Την 8η του Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκαν πρόωρες εκλογές στην Ιαπωνία για τη Βουλή των Αντιπροσώπων της χώρας. Ο συνασπισμός του οποίου ηγείται η πρωθυπουργός, Σανάε Τακαΐτσι επικράτησε ολοκληρωτικά, εξασφαλίζοντας τις 352 από τις 465 έδρες. Το κόμμα της θα έχει 316 έδρες στη νέα Βουλή.
Η Τακαΐτσι εκπροσωπεί τον πιο αχαλίνωτο νεοφιλελευθερισμό για τα ιαπωνικά πολιτικά δεδομένα και ταυτόχρονα χαρακτηρίζεται από μια σκληρή αντικινέζικη και εθνικιστική ρητορική, καθώς και μια στρατοκρατική στάση. Τα συγχαρητήρια από τον Ντόναλντ Τραμπ και άλλους κορυφαίους παράγοντες της κυβέρνησής του ήταν άμεσα.
Τον Νοέμβριο που πέρασε είχε προβεί σε δηλώσεις σχετικά με την Ταϊβάν που όξυναν εντονότατα τις σχέσεις της Ιαπωνίας με την Κίνα. Είχε χαρακτηρίσει μια ενδεχόμενη επίθεση της Κίνας στην Ταϊβάν ως «υπαρξιακή απειλή» για την Ιαπωνία, προεξοφλώντας το «δικαίωμα» της χώρας της να αναλάβει στρατιωτική δράση στο πλαίσιο… αυτοάμυνας, όπως ορίζει σχετική νομοθεσία που ψηφίστηκε από την κυβέρνηση του εκλιπόντος Σίνζο Άμπε το 2015. Όπως ήταν αναμενόμενο, το Πεκίνο αντέδρασε απαιτώντας την αναίρεση των λεγομένων της, κάτι το οποίο η ίδια αρνήθηκε.
Θεωρείται ότι αυτή η αντιπαλότητα ενεργοποίησε αντανακλαστικά στους Ιάπωνες ψηφοφόρους που οδήγησαν στον εκλογικό θρίαμβο της Τακαΐτσι.
Ένας από τους λόγους που προσέφυγε σε πρόωρες εκλογές ήταν ακριβώς για να εξασφαλίσει εκλογική στήριξη προκειμένου να προχωρήσει απρόσκοπτα σε μια νέα εθνικιστική και αντικινέζικη πολιτική, η οποία μοιραία ξυπνά μνήμες της φασιστικής αυτοκρατορικής Ιαπωνίας του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, της κατοχής της Κίνας και άλλων χωρών και των αμέτρητων φρικιαστικών κατοχικών εγκλημάτων.
Βασικό στοιχείο αυτής της πολιτικής είναι ο εκ νέου εξοπλισμός της Ιαπωνίας με ένα γιγάντιο για τα δεδομένα της χώρας στρατιωτικό προϋπολογισμό, ύψους 58 δισεκατομμυρίων δολαρίων, που εγκρίθηκε στα τέλη του Δεκεμβρίου που πέρασε, οπότε και κρίθηκαν απαραίτητες οι πρόωρες εκλογές. Αποτελεί δε μέρος ενός πεντάχρονου πλάνου εξοπλισμών που αναμένεται να φτάσει τα 784 δισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που θα κάνει την Ιαπωνία την τρίτη πιο πολυέξοδη χώρα σε εξοπλισμούς παγκοσμίως, πίσω από τις ΗΠΑ και την Κίνα. Ο φετινός προϋπολογισμός είναι για να εγκριθεί τον Μάρτιο, ώστε το όλο πλάνο να τεθεί σε κίνηση από τον Απρίλιο.
Σύμφωνα με το υπουργείο οικονομικών, ο στόχος είναι η Ιαπωνία να διοχετεύει για εξοπλισμούς το 2% του ΑΕΠ της, σε συμμόρφωση με τις πιέσεις που ασκεί η κυβέρνηση του Τραμπ. Άλλωστε, στην ισχύουσα εθνική στρατηγική που υιοθετήθηκε το 2022, ως κύρια απειλή για την Ιαπωνία χαρακτηρίζεται η Κίνα, παρακολουθώντας τις ΗΠΑ σε αυτό το κρίσιμο ζήτημα.
Αναφέρεται επίσης ότι η νέα κυβέρνηση σκοπεύει να ενισχύσει τη νέα πολεμοκάπηλη πολιτική της και με συνταγματικές αλλαγές, καθώς στο Σύνταγμα της χώρας αναφέρεται ο περιορισμένος ρόλος των ενόπλων δυνάμεων, η ρητή απαγόρευση για στρατιωτική δράση πέραν της άμυνας της χώρας και η κατασκευή ή κατοχή πυρηνικών όπλων.
Φαίνεται πως η Ιαπωνία με πρωθυπουργό τη Σανάε Τακαΐτσι, δέχεται τη θέση του αμετανόητου συμμάχου του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, παρόλο που είναι από αυτόν που έχει υποφέρει περισσότερο μεταπολεμικά, για να μη μιλήσουμε για τη ρίψη των ατομικών βομβών στο τέλος του πολέμου. Και όμως η σημερινή ηγεσία της Ιαπωνίας φαίνεται πρόθυμη να ακολουθήσει πορεία παρόμοια με του παρελθόντος η οποία της στοίχισε ακριβά. Θεωρούν άραγε η κυβέρνηση και οι πλουτοκράτες της Ιαπωνίας ότι τα χρόνια πέρασαν και τώρα μπορούν πάλι να αρχίσουν να βαράνε τα τύμπανα του πολέμου; Η αλήθεια πάντως είναι ότι η ραγδαία οικονομική και τεχνολογική άνοδος της Κίνας ασκεί τρομακτική πίεση σε παραδοσιακές βιομηχανίες της Ιαπωνίας, οι οποίες είχαν διεθνές κύρος, τώρα όμως έχουν ήδη υποσκελισθεί από τις αντίστοιχες κινέζικες.
Σε κάθε περίπτωση φαίνεται πως η χώρα θα συνδεθεί πιο στενά με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό σε θέση πιστού συμμάχου με κοινό σκοπό την αποτροπή της κινέζικης κυριαρχίας, αν κάτι τέτοιο είναι εφικτό. Πάντως και η Ιαπωνία ήταν αποδέκτης των δασμών του Τραμπ το προηγούμενο διάστημα, με τις διαπραγματεύσεις τελικά να καταλήγουν σε συμφωνία ιαπωνικών επενδύσεων εντός των ΗΠΑ ύψους 550 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Τα γεγονότα είναι απότοκα της ιδιαίτερης κατάστασης της Ιαπωνίας μεταπολεμικά και της πολύ ειδικής σχέσης με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Αν και πολύ δυνατή χώρα και οικονομία, με διεθνή ιμπεριαλιστικά μονοπώλια πλανητικής εμβέλειας, υπάρχει μια ισχυρή πολιτική και στρατιωτική εξάρτηση από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, που προέρχεται από τον τρόπο που έληξε ο Β΄ Π.Π. Αντί να ψάξει νέο δρόμο και συμμαχίες σε έναν κόσμο που αλλάζει ταχύτατα, φαίνεται ότι στην Ιαπωνία επικρατούν δυνάμεις που προτιμούν να επιμείνουν στη συντήρηση μιας διεθνούς τάξης, η οποία ήδη εν πολλοίς ανήκει στο παρελθόν, κοιτώντας επίσης στο στρατοκρατικό της παρελθόν…












