Γραφείο Τύπου του Μ-Λ ΚΚΕ
Σε ένα προσωρινό συμβιβασμό προχώρησαν Ουάσιγκτον και Πεκίνο σαράντα ταραγμένες μέρες μετά τις 2 Απρίλη -τη μέρα «απελευθέρωσης» των ΗΠΑ-, όταν ο Τραμπ εξαπέλυσε έναν ορυμαγδό δασμών ενάντια στις περισσότερες χώρες του πλανήτη και ιδιαίτερα ενάντια στην Κίνα. Ο συμβιβασμός έχει σαν βάση του το καθεστώς των δασμών που υπήρχε πριν τις 2 Απρίλη, όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε τότε αύξηση των δασμών 34%, ανταπάντησαν οι Κινέζοι και στη συνέχεια οι ΗΠΑ έφθασαν στο 145% και οι Κινέζοι στο 125%. Η συμφωνία που υπεγράφη τώρα και θα ισχύσει για ένα διάστημα 90 ημερών, είναι 30% δασμοί από τις ΗΠΑ και 10% από την Κίνα, μια διαφορά δηλαδή 20 μονάδων η οποία υπήρχε εξ αρχής και την διατηρούσαν σταθερά οι Κινέζοι στα αμοιβαία «χτυπήματά» τους. Στην πραγματικότητα δηλαδή επιστρέψανε στο «σημείο μηδέν» από εκεί που βρίσκονταν πριν ξεκινήσει ο Τραμπ την επίθεσή του. Αυτό σημαίνει πως όλη αυτή η επιχείρηση των ΗΠΑ έπεσε στο κενό, αποδείχθηκε ένα μεγάλο φιάσκο σε ό,τι αφορά την Κίνα, αδυνατώντας να ορθώσει φραγμό στην ορμητική επέκταση του κινέζικου ιμπεριαλισμού και την αναδιανομή των παγκόσμιων αγορών. Ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός όχι μόνο δεν πέτυχε με τον οικονομικό πόλεμο που ξεκίνησε να πλήξει την Κίνα και να φρενάρει την διείσδυση και την αναδιανομή των ζωνών επιρροής στην Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική προς όφελος της, αλλά καλά-καλά δεν μπόρεσε ούτε στην ίδια του τη χώρα, τις ΗΠΑ, να εκτοπίσει τις τεράστιες εισαγωγές από την Κίνα και να αντιμετωπίσει το εξ ίσου τεράστιο εμπορικό έλλειμμα που έχει.
Τι συνέβη όμως στις σαράντα αυτές μέρες του οικονομικού πολέμου και πώς φτάσαμε ως εδώ;
Αρχικά αμέσως μετά την επιβολή των δασμών ασκήθηκαν συντριπτικές πιέσεις στην κυβέρνηση Τραμπ από το εσωτερικό των ΗΠΑ. Τα χρηματιστήρια κατέρρευσαν, τα κρατικά ομόλογα, το χρέος δηλαδή των ΗΠΑ εκτινάχθηκε, τα γιγαντιαία αμερικάνικα μονοπώλια που παράγουν στην Κίνα και όχι μόνο ασκούσαν αφόρητες πιέσεις να αρθούν οι δασμοί, οι μεγάλες αμερικάνικες αλυσίδες εφοδιασμού που κατακλύζονται από κινέζικες εισαγωγές έκαναν λόγο για «άδεια ράφια», ο πρόεδρος της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας θεωρώντας πως οι δασμοί θα αυξήσουν τον πληθωρισμό αρνούνταν τις εντολές Τραμπ να μειώσει τα επιτόκια. Έτσι ο Τράμπ βρέθηκε κάτω από τα πυρά των δυνάμεων που τον ανέδειξαν στην προεδρία, κάτω από αφόρητες πιέσεις των κυρίαρχων μονοπωλίων που απαιτούσαν ένα γρήγορο συμβιβασμό με την Κίνα, στο βαθμό μάλιστα που το Πεκίνο από την πλευρά του όχι μόνο δεν έδειχνε κανένα σημάδι υποχώρησης, αντίθετα ήταν προετοιμασμένο όπως έλεγε «για κάθε μορφής πόλεμο».
Από ένα σημείο και μετά η Ουάσιγκτον άρχισε να πιέζει το Πεκίνο για διαπραγματεύσεις, αναζητώντας εναγωνίως και προσδοκώντας ένα συμβιβασμό για να βγει από το αδιέξοδο στο οποίο είχε οδηγηθεί. Το Πεκίνο δεν είχε κανένα λόγο να αρνηθεί τις διαπραγματεύσεις και μια συμφωνία με την Ουάσιγκτον, διαβλέποντας πως αυτή θα ήταν προς όφελός του και πως ο Τραμπ σήκωσε μια πέτρα που θα έπεφτε τελικά στα πόδια του.
Το Πεκίνο κρατούσε στα χέρια του πολλά «δυνατά χαρτιά».
Κατ’ αρχήν οι εκπρόσωποί του πήγαν σε διαπραγματεύσεις το Μάη όταν τον Απρίλη, που είχαν επιβληθεί οι εξωφρενικοί δασμοί του Τραμπ, οι εξαγωγές της Κίνας όχι μόνο δεν μειώθηκαν αλλά αυξήθηκαν 8,1%. Μπορεί να μειώθηκαν οι εξαγωγές της Κίνας προς τις ΗΠΑ το πρώτο τετράμηνο 2,5%, αλλά αυτές αντισταθμίστηκαν από την ενίσχυση του εμπορίου της με τις άλλες περιοχές. Στη Νοτιοανατολική Ασία αυξήθηκαν κατά 11,5%, εξίσου εντυπωσιακή ήταν η άνοδος προς τη Λατινική Αμερική 11,5%, ενώ προς την Ινδία καταγράφηκε άλμα σχεδόν 16%. Οι εξαγωγές προς την Αφρική αυξήθηκαν κατά 15%, επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική στροφή της Κίνας προς τις αναδυόμενες αγορές.
Από την πρώτη φορά που επιβλήθηκαν δασμοί, το 2018, η Κίνα επιτάχυνε την προσπάθεια αυτονόμησης. Το πρόγραμμα «Μια ζώνη, ένας δρόμος» ενίσχυσε τις σχέσεις με τη ΝΑ Ασία, την Αφρική και τη Λατινική Αμερική. Η Κίνα είναι πλέον ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος για 60 χώρες.
Το ποσοστό των εξαγωγών της Κίνας στις ΗΠΑ το 2018 από 20% στο σύνολο των εξαγωγών της, έπεσε αντίστοιχα στο 13% το 2024, γεγονός που σημαίνει ότι προετοιμαζόταν το Πεκίνο από τον πρώτο εμπορικό πόλεμο του Τραμπ, μειώνοντας όλα αυτά τα χρόνια τις εξαγωγές της προς τις ΗΠΑ.
Η Κίνα έχει μια τεράστια εσωτερική αγορά και η κυβέρνησή της άμεσα τον Απρίλη ενίσχυσε με διάφορα μέτρα την εσωτερική κατανάλωση για να απορροφήσει την όποια πλεονάζουσα παραγωγή.
Το ισχυρότερο χαρτί της Κίνας βρίσκεται στην κυριαρχία της στις σπάνιες γαίες. Όπου κατέχει το 61% της παγκόσμιας παραγωγής και το 92% της επεξεργασίας τους. Πρόκειται για αναντικατάστατα στοιχεία στην παραγωγή ηλεκτρονικών, τεχνητής νοημοσύνης, τσιπς, αμυντικών συστημάτων και ηλεκτρικών μπαταριών. Ήδη το Πεκίνο είχε επιβάλει περιορισμούς σε επτά κρίσιμες σπάνιες γαίες, ενώ πρόσφατα απαγόρευσε τις εξαγωγές αντιμονίου – προκαλώντας παγκόσμιο πανικό.
Και τέλος η Κίνα διαθέτει περίπου 700 δισ. δολάρια σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα. Η πώλησή τους μπορεί να επηρεάσει τις αμερικανικές αγορές και να δημιουργήσει έναν ισχυρό μοχλό πίεσης.
Όλα αυτά συνηγορούσαν στο να ανταπαντήσει άμεσα το Πεκίνο στους δασμούς του Τραμπ και να περιμένει την επόμενη κίνηση της Ουάσιγκτον που δεν άργησε να έρθει. Η συμφωνία κατέληξε να ικανοποιεί σχεδόν όλες τις βασικές απαιτήσεις του Πεκίνου.
Ο συμβιβασμός που έγινε ανάμεσα στον αμερικάνικο και κινέζικο ιμπεριαλισμό είναι προσωρινός και η συμφωνία θα διαρκέσει τρεις μήνες. Στο διάστημα αυτό θα συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις είτε για την επίτευξη μιας πιο μακροπρόθεσμης συμφωνίας είτε για το ξέσπασμα ενός νέου εμπορικού πολέμου στο βαθμό μάλιστα που παραμένει άλυτο για τις ΗΠΑ το τεράστιο εμπορικό έλλειμμα με βάση τη σημερινή συμφωνία.
Σε κάθε περίπτωση φαίνεται πως οι πανικόβλητες κινήσεις Τραμπ με την επιβολή εξωφρενικών δασμών αποδείχνονται ανίσχυρες και άχρηστες να ορθώσουν φράγμα στην Κίνα, όχι μόνο τώρα με τον οικονομικό πόλεμο που ξεκίνησε και τον εγκατέλειψε, αλλά και με τον πρώτο οικονομικό πόλεμο του 2018. Οι δασμοί που επιβλήθηκαν τότε και ισχύουν μέχρι και σήμερα δεν μείωσαν κατ’ ελάχιστο το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ με την Κίνα, που όλα αυτά τα χρόνια είναι γύρω στα 500 δισεκατομμύρια δολάρια.












