Εντός του Μαρτίου αναμένεται η ανακοίνωση της αύξησης του κατώτατου μισθού, για να ισχύσει από τον Απρίλιο. Όπως είναι αναμενόμενο, έχουν ξεκινήσει οι διαβουλεύσεις της κυβέρνησης με τους «κοινωνικούς εταίρους», αλλά όχι οι διαπραγματεύσεις. Ως γνωστόν, οι ελεύθερες διαπραγματεύσεις μεταξύ εργοδοτών και εργαζόμενων έχουν καταργηθεί προ πολλού (από την εποχή των μνημονίων), για να έρθει τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση και να καθορίζει μονομερώς το ύψος του κατώτατου μισθού. Αυτό το τελευταίο διόλου δεν απασχόλησε τη ΓΣΕΕ όταν προσυπέγραψε πριν λίγο καιρό τη λεγόμενη «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για τις ΣΣΕ», απεμπολώντας τον βασικό της ρόλο ως οργάνου διεκδίκησης και διαπραγμάτευσης του κατώτατου μισθού και αφαιρώντας το δικαίωμα των εργαζομένων να διεκδικούν την αύξησή του.

Έτσι, λοιπόν, η κυβέρνηση θα «μελετήσει» τον πληθωρισμό και τις αντοχές της οικονομίας, την ανταγωνιστικότητα, την παραγωγικότητα της χώρας και άλλες δημοσιονομικές παραμέτρους, θα λάβει υπόψη της τις εισηγήσεις των κοινωνικών εταίρων, και κατόπιν θα ανακοινώσει το ύψος του κατώτατου μισθού. Και καθώς μπαίνουμε δειλά δειλά σε προεκλογική περίοδο, έχει κάθε λόγο να παίξει το χαρτί της υποτιθέμενης αύξησης του κατώτατου μισθού για λόγους δημαγωγικούς. Τα κυρίαρχα σενάρια μιλούν για σχετική αύξηση προκειμένου ο κατώτατος μισθός (σήμερα στα 880 ευρώ μικτά) να ανέλθει στα 950 ευρώ μικτά στο τέλος του 2027, δηλαδή στο τέλος της τετραετίας.

Ωστόσο, ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι προτάσεις των εργοδοτικών και κρατικών φορέων σχετικά με τον κατώτατο μισθό, που προδιαγράφουν και σε τι ύψος θα κινηθεί η αύξηση στον κατώτατο μισθό. Συγκεκριμένα:

Η Τράπεζα της Ελλάδος προτείνει να αυξηθεί έως 4%, μια αύξηση που τη θεωρεί …συμβατή με την ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων, χωρίς να πληγεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) προτείνει αύξηση από 2,5% έως 3,5%.
Το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) προβλέπει αύξηση απο 3,5% έως 5%.
Το Ινστιτούτο Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ) εισηγείται αύξηση 4%.
Ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ) προτείνει η αύξηση να κυμανθεί από 3% έως 3,5% και να συνδυαστεί με μείωση των εισφορών και επιδότηση της ενέργειας.
Η Γενική Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων (ΓΣΕΒΕΕ) προτείνει αυξήσεις από 3,5% έως 4%.
Η Ελληνική Συνομοσπονδία Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας (ΕΣΕΕ) εισηγείται αύξηση 3,6%.

Με λίγα λόγια, η εργοδοσία προτείνει να δοθεί μια αύξηση της τάξης των 30 ευρώ μικτών το μήνα, δηλαδή 25 ευρώ στο καθαρό ποσό -ένας πραγματικός εμπαιγμός! Μπορεί να συμπεράνει κανείς απ’ αυτές τις προτάσεις, τι λαμβάνεται υπόψη στις διαβουλεύσεις που θα γίνουν όταν δεν συνυπολογίζονται ούτε τα επίσημα στατιστικά της EUROSTAT ή άλλες παρόμοιες μελέτες, που αναφέρουν ότι στην Ελλάδα οι μισθωτοί εργαζόμενοι πλήρους απασχόλησης αμείβονται με απολαβές χαμηλότατες και ανεπαρκείς να υποστηρίξουν την επιβίωσή τους, λόγω της ακρίβειας, του πληθωρισμού, της αισχροκέρδειας, των δυσθεώρητων ενοικίων και των υψηλών τιμολογίων ενέργειας. Τα ίδια στοιχεία κατατάσσουν την Ελλάδα στη δεύτερη χειρότερη θέση της ΕΕ όσον αφορά τον μέσο ετήσιο μισθό πλήρους απασχόλησης για το 2024, πολύ πίσω από χώρες όπως η Ρουμανία, η Πολωνία και η Σλοβακία.

Όσο φιλεργατικό προφίλ και να επιχειρήσει να δείξει η κυβέρνηση ενόψει των εκλογών ίσως με μια «γενναία αύξηση» της τάξης του 5%, η απόφαση που θα πάρει προεξοφλείται ότι θα είναι ζοφερή για τους εργαζόμενους. Χωρίς να αντιμετωπίσει πίεση από το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα, αφού η υπεύθυνη για τη συλλογική διαπραγμάτευση του κατωτάτου μισθού ΓΣΕΕ ενέκρινε τη μη διεκδίκησή του από τους εργαζόμενους, με την «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για τις ΣΣΕ» που την έκανε νόμο η κυβέρνηση, ο οποίος παγιώνει τη μνημονική διάταξη αφαίρεσης του δικαιώματος της συλλογικής διαπραγμάτευσης της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας.

Μπροστά σε αυτήν την κατάσταση ο μόνος δρόμος που πρέπει να πάρουν οι εργαζόμενοι είναι ο δρόμος του μαζικού αγώνα για να καταργηθεί η απαράδεκτη διάταξη της επιβολής από την κυβέρνηση του κατώτατου μισθού, ο οποίος συμπαρασύρει επιδόματα, άδειες και λοιπές κοινωνικές παροχές στα τάρταρα, καθώς και όλες τις επιχειρησιακές και κλαδικές συμβάσεις που θα υπογραφούν από εδώ και στο εξής.