Ο Ντόναλντ Τραμπ ολοκλήρωσε την πρώτη προεδρική του περιοδεία στη Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και τα Εμιράτα και είναι δεδομένο πως επέστρεψε στις ΗΠΑ με ένα βαρύ από οικονομικές συμφωνίες φορτίο, επενδύοντας στο εμπόριο, τη διπλωματία, αλλά και στις διαπροσωπικές επαφές του ίδιου και των μεγιστάνων των αμερικανικών μονοπωλίων που τον συνόδευαν. Μέσα σε περίπου τρεις μέρες, έπεσαν υπογραφές σε δεκάδες συμβόλαια και στις τρεις χώρες ή δόθηκαν υποσχέσεις για μπίζνες συνολικής αξίας άνω των 3,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων.

Στη Σαουδική Αραβία ανακοινώθηκαν συμφωνίες άνω των 600 δισ., δόθηκαν υποσχέσεις για επενδύσεις 1 τρισ. δολαρίων στις ΗΠΑ τα επόμενα χρόνια, ενώ από τις συμφωνίες που έγιναν γνωστές, ξεχώρισε το εξοπλιστικό πακέτο στρατιωτικών εξοπλισμών αξίας 142 δισ. δολαρίων, που θεωρείται το ακριβότερο στην ιστορία της Σαουδικής Αραβίας.
Στο Κατάρ, ανακοινώθηκαν συμφωνίες συνολικής αξίας άνω των 1,2 τρισ. δολαρίων, με την παραγγελία της «Qatar Airways» στην «Boeing», για την πώληση 210 αεροσκαφών, να δίνει μία γερή ταμειακή ανάσα στο αμερικανικό μονοπώλιο, στο φόντο προβλημάτων που προέκυψαν μετά από πολύνεκρα αεροπορικά δυστυχήματα με αεροσκάφη της εταιρείας.
Στα ΗΑΕ ανακοινώθηκαν συμφωνίες ή υποσχέσεις για συμφωνίες ύψους 1,4 τρισ. δολαρίων με έμφαση στην Τεχνητή Νοημοσύνη και στη διάθεση προηγμένων τσιπ, καθώς και εμιρατινές επενδύσεις για ανέγερση νέων μεγάλων Data Center στις ΗΠΑ. Και εκεί η «Boeing» έκλεισε συμφωνίες αρκετών εκατομμυρίων δολαρίων για την πώληση αεροσκαφών.

Ο Τραμπ παρήγαγε και διπλωματία μέσα από τη συγκεκριμένη περιοδεία και μάλιστα σε σημαντικά ζητήματα όπως είναι οι σχέσεις και οι διαπραγματεύσεις με το Ιράν, η αναγνώριση της κυβέρνησης των τζιχαντιστών και εκλεκτών της Τουρκίας στη Συρία βάζοντας στο κάδρο των επαφών και τον Ερντογάν, ενώ είχαν προηγηθεί η μονομερής συμφωνία ανακωχής με τους Χούθι και η συμφωνία με τη Χαμάς για απελευθέρωση ενός Αμερικανοεβραίου ομήρου. Όλα αυτά βέβαια, παραγκωνίζοντας σε αυτή τη φάση το Ισραήλ και ιδιαίτερα τον Νετανιάχου, που επιδιώκει όξυνση στα παραπάνω μέτωπα.

Χαρακτηριστική ήταν η προσπάθεια του Τραμπ, μιλώντας στη Σύνοδο Κορυφής και σε επενδυτικό φόρουμ, να εμφανίσει τις ΗΠΑ ως «παράγοντα ειρήνης», κάνοντας κριτική σε προηγούμενες αμερικανικές κυβερνήσεις, που είχαν τον ίδιο στόχο, την προώθηση των συμφερόντων των αμερικανικών μονοπωλίων, λέγοντας ότι «ο μεγάλος μετασχηματισμός δεν έρχεται από τους Δυτικούς που κάνουν επεμβάσεις και σας δίνουν διαλέξεις για το πώς θα ζήσετε ή θα κυβερνήσετε».

Προσπάθησε να πουλήσει το παραμύθι μίας «νέας Μέσης Ανατολής», που θα καθορίζεται «από το εμπόριο και όχι από το χάος, από τις εξαγωγές τεχνολογίας αντί τρομοκρατίας» και στην οποία θα εξασφαλιστεί τάχα «η ειρηνική συμβίωση και η οικοδόμηση πόλεων από ανθρώπους διαφορετικών εθνών, θρησκειών και δογμάτων χωρίς να βομβαρδίζουν ο ένας τον άλλο».

Πρόσθεσε ότι ήταν όνειρό του η Σαουδική Αραβία να ομαλοποιήσει τις σχέσεις της με το Ισραήλ, κάτι που θα ισοδυναμούσε με μια διπλωματική κίνηση που θα μπορούσε να μεταμορφώσει τη Μέση Ανατολή. Τόνισε, ότι το Ριάντ θα μπορούσε να λάβει αυτή την απόφαση «στον δικό του χρόνο», αναγνωρίζοντας ότι μια επίσημη διπλωματική προσέγγιση είναι απίθανη όσο συνεχίζεται ο πόλεμος στη Γάζα.
Βέβαια, αυτά τα «φιλειρηνικά» φληναφήματα δεν έχουν καμία σχέση με τις διαχρονικές επιδιώξεις και πρακτικές του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, αλλά εκφράζουν μια διαφορετική τακτική σε αυτή τη φάση. Άλλωστε η ολόπλευρη στήριξη του κράτους – δολοφόνου στην περιοχή, του Ισραήλ, τα περί «Ριβιέρας» στην ισοπεδωμένη Γάζα, και οι απειλές πρός το Ιράν και την Υεμένη, το αποδεικνύουν.

Με τα αμερικανικά μονοπώλια «χορτάτα» και μία βδομάδα μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας εκεχειρίας με τους Χούθι της Υεμένης, με τη μεσολάβηση του Ομάν, ο Τραμπ επιχείρησε επίσης να κορυφώσει τη διαπραγμάτευση και με το Ιράν. Με τη γνωστή μέθοδο του «καρότου και του μαστιγίου», από τη μία υποστήριζε πως προβαίνει σε «γενναιόδωρες» προτάσεις κρατώντας «κλαδί ελιάς», από την άλλη φοβέριζε, υπαινικτικά, την Τεχεράνη με επίθεση, προβλέποντας πως εάν δεν κλείσει γρήγορα μία συμφωνία, τότε «κάτι κακό μπορεί να συμβεί». «Έχουν μια πρόταση. Το πιο σημαντικό είναι ότι γνωρίζουν ότι πρέπει να κινηθούν γρήγορα, αλλιώς κάτι κακό θα συμβεί», δήλωσε. Αυτό, ενώ έλεγε πως το Ιράν έχει συμφωνήσει «κατά κάποιο τρόπο» στους όρους μιας συμφωνίας και τόνιζε ότι οι δύο χώρες είναι «σε πολύ σοβαρές διαπραγματεύσεις για την επίτευξη μιας μακροπρόθεσμης ειρήνης».

Αξιοσημείωτη είναι και η δήλωση του Αμερικανού απεσταλμένου Γουίτκοφ, πως εάν ο Τραμπ καταφέρει να «φέρει το Ιράν και τις αραβικές χώρες μαζί, τότε η Μέση Ανατολή θα μπορούσε να ξεπεράσει την Ευρωπαϊκή Ένωση οικονομικά», προσθέτοντας, «Ο Κόλπος είναι πολύ υποτιμημένος. Η Ευρώπη δυσλειτουργική. Ένας ενωμένος Κόλπος θα μπορούσε να ξεπεράσει την Ευρώπη».

Βεβαίως, στη γωνία περιμένει το Ισραήλ, που είναι σίγουρο πως υπό τον παρόντα συσχετισμό δυνάμεων δεν θα ήταν ευχαριστημένο από μία πιθανή αποκλιμάκωση της αμερικανικής πίεσης σε βάρος της Τεχεράνης και πολύ περισσότερο από μία «μακροπρόθεσμη» αμερικανο-ιρανική συμφωνία, που θα διατηρούσε το ιρανικό πυρηνικό και βαλλιστικό πρόγραμμα και θα οδηγούσε στην άρση των ασφυκτικών αμερικανικών και ευρωπαϊκών κυρώσεων, προσφέροντας γερές ανάσες στην Τεχεράνη.

Σημαντική εξέλιξη, που αναδιατάσσει ισορροπίες και ρόλους στη Μέση Ανατολή, είναι η αναγνώριση της νέας κυβέρνησης στη Συρία και υπό την άμεση επιρροή και σε ρόλο τοποτηρητή της Τουρκίας. Ο τζιχαντιστής «Πρόεδρος» Αχμέντ αλ Σαράα κατάφερε να «ξεπλυθεί» από τον Αμερικανό Πρόεδρο, όταν τον συνάντησε στο Ριάντ και να πάρει διαβεβαιώσεις για άρση των αμερικανικών κυρώσεων. Αυτά, ενώ δεν έχει στεγνώσει καλά – καλά το αίμα χιλιάδων αμάχων που σφαγιάστηκαν τον Μάρτιο και τον Απρίλιο από τους τζιχαντιστές των δικών του «δυνάμεων ασφαλείας».

Επιπλέον, η άρση των αμερικανικών κυρώσεων έναντι της Δαμασκού ανάγκασε την ΕΕ σ’ ένα άμεσο αντίστοιχο βήμα, παρά τις επιφυλάξεις και τις ανησυχίες ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών για πισωγυρίσματα της σημερινής συριακής κυβέρνησης τζιχαντιστών σε ό,τι αφορά τη διασφάλιση της ασφάλειας και των δικαιωμάτων εθνοτικών και θρησκευτικών μειονοτήτων. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο Σαράα διαλαλεί πως είναι έτοιμος για μπίζνες με δυτικά μονοπώλια και να παζαρέψει μία συμφωνία σύναψης σχέσεων με το Ισραήλ, χώρα που κατέλαβε νέα εδάφη στη Νότια Συρία από τις 8 Δεκέμβρη 2024 και συνεχίζει επεκτείνοντας τις πολεμικές της επιχειρήσεις. Οι συνθήκες σύγκρουσης Τουρκίας- Ισραήλ στο πεδίο της Συρίας, με τις ΗΠΑ να ελέγχουν τα πετρέλαια στην ανατολική Συρία και να στηρίζουν τους Κούρδους, περιπλέκουν τα πράγματα και δημιουργούν εύφλεκτο υπόβαθρο έτοιμο να εκραγεί ανά πάσα στιγμή, πράγμα που θα υποδαυλίζει το Ισραήλ.
Η συνάντηση με τον μεταβατικό Πρόεδρο της Συρίας, και μέχρι πριν από μερικούς μήνες τζιχαντιστή, είναι κομβική επιλογή των ΗΠΑ για τη Συρία. Ο Τραμπ επέλεξε να δώσει το πράσινο φως στο σχέδιο Τουρκίας και Σαουδικής Αραβίας για τη Συρία, μία χώρα στην οποία ο ίδιος λέει ότι δεν θέλει καμία άμεση τουλάχιστον εμπλοκή. Η επιλογή αυτή έρχεται σε αντίθεση με το Τελ Αβίβ, αφού δίνει πρωταρχικό ρόλο και παρουσία στην Τουρκία και τη Σαουδική Αραβία στα ανατολικά σύνορα του Ισραήλ και είναι δεδομένο πως θα παράξει γεγονότα, όχι μόνο σε διπλωματικό και πολιτικό επίπεδο, αλλά και σε επίπεδο εντάσεων στην ευρύτερη περιοχή. Πρόκειται για σημαντικό χωρίς αμφιβολία ρίσκο και μεγάλη ως φαίνεται παραχώρηση προς την Σαουδική Αραβία, η οποία «έριξε» το συγκεκριμένο χαρτί στο τραπέζι με τα δισεκατομμύρια των επενδύσεων αποσπώντας σχετικά «αναίμακτα» το αμερικανικό «ναι».

Το Ισραήλ όμως είναι αποδεδειγμένα ο ισχυρότερος πόλος στην περιοχή και η Ουάσιγκτον δεν πρόκειται να αποσταθεροποιήσει, αλλά θα βρει τρόπο άμεσα να μειώσει τους τριγμούς με τον στενότερο και διαχρονικά σημαντικότερο σύμμαχό της στη Μέση Ανατολή. Σε διαφορετική περίπτωση δεν είναι απίθανο να αφήσει η ίδια ένα κενό που όποιος το γεμίσει θα ελέγξει μία από τις πλέον κομβικές περιοχές του πλανήτη.

Ένα άλλο ζήτημα αφορά την επικίνδυνη ανάφλεξη των συγκρούσεων στην Τρίπολη της Λιβύης. Πρόκειται για χώρα, που 14 χρόνια μετά την ιμπεριαλιστική επέμβαση των ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, ΕΕ του 2011 για την ανατροπή του τότε Προέδρου Καντάφι στο όνομα της δημοκρατίας, παραμένει «καζάνι που βράζει». Έκτοτε, και με εξαίρεση τις βουλευτικές εκλογές τον Ιούνιο του 2014, έχουν να γίνουν εκλογές οποιουδήποτε είδους επί περίπου μία δεκαετία. Στο μεταξύ, η «νέα» Λιβύη διαθέτει δύο παράλληλες κυβερνήσεις σε ανατολικό και δυτικό τμήμα, υπό τη σκιά «προστασίας» της Τουρκίας που πλέον σήμερα δεν προσφέρει μόνο καίριες υπηρεσίες «διάσωσης» στον πρωθυπουργό Ντμπεϊμπά στην Τρίπολη, αλλά φλερτάρει συστηματικά και με την παράλληλη «ανατολική» κυβέρνηση σε Βεγγάζη και Τομπρούκ, εδραιώνοντας την παρουσία της.