρίς να ενοχλούνται και να είναι εκτός των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Σύμφωνα με όσα αναφέρει η ανακοίνωση του υπουργείου, οι στρατιωτικές δαπάνες της χώρας μας πρόκειται να αυξηθούν από 2,2% του ΑΕΠ το 2024, σε 2,3% το 2025 και 2,5% το 2026.
Είναι κατανοητό απόλυτα πως ο λογαριασμός για την αύξηση αυτή θα χρεωθεί στον λαό, εφόσον σύμφωνα με τις προβλέψεις της ρήτρας διαφυγής οι δημοσιονομικοί κανόνες θα συνεχίσουν να λειτουργούν κανονικά για τις υπόλοιπες δαπάνες, που όπως αναμένεται θα τεθούν κάτω από τη σπάθη των περικοπών με «τσεκούρι» και «κόφτες» σε όποιες δαπάνες θεωρηθούν υπερβάλλουσες πλην όμως αναγκαίες για τις λαϊκές ανάγκες.
Το άλλο γεγονός συνέβη την επόμενη βδομάδα, όπου μεταξύ 6-8 Μαΐου διοργανώθηκε στην Αθήνα η έκθεση DEFEA που στη διάρκειά της, αξιωματούχοι του ΝΑΤΟ, πολεμικές βιομηχανίες και εκπρόσωποι κυβερνήσεων έκλεισαν ή θα κλείσουν συμφωνίες δισεκατομμυρίων για εξοπλισμούς.
Η «Διεθνής Έκθεση για την Άμυνα και την Ασφάλεια», όπως παραπλανητικά ονομάστηκε, διοργανώθηκε από τη χώρα μας, και για πρώτη φορά η κυβέρνηση της Ν.Δ. κομπάζει για τον αριθμό των συμμετοχών και ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο μεγάλος αριθμός των πολεμικών βιομηχανιών του κράτους-δολοφόνου και τρομοκράτη, του Ισραήλ. Καμία σχέση με τις ανησυχίες των ανθρώπων για μια γενικευμένη πολεμική αναμέτρηση και εμπλοκή της χώρας μας.
Στο μεταξύ, όπως ανακοινώθηκε από την ετήσια «΄Εκθεση Προόδου» για το 2025, πρόκειται για το Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό – Διαρθρωτικό Σχέδιο που φτάνει έως το 2028 και τέθηκε σε ισχύ την 30ή Απριλίου 2024, όπου η ελληνική κυβέρνηση περηφανεύεται για τα κατορθώματά της περί μεγάλης αύξησης του ΑΕΠ και μείωσης του χρέους με τον αστερίσκο «εάν και εφόσον δεν υπάρξουν διεθνείς αναταράξεις»…
Και αυτά ενώ ξεδιπλώνεται ο «εμπορικός πόλεμος», αυξάνονται τα πολεμικά μέτωπα στη γειτονιά μας και οι πολεμικές δαπάνες έχουν φτάσει στα 8,5 δισ. ετήσια και το ποσοστό του ΑΕΠ για εξοπλιστικές δαπάνες μπορεί να ακουμπήσουν ακόμα και στο… 5%.
Κλιμάκωση των «ματωμένων» πρωτογενών πλεονασμάτων τα επόμενα χρόνια, καθήλωση μισθών, ένταση της φοροαφαίμαξης, αυτά προβλέπει η έκθεση.
Και τα στοιχεία συνηγορούν στο ότι για το α’ τρίμηνο του 2025, το πρωτογενές, ματωμένο κυρίως από τη φορομπηξία, πλεόνασμα διαμορφώθηκε σε 4.498 εκατ. ευρώ, έναντι στόχου για 616 εκατ. ευρώ και έναντι πλεονάσματος 2,987 εκατ. ευρώ για την ίδια περίοδο το 2024.
Όταν για τους εργαζόμενους κόβονται μια σειρά επιδόματα και οι αυξήσεις εξανεμίζονται από την ακρίβεια και την κλίμακα της φορολογίας που μένει αμετάβλητη, ενώ οι συνταξιούχοι …προβληματίζονται πού θα επενδύσουν τα 70 λεπτά την ημέρα που τους χορήγησε η κυβέρνηση μέσω της αύξησης.












