Μετά τον πρώτο άγονο κύκλο απευθείας συνομιλιών Ρωσίας – Ουκρανίας, που έγινε στις 16 Μαΐου, πραγματοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 2 Ιούνη ο δεύτερος κύκλος, με στόχους την επίτευξη άμεσης κατάπαυσης του πυρός στο ουκρανικό πολεμικό μέτωπο και την αναζήτηση συμφωνίας για ένα μελλοντικό σχέδιο ειρήνευσης. Έληξε και αυτός χωρίς αποτέλεσμα. Τούτο διαφαινόταν όλο και περισσότερο όσο πλησίαζε η μέρα της ρωσο-ουκρανικής συνάντησης. Τόσο από τις ενέργειες στο πολεμικό πεδίο της Ουκρανίας και της Ρωσίας και από τις πληροφορίες για τις προτάσεις και την τακτική με τις οποίες θα προσέρχονταν οι δυο πλευρές στο τραπέζι των συνομιλιών, όσο και από κινήσεις των δυτικών ιμπεριαλιστικών παραγόντων που εμπλέκονται στον πόλεμο.
Παραμονές των συνομιλιών σημειώθηκε μια έξαρση πολεμικών επιχειρήσεων, με το Κίεβο να εντείνει τις επιθέσεις του σε ρωσικό έδαφος και τη Ρωσία να ανταποδίδει. Γέφυρες που κατέρρευσαν, μόλις μία ημέρα πριν από τις προγραμματισμένες συνομιλίες, σε παραμεθόριες περιοχές της Ρωσίας, με αρκετά ανθρώπινα θύματα, αποδόθηκαν από τη Μόσχα σε ουκρανική δολιοφθορά. Την ίδια μέρα μη επανδρωμένα αεροσκάφη της Ουκρανίας χτύπησαν στρατιωτικά αεροδρόμια βαθύτερα στην ενδοχώρα της Ρωσίας με μια επιχείρηση που εκθειάστηκε από το Κίεβο και ο Ζελένσκι την χαρακτήρισε πλήγμα για «να νοιώσει η Ρωσία τι σημαίνουν οι απώλειές της και να ωθηθεί προς τη διπλωματία». Τα δυτικά μέσα ενημέρωσης, κυρίως τα ευρωπαϊκά, όπως το BBC, με προφανή σκοπιμότητα, επαινώντας την «τόλμη» της Ουκρανίας, την παρουσίασαν ως επιχείρηση «νέου επιπέδου» και ως «Περλ Χάρμπορ» της Ρωσίας. Αλλά ο απεσταλμένος του Τραμπ για την Ουκρανία τη σχολίασε ως «αύξηση κατά πολύ του κινδύνου» κλιμάκωσης του πολέμου, εκφράζοντας την έντονη ανησυχία του για ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες για ουκρανική επίθεση εναντίον ναυτικής βάσης στη βόρεια Ρωσία. Τα πολεμικά χτυπήματα της Ουκρανίας δεν έμειναν αναπάντητα από τη Ρωσία που εξαπέλυσε πυκνές επιθέσεις αντιποίνων ενάντια σε εγκαταστάσεις της αμυντικής βιομηχανίας και άλλα στρατιωτικά σημεία της Ουκρανίας.
Είναι φανερό πως μόνο κατευνασμό του πολεμικού κλίματος δεν έδειξαν όλα όσα προηγήθηκαν των συνομιλιών στην Κωνσταντινούπολη και φυσικά κάθε άλλο παρά πνεύμα ειρηνευτικής προσέγγισης. Κατ’ αρχάς οι δυο πλευρές επεδίωκαν να γίνουν αυτές σε διαφορετικό επίπεδο. Η Ουκρανία ζητούσε κατευθείαν συνάντηση ανώτατου επιπέδου του Ζελένσκι με τον Πούτιν και με ενδεχόμενο να πάει και ο Τραμπ σε αυτή, ενώ η Ρωσία επέμεινε σε μια συνάντηση χαμηλότερου επιπέδου αντιπροσωπειών. Όπως και έγινε. Γεγονός που δείχνει -όπως έχει διαμορφωθεί τώρα η κατάσταση- και την εξασθενημένη διαπραγματευτική δυνατότητα της Ουκρανίας. Εμφανώς η Ρωσία κάνει τις κατευθείαν συνομιλίες της σε ανώτατο επίπεδο με την ηγεσία των ΗΠΑ, όπως διαπιστώθηκε και από τις ανακοινωθείσες άμεσες επικοινωνίες των υπουργών Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μ. Ρούμπιο, και της Ρωσίας, Σ. Λαβρόφ, για τη συνάντηση της Κωνσταντινούπολης τις μέρες που αυτή θα γινόταν.
Από εκεί και πέρα οι προτάσεις με τις οποίες προσήλθαν οι δυο αντιπροσωπείες στο τραπέζι των συνομιλιών είχαν περιεχόμενο που αντανακλούσε όχι μόνο διαπραγματευτικούς χειρισμούς αλλά κυρίως το ποιος έχει αποκτήσει πλεονέκτημα να επιβάλει όρους.
Οι διαπραγματευτικές προτάσεις της Ρωσίας και της Ουκρανίας
Η Ρωσία παρέδωσε στην ουκρανική αντιπροσωπεία ένα υπόμνημα που περιείχε τις «βασικές παραμέτρους της τελικής ειρηνευτικής διευθέτησης» και όρους για την κατάπαυση του πυρός. Μια πρόταση ολοκληρωτικής διατήρησης των ρωσικών στρατιωτικών κατακτήσεων στην Ουκρανία, στρατιωτικής ουδετερότητας και περιορισμού των στρατιωτικών δυνατοτήτων της Ουκρανίας, καθώς και αλλαγών στο εσωτερικό της και στις σχέσεις της με τη Ρωσία. Συγκεκριμένα:
Ζητά συμφωνία για την εφαρμογή μιας σειράς διατάξεων που θα συμπεριλαμβάνουν τη διεθνή αναγνώριση της Κριμαίας, των περιοχών του Ντονέσκ, της Λουγκάνσκ, της Ζαπορίζια και της Χερσώνας. Τη δέσμευση της Ουκρανίας να μην ενταχθεί σε στρατιωτικές συμμαχίες και συνασπισμούς, την απαγόρευση οποιασδήποτε στρατιωτικής δραστηριότητας τρίτων χωρών στο έδαφος της Ουκρανίας, την απαγόρευση ανάπτυξης ξένων στρατιωτικών δυνάμεων, στρατιωτικών βάσεων και στρατιωτικών υποδομών εκεί, την άμεση απαγόρευση της αποδοχής, της διαμετακόμισης και της ανάπτυξης πυρηνικών όπλων στην Ουκρανία, τον καθορισμό ανώτατων ορίων ανθρώπινης δύναμης, όπλων και στρατιωτικού εξοπλισμού των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων, την άρση όλων των υφιστάμενων κυρώσεων της Ουκρανίας κατά της Ρωσίας και την υποχρεωτική δέσμευση για μη επιβολή νέων, την παραίτηση από αμοιβαίες αξιώσεις με την Ουκρανία σε σχέση με ζημιές που προκλήθηκαν, τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των ρωσόφωνων, την άρση των περιορισμών στην ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία κ.ά.
Για την κατάπαυση του πυρός η Ρωσία υπέβαλε δύο εναλλακτικές προτάσεις. Η πρώτη θέτει ως προϋπόθεση για την κατάπαυση την αποχώρηση του ουκρανικού στρατού από τις περιοχές του Ντονέσκ, της Λουγκάνσκ, της Χερσώνα και της Ζαπορόζιε. Η δεύτερη θέτει ως προϋποθέσεις την απαγόρευση της αναδιάταξης των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων, με εξαίρεση τις κινήσεις για αποχώρηση σε συμφωνημένη απόσταση από τα σύνορα της Ρωσίας, το σταμάτημα των προμηθειών όπλων και της παροχής πληροφοριών από τη Δύση, τον αποκλεισμό της στρατιωτικής παρουσίας τρίτων χωρών στο έδαφος της Ουκρανίας και ξένων ειδικών σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στο πλευρό της Ουκρανίας, την άρση του στρατιωτικού νόμου από το Κίεβο, την αποστράτευση στην Ουκρανία και τη διάλυση των εθνικιστικών σχηματισμών, τη χορήγηση αμνηστίας στους πολιτικούς κρατούμενους και τον ορισμό ημερομηνίας για προεδρικές και βουλευτικές εκλογές.
Η Ουκρανία πήγε στις συνομιλίες με βασική επιδίωξη μια πλήρη και άνευ όρων κατάπαυση του πυρός για 30 μέρες σε αέρα, ξηρά και θάλασσα, επιζητώντας να πάρει ανάσα από την πίεση της Ρωσίας που ο στρατός της συνεχίζει να προωθείται στο έδαφος της. Για την επίτευξη ειρήνευσης απόρριψε τους όρους του περιορισμού του μεγέθους του ουκρανικού στρατού και της ανάπτυξης ξένων στρατιωτικών δυνάμεων στο έδαφος της. Ζήτησε εγγυήσεις ασφαλείας και εμπλοκής της διεθνούς κοινότητας για την εφαρμογή των συμφωνιών, δικαίωμα προσχώρησης στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, τα ζητήματα των εδαφών να συζητηθούν μετά την πλήρη και χωρίς όρους κατάπαυση του πυρός, με σημείο έναρξης των εδαφικών διαπραγματεύσεων την γραμμή του μετώπου. Και τα παγωμένα περιουσιακά της Ρωσίας να χρησιμοποιηθούν για την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας ή να παραμείνουν παγωμένα έως ότου η Ρωσία πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις.
Όπως ήταν επόμενο δεν επήλθε καμία συμφωνία μεταξύ των δυο πλευρών. Οι συνομιλίες τους έληξαν σε πολύ σύντομο χρόνο, πιο σύντομο από εκείνο του πρώτου γύρου και ούτε καν κανονίσθηκε ημερομηνία επόμενης συνάντησης. Πέρα από μια συμφωνία για ανταλλαγή αιχμαλώτων και σορών νεκρών, όπως είχε συμφωνηθεί και στον πρώτο γύρο, δεν έγινε το παραμικρό βήμα όχι μόνο στο ζήτημα «της μελλοντικής ειρηνευτικής διευθέτησης» αλλά ούτε και στο ζήτημα μιας άμεσης προσωρινής κατάπαυσης του πυρός. Η ουκρανική πρόταση για πλήρη και χωρίς όρους κατάπαυση του πυρός 30 ημερών απορρίφθηκε από τη Ρωσία που ζήτησε όρους για την πλήρη κατάπαυση του πυρός και πρότεινε μόνο εφαρμογή εκεχειρίας διάρκειας δύο-τριών ημερών σε ορισμένες περιοχές, που δεν έγινε αποδεκτή από την Ουκρανία.
Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς πως η Ρωσία, αξιοποιώντας τα στρατιωτικά κέρδη της και τη στάση του Τραμπ, δυναμώνει και μέσα από το κανάλι των «ειρηνευτικών συνομιλιών» την πίεσή της στην Ουκρανία, με τον Ζελένσκι και τους Ευρωπαίους υποστηρικτές του να την κατηγορούν πως καθυστερεί οποιαδήποτε ουσιαστική διαπραγμάτευση προκειμένου να καταλάβει περισσότερο ουκρανικό έδαφος. Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις η Ουκρανία αντιδρά -από τη μια- με πολεμικά χτυπήματα την επομένη των συνομιλιών, όπως η τοποθέτηση εκρηκτικών στη γέφυρα της Κριμαίας, και -από την άλλη- με το να εκλιπαρεί τις ΗΠΑ «να πάρουν ισχυρά μέτρα και να στείλουν πακέτο κυρώσεων στη Γερουσία για να πιέσουν τη Ρωσία» και με το να στέλνει, μια μέρα μετά τις συνομιλίες, εσπευσμένα, κυβερνητική αντιπροσωπεία της στην Ουάσινγκτον, για να συζητήσει τη στρατιωτική υποστήριξη στην Ουκρανία και κυρώσεις κατά της Ρωσίας.
Η στάση των ΗΠΑ
Η στάση των ΗΠΑ στο θέμα των απευθείας συνομιλιών Ρωσίας – Ουκρανίας εκτυλίχθηκε σύμφωνα με το πολιτικό πλαίσιο που έχει χαράξει ο Τραμπ, να αποτραβηχτούν οι ΗΠΑ από το ουκρανικό μέτωπο για να συγκεντρώσουν τις δυνάμεις τους στην κύρια αντιπαράθεσή τους με το βασικό στρατηγικό ανταγωνιστή τους, την Κίνα. Όπως έχει δηλώσει και ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, «κάθε δολάριο που δαπανάται για τον πόλεμο στην Ουκρανία στερεί πόρους από άλλα κρίσιμα πεδία για την υπεράσπιση των αμερικανικών συμφερόντων».
Παραμονές των συνομιλιών στην Κωνσταντινούπολη ο απεσταλμένος του Τραμπ για την Ουκρανία, Κιθ Κέλογκ, σε συνέντευξή του, με προφανή στόχευση, είπε πως «είναι εύλογη η ανησυχία της Ρωσίας. Το έχουμε πει επανειλημμένα. Για εμάς, η ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ δεν είναι στο τραπέζι», προκαλώντας το θετικό σχόλιο του Κρεμλίνου, πως η Μόσχα χαίρεται για το ότι οι ΗΠΑ αντιλαμβάνονται τους λόγους που η Ρωσία αντιτίθεται στην επέκταση του ΝΑΤΟ προς τα ανατολικά. Η δήλωση Κέλογκ φανερώνει το τι συζητείται στις παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις ΗΠΑ – Ρωσίας, που φαίνεται να είναι πιο διευρυμένες και αφορούν όχι μόνο την ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ αλλά και της Γεωργίας και της Μολδαβίας. Γιατί αποκαλύπτει, επίσης, πως για το ζήτημα της ένταξης στο ΝΑΤΟ η Ρωσία: «Μιλάει για τη Γεωργία, τη Μολδαβία και προφανώς για την Ουκρανία (και) εμείς λέμε, “Εντάξει, ας το δούμε συνολικά”».
Η θέση της αμερικάνικης διοίκησης να βγει από τη ρωσο-ουκρανική διαπραγμάτευση η ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ εμφανίστηκε αντίθετη με αυτό που η ουκρανική ηγεσία κατέθεσε στην πρότασή της στην Κωνσταντινούπολη και θέλουν και οι Ευρωπαίοι υποστηρικτές της. Δείχνει, ακριβώς, μια βασική πτυχή της αμερικονο-ρωσικής διαπραγμάτευσης που κάνει ο Τραμπ για να φέρει μια διευθέτηση στο ρωσο-ουκρανικό μέτωπο. Κάτω από αυτό το πρίσμα αντιμετωπίζει και τις απευθείας συζητήσεις Ρωσίας και Ουκρανίας και παρεμβαίνει στο περιεχόμενό τους, μέσα από τις παράλληλες επικοινωνίες των υπουργών Εξωτερικών των ΗΠΑ και της Ρωσίας για την «ουκρανική κρίση» ενώ, παράλληλα, ασκεί με το δικό του τρόπο τις πιέσεις του, χαρακτηρίζοντας «πεισματάρηδες» τον Πούτιν και τον Τραμπ. Πιέσεις, οι οποίες, κατ’ ουσία, πιάνουν την Ουκρανία που βρίσκεται σε δυσχερή θέση και βλέπει τις ΗΠΑ -παρά τις εκκλήσεις Ζελένσκι- να μην επιβάλλουν κυρώσεις στη Ρωσία, να έχουν ανακόψει τη στήριξή τους στην Ουκρανία και μετά τις συνομιλίες της Κωνσταντινούπολης, ο Τραμπ να δηλώνει πως είχε «μια καλή συζήτηση με τον Πούτιν, αλλά όχι μια συζήτηση που θα οδηγήσει σε άμεση ειρήνη», προσθέτοντας χωρίς κανένα σχόλιο ή αντίδρασή του πως ο Πούτιν του είπε «με πολύ σαφή τρόπο ότι θα πρέπει να απαντήσει στις επιθέσεις εναντίον των αεροδρομίων»…
Ακόμα περισσότερο χαρακτηριστική της στάσης που τηρεί ο Τραμπ στο Ουκρανικό και της πίεσης που αυτή δημιουργεί στην Ουκρανία είναι η ανακοίνωση του αμερικάνικου Πενταγώνου πως ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, δεν συμμετείχε στη συνεδρίαση της Ομάδας Επαφής για την Άμυνα της Ουκρανίας που πραγματοποιήθηκε στις 4/6 στις Βρυξέλλες. Αυτό γίνεται για πρώτη φορά και έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι ΗΠΑ πρωτοστάτησαν στην Ομάδα Επαφής που ιδρύθηκε τον Απρίλιο του 2022 για το συντονισμό της δυτικής στρατιωτικής υποστήριξης της Ουκρανίας. Επί κυβέρνησης Μπάιντεν, προέδρευαν σε αυτήν ο υπουργός Άμυνας και ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ. Σ’ αυτήν συμμετείχαν 50 χώρες και έχουν ενισχύσει την Ουκρανία με πάνω από 125 δισεκατομμύρια δολάρια. Ας σημειωθεί πως ο Χέγκσεθ έχει εκφράσει δημόσια τη διαφωνία του για τη συμμετοχή των ΗΠΑ στον πόλεμο στην Ουκρανία.
Η ΕΕ δρομολογεί την αυτονομία της
Η αμερικάνικη απουσία από το κεντρικό όργανο συντονισμού της δυτικής στήριξης στην Ουκρανία αποτελεί ένα ακόμα σοβαρό κρούσμα της αντίθεσης που έχει δημιουργηθεί μεταξύ της ηγεσίας των ΗΠΑ και της ΕΕ, με την τελευταία να επιμένει να συνεχιστεί, με την ίδια ένταση, η ενίσχυση της Ουκρανίας στον πόλεμο με τη Ρωσία και η επιβολή κυρώσεων στη Ρωσία. Έχει προηγηθεί, στο μεταξύ, ο εκτοπισμός ουσιαστικά της ΕΕ από τις διαπραγματεύσεις για την «ουκρανική κρίση», που έχουν γίνει, με τη συναίνεση Τραμπ και Πούτιν, αμερικανο-ρωσική υπόθεση. Και αυτό παρά τις επιθυμίες του ουκρανικού καθεστώτος που φάνηκαν και στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών της Ουκρανίας Σ. Κίσλιτσια και Ουκρανοί αξιωματούχοι συναντήθηκαν με εκπροσώπους ασφαλείας από τη Γερμανία, την Ιταλία και τη Βρετανία για «να συντονίσουν τις θέσεις τους».
Η αμερικανο-ευρωπαϊκή διάσταση για το Ουκρανικό, η αντιπαράθεση γύρω από την επιβολή εμπορικών δασμών που ανακοίνωσε ο Τραμπ και για την Ευρώπη και πλήττουν οικονομικά τα ευρωπαϊκά κράτη, η πολιτική του να επιφορτίσει τα ευρωπαϊκά κράτη με μεγαλύτερες δαπάνες για το ΝΑΤΟ κ.ά. έχουν ανοίξει την ψαλίδα των αντιθέσεων μεταξύ των ισχυρότερων ευρωπαϊκών κρατών και της διοίκησης του Τραμπ. Επί πλέον έχουν θέσει σε τροχιά ευρωπαϊκές κινήσεις στην κατεύθυνση να αποκτήσει αυτονομία η ΕΕ, κυρίως όσον αφορά το να μπορέσει να στηριχθεί στα δικά της πόδια σε στρατιωτικό επίπεδο, καθώς η μέχρι τώρα γνωστή ως «αρχιτεκτονική ασφάλειας της Ευρώπης» που εξαρτιόνταν από την υπερατλαντική συμμαχία και από τη στρατιωτική ομπρέλα των ΗΠΑ, με την πολιτική του Τραμπ και τις νέες αναδιατάξεις δυνάμεων σε παγκόσμιο επίπεδο, έχει γίνει «προβληματική» για την υποστήριξη των επιδιώξεων των ισχυρών ιμπεριαλιστικών κρατών της ΕΕ.
Το ζήτημα αυτό έχει απασχολήσει από παλιότερα τον κεντρικό πυρήνα της ηγεσίας της ΕΕ, από τότε που έλεγε ο Μακρόν πως «το ΝΑΤΟ είναι εγκεφαλικά νεκρό». Ατόνησε όταν οι ΗΠΑ σύμπηξαν ένα μέτωπο με την ΕΕ για την στήριξη της Ουκρανίας στον πόλεμο με τη Ρωσία. Για να επανέλθει με μεγαλύτερη ένταση τώρα που ο Τραμπ αναπροσάρμοσε την αμερικάνικη πολιτική προς την Ευρώπη και το ΝΑΤΟ κάτω από την πίεση των αλλαγών ισχύος των ιμπεριαλιστικών συσχετισμών στη διεθνή σκηνή.
Η ΕΕ, ήδη με την έκθεση Ντράγκι, ξεκίνησε ένα ισχυρό μακρόχρονο πρόγραμμα εξοπλισμών της που θα παραχθούν από την ίδια και θα συνδεθούν και με την τόνωση της οικονομίας της, η οποία πλήγηκε -σε αντιδιαστολή με τις ΗΠΑ- σε μεγάλο βαθμό από τις ενεργειακές κ.ά. συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία. Το σχέδιο αυτονομίας της ΕΕ επιταχύνεται τώρα σε μεγάλο βαθμό, μετά και τις εξελίξεις που τροφοδότησε ο πόλεμος της Ουκρανίας στην Ευρώπη και η πολιτική Τραμπ, με τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Προγράμματος Αμυντικής Βιομηχανίας που προβλέπει για τη «στρατηγική αυτονομία της ΕΕ στον τομέα της Άμυνας» να διαθέσει το κολοσσιαίο ποσό των 800 δισ. ευρώ τα επόμενα χρόνια. Ήδη από τους κρατικούς προϋπολογισμούς τους, ανεξάρτητα από αυτό το πρόγραμμα, τα μεγαλύτερα ιμπεριαλιστικά κράτη της Ευρώπης όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Αγγλία έχουν εγκρίνει μια τεράστια αύξηση των εξοπλιστικών δαπανών τους για τα επόμενα χρόνια.
Η πολιτική της αυτονομίας της Ευρώπης έχει σαν βάση της την ανάγκη που διαπιστώνουν οι ιμπεριαλιστικοί πυλώνες της ΕΕ, πρώτα απ’ όλα ο γερμανο-γαλλικός άξονας, για την πιο αυτοτελή και ανεξάρτητη στήριξη -και με τη στρατιωτική δύναμη αλλά και οικονομικά- των διεθνών επιδιώξεών τους. Αποβλέπει στην ισχυροποίηση του ευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού πόλου σε μια περίοδο όπου έχουν ορθωθεί νέα ισχυρά ιμπεριαλιστικά κέντρα και δυναμώνουν και πολλαπλασιάζονται οι παγκόσμιοι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, στους οποίους η ευρωπαϊκή αυτονομία θα προσθέσει νέα ένταση.
Η πολιτική για την αυτονομία της Ευρώπης θα οδηγήσει σε μια νέα διαμόρφωση και των σχέσεων ΕΕ και ΗΠΑ. Κάτω από αυτήν την οπτική, η επίσκεψη του νέου καγκελάριου της Γερμανίας στις ΗΠΑ και η συνάντησή του με τον Τραμπ που πραγματοποιήθηκε στις 6 Ιουνίου έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Σε αυτήν τέθηκαν τα ζητήματα των αμερικανο-ευρωπαϊκών εντάσεων που συνδέονται με την Ουκρανία, τον εμπορικό πόλεμο που ξεκίνησε ο Τραμπ και έχει ιδιαίτερες συνέπειες στην πρώτη οικονομική δύναμη της Ευρώπης που έχει μεγάλες εξαγωγές στις ΗΠΑ. Πάνω απ’ όλα αυτή η συνάντηση αναμενόταν να δώσει ένα σήμα για το πού και πώς θα κατευθυνθούν στη συνέχεια οι αμερικανο-γερμανικές και κατ’ επέκταση οι αμερικανο-ευρωπαϊκές σχέσεις και τι συνεπακόλουθα θα έχουν.












