Η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιχειρεί να ανακόψει την πτώση που παρουσιάζει δημοσκοπικά μοιράζοντας ψηφοθηρικά ξεροκόμματα. Παρουσιάζει το πλεόνασμα, που προέκυψε από τη λεηλασία των φτωχομεσαίων στρωμάτων και τις περικοπές δαπανών προς το δημόσιο, ως επιτυχία της κυβερνητικής πολιτικής και ανακοινώνει «δωράκια». Όμως, ακόμα και αυτά τα ελάχιστα η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν τα δίνει από κάποια δική της αβίαστη θέληση αλλά κάτω από το βάρος της κοινωνικής δυσαρέσκειας και οργής που ξέσπασε μπροστά στο έγκλημα και την τεράστια συγκάλυψη των Τεμπών.

Η κάθοδος εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων στο δρόμο, η συμμετοχή τους σε μία από τις μεγαλύτερες απεργίες των τελευταίων ετών και η κατρακύλα των ποσοστών της ΝΔ είναι αυτά που αναγκάζουν τους κυβερνώντες να παρουσιάσουν κάποια υ­πο­τιθέμενα μέτρα ανακούφισης, προκειμένου ν’ αναστραφεί το κλίμα.

Μετά την αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 50 ολόκληρα ευρώ μεικτά (τα οποία φρόντισε να πάρει πίσω εις διπλούν με τη φορολογία), η κυβέρνηση απευθύνεται στους ενοικιαστές και τους χαμηλοσυνταξιούχους. Επιστροφή ενός ενοικίου κάθε Νοέμβρη, βάσει εισο­δηματικών κριτηρίων και εφόσον αποτελεί πρώτη κατοικία, και καταβολή εφάπαξ ετησίως 250 ευρώ σε χαμηλοσυνταξιούχους.

Δεν παίρνει μέτρα αύξησης των συντάξεων, αρνείται να λάβει δραστικά μέτρα για την εκτόξευση των ενοικίων και απαντάει με μέτρα-ασπιρίνες, την ώρα μάλιστα που για ένα τεράστιο κομμάτι εργαζομένων και φοιτητών το ζήτημα της στέγασης έχει μετατραπεί σε εφιάλτη. Στην πραγματικότητα πετάει λίγα ευρώ στους «ωφελούμενους», όπως τους χαρακτηρίζει.

Το ματωμένο πλεόνασμα, προϊόν ληστρικής φορολογίας, διάλυσης της δημόσιας υγείας με τεράστιες περικοπές, μείωσης των δαπανών συνολικά προς την πρόνοια και την παιδεία, πληθωρισμού με ασταμάτητες αυξήσεις των τιμών και εξοντωτικής καταβολής ΦΠΑ, δεν επιστρέφεται στην κοινωνία παρά μόνο ως ψίχουλα.

Το ερώτημα που πολύ συχνά μπαίνει κυρίως από κυβερνητικά στελέχη, αναπαράγεται από μεγαλοδημοσιογράφους και ενδεχομένως να αφομοιώνεται από κάποιο μικρό τμήμα της κοινωνίας, είναι το κατά πόσο οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι ακόμα και αν δεν λύνουν το πρόβλημα, δεν παύουν να προσφέρουν έστω μία ελάχιστη ανακούφιση, πολύ μικρής διάρκειας.

Με άλλα λόγια όσο και αν έχουν πολύ μικρή αξία τα 250 ευρώ ετησίως, δεν παύουν να είναι περισσότερα από τα 0 ευρώ ετησίως.

Η απάντηση σε αυτό το «επιχείρημα» οφείλει να θέτει ένα άλλο ερώτημα. Ποιος ευθύνεται για την ακρίβεια, για τους μισθούς που τελειώνουν στο πρώτο δεκαπενθήμερο, για τη στεγαστική κρίση, για το εξοντωτικό κόστος φαρμάκων που πλέον ένας συνταξιούχος καλείται να επωμιστεί;

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη και η πολιτική που εφαρμόζει είναι υπεύθυνη για τις τεράστιες ανατιμήσεις φαρμάκων και την αύξηση συμμετοχής σε αυτά με αποτέλεσμα ηλικιωμένοι, συνταξιούχοι και άτομα με χρόνια νοσήματα και αναπηρίες να μην μπορούν να αντεπεξέλθουν και να καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα στην υγεία και άλλες πολύ βασικές ανάγκες. Είναι απόλυτα υπεύθυνη για τις ανατιμήσεις όλων των ειδών πρώτης ανάγκης και των τροφίμων, σε τέτοιο βαθμό που να φτάνει κανείς να πληρώνει ελληνικά προϊόντα όπως η φέτα και το λάδι παραπάνω και από έναν κάτοικο άλλης ευρωπαϊκής χώρας.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι υπεύθυνη για το τεράστιο πρόβλημα της στέγασης, αφού δεν παίρνει κανένα ουσιαστικό μέτρο παρέμβασης και υπηρετεί με μεγάλη θέρμη τη μετατροπή της χώρας σε επενδυτικό παράδεισο του real estate και σε ένα τεράστιο rbnb παροχής υπηρεσιών για τουρίστες. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat το ποσοστό του κόστους στέγασης στην Ελλάδα επί του συνολικού διαθέσιμου εισοδήματος ανέρχεται στο 35,2%, όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ είναι στο 19,7%. Η επιστροφή ενός ενοικίου όχι απλά δεν λύνει το πρόβλημα αλλά αντιθέτως θα χρησιμοποιηθεί για μεγαλύτερη είσπραξη φόρων αφού οι ενοικιαστές θα πρέπει να παρουσιάζουν συμβόλαια με το πραγματικό ποσό κάτι που είναι πολύ πιθανό να οδηγήσει σε νέες αυξήσεις των ενοικίων.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, υπέρμαχος της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και του ξεπουλήματος δημόσιων υπηρεσιών σε επενδυτές, είναι απόλυτα υπεύθυνη για τις τεράστιες ανατιμήσεις των τιμολογίων του ρεύματος, αφού αφενός υποστήριξε την ιδιωτικοποίηση αυτού του αγαθού, αφετέρου φροντίζει να υπάρχει νομικό πλαίσιο τέτοιο ώστε οι ιδιωτικές εταιρείες ρεύματος να κερδοφορούν ασύδοτα.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι υπεύθυνη για την ασύδοτη δράση των funds στους πλειστηριασμούς σπιτιών. Ο πιο πρόσφατος νόμος που ψηφίστηκε τη μεγάλη Δευτέρα παραδίδει σε εισπρακτικές εταιρείες και funds τα χρέη των αγροτών και των ελεύθερων επαγγελματιών προς τον ΕΦΚΑ.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι υπεύθυνη για τη διάλυση της δημόσιας υγείας με αποτέλεσμα οι ασθενείς να καταφεύγουν σε ιδιωτικές κλινικές, προσθέτοντας άλλο ένα τεράστιο έξοδο.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι υπεύθυνη για τις αυξήσεις στις δαπάνες για υγεία, μόρφωση, σίτιση, στέγαση και μετακίνηση, για τον συνεχιζόμενο ληστρικό ΕΝΦΙΑ, τη φορολεηλασία, τον εξωφρενικά υψηλό ΦΠΑ και τις ληστρικές χρεώσεις των τραπεζών.

Όλα αυτά δεν έτυχαν στη θητεία της ΝΔ. Όλα αυτά αποτελούν πολιτική επιλογή. Η οικονομική αφαίμαξη των φτωχών και μικρομεσαίων στρωμάτων της κοινωνίας, το ξεπούλημα και οι ιδιωτικοποιήσεις, ώστε να διοχετευτεί χρήμα, να αυξήσει την κερδοφορία του και να διαφύγει την κρίση το ντόπιο κεφάλαιο και οι ξένοι επενδυτές, είναι η πολιτική που σταθερά υπηρετεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη σε συνέχεια όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων.

Είναι υποκρισία λοιπόν αυτός που επιβάλλει την οικονομική λεηλασία και καταδικάζει εκατομμύρια ανθρώπους στη φτώχεια να παριστάνει ότι παίρνει μέτρα πετώντας ορισμένα ψίχουλα.

Στην πραγματικότητα, με το ένα χέρι πετάει ψίχουλα και με το άλλο χέρι νομοθετεί και φροντίζει να διαμορφώνει ολοένα και πιο ευνοϊκό περιβάλλον για την ασύδοτη κερδοφορία των επενδυτών στις πλάτες των λαϊκών στρωμάτων.

Τράπεζες, ιδιωτικά κεφάλαια στην υγεία, επενδυτές ακινήτων, εφοπλιστές, εταιρείες ενέργειας και εισπρακτικές αυξάνουν τα κέρδη τους. Είναι άλλωστε αυτοί που ευνοούνται και απολαμβάνουν το μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας των πλεονασμάτων. Την ίδια ώρα οι μικρομεσαίοι και τα λαϊκά στρώματα φτωχαίνουν και στενάζουν προκειμένου να καλύψουν βασικές ανάγκες.

Αυτή η υποκρισία αποκαλύπτεται ολοένα και περισσότερο στα μάτια της ελληνικής κοινωνίας, που ψάχνει διέξοδο στα τεράστια προβλήματα επιβίωσης.

Διέξοδο η οποία δεν βρίσκεται πουθενά αλλού πέρα από το δρόμο της 28ης Φλεβάρη, του μαζικού απεργιακού αγώνα κάτω από κοινό βηματισμό και κοινά αιτήματα.