Μόλις πριν από λίγες εβδομάδες και εν μέσω θέρους ψηφίστηκε από την κυβερνητική πλειοψηφία ο ν.5324/2026 με τον οποίο ιδρύεται μια Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία «Οργανισμός Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς ΑΕ (Hellenic Heritage Organization SA)», ως «επιχειρησιακός βραχίονας» του Οργανισμού Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων, με σκοπό να αναλάβει για 50 τουλάχιστον χρόνια τη διαχείριση όλων των αρχαιολογικών χώρων, των μνημείων και των ιστορικών τόπων, εισπράττοντας τα έσοδα από τα εισιτήρια, τα πωλητήρια, τα αναψυκτήρια, αλλά και τα λοιπά έσοδα από την κινητή περιουσία του Υπουργείου Πολιτισμού.

Ο νόμος, ακόμα, προβλέπει ότι η νέα μορφή διαχείρισης θα δίνει υπερεξουσίες σε ένα ΔΣ διορισμένο από τον εκάστοτε Υπουργό Πολιτισμού και δεν θα υπόκειται σε θεσμικούς ελέγχους, παρά μόνο σε εσωτερικούς, ενώ η χρηματοδότηση και η λειτουργία του θα επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό. Η ψήφιση, όπως ήταν αναμενόμενο, συνάντησε πολλές αντιδράσεις από τους εργαζόμενους στον τομέα του Πολιτισμού (αρχαιολόγοι, συντηρητές, ξεναγοί, κτλ.), οι οποίοι ένωσαν τις φωνές τους την Τετάρτη 29 Ιουλίου στο κέντρο της Αθήνας με συμμετοχή σε κινητοποίηση και με κύριο σύνθημα «Κάτω τα χέρια απ’ τα μνημεία».
Το έδαφος για αυτή την εξέλιξη ιδιωτικοποίησης του πολιτιστικού κεφαλαίου της χώρας (τα έσοδα του οποίου ανήλθαν το 2025 στα 250 εκατ. ευρώ), είχε προετοιμαστεί πολύ καιρό πριν. Κατ’ αρχάς, με την μετατροπή του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων (ΤΑΠ) σε Οργανισμό Διαχείρισης και Ανάπτυξης (ΟΔΑΠ) το 2020, δηλαδή ένα ΝΠΔΔ που εφάρμοσε μια νέα τιμολογιακή πολιτική διαχείρισης και εκμετάλλευσης της πολιτιστικής κληρονομιάς με όρους αγοράς και με αναθέσεις σε «ημέτερους»: μεγάλη αύξηση των εισιτηρίων με τον ταυτόχρονο περιορισμό των εκπτώσεων σε ειδικές ομάδες επισκεπτών, προώθηση «εξατομικευμένων» ιδιωτικών επισκέψεων σε όλο και περισσότερα μνημεία έναντι υψηλότατου αντιτίμου, καθιέρωση πριβέ γευμάτων σε 21 αρχαιολογικούς χώρους με το πρόσχημα της προώθησης τοπικών προϊόντων, ανάθεση της λειτουργίας αναψυκτηρίων στη γνωστή αλυσίδα «Γρηγόρης μικρογεύματα» με πολλά φαινόμενα αισχροκέρδειας, και πιο πρόσφατα, την εξαγγελία για χρήση χώρων υγιεινής και ιματιοθήκης στην Ακρόπολη έναντι αντιτίμου.
Λίγες μέρες μετά την ψήφιση του νόμου έγινε και η ανάθεση 27 πωλητηρίων σε εμβληματικούς αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία (Ακρόπολης, Δελφών, Ολυμπίας, Κνωσού, Μυκηνών, Επιδαύρου κτλ.) σε ιδιώτη με ιδιαίτερα προνομιακούς όρους. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα εν λόγω πωλητήρια κατασκευάστηκαν μέσα στους χώρους ή ανακαινίστηκαν ριζικά πολύ πρόσφατα με χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης και δόθηκαν μέσω 11 διαφορετικών διαγωνισμών, στις εταιρείες Space Hellas A.E. – Radiant Technologies A.E., τις μόνες εταιρείες που υπέβαλαν προσφορά, με αντίτιμο 50.600 ευρώ τον μήνα και ποσοστό 2% επί των κερδών για έξι χρόνια με δυνατότητα ανανέωσης για άλλα έξι. Για τη δημιουργία αυθεντικών αντιγράφων, παραχωρήθηκαν στον ιδιώτη και τα εργαστήρια εκμαγείων του ΥΠΠΟ (!), ενώ παράλληλα του δόθηκε η δυνατότητα να διαθέσει προς πώληση στα επίσημα πωλητήρια των χώρων προϊόντα δικής του έμπνευσης και παραγωγής.
Είναι πλέον φανερή και χωρίς περιστροφές η αλλαγή στόχευσης της πολιτιστικής διαχείρισης της χώρας: η προτεραιότητα μετατοπίζεται από τον κοινωνικό και εκπαιδευτικό ρόλο των μνημείων στη δημιουργία κέρδους. Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής είναι ήδη απτά: όλο και λιγότεροι επισκέπτες στα μουσεία και τα μνημεία (150.000 λιγότεροι επισκέπτες για το 2025 λόγω αύξησης των εισιτηρίων), παραγκωνισμός των μαθητών και άλλων πληθυσμιακών ομάδων που δεν αποφέρουν κέρδος (αποκλεισμός από συγκεκριμένες ζώνες επίσκεψης), προώθηση μεγάλου ποσοστού των εισιτηρίων σε οργανωμένες επισκέψεις (κατά 85%) σε βάρος των μεμονωμένων επισκεπτών, παραχώρηση αρχαιολογικών χώρων για γλέντια (Σπιναλόγκα, Νιόκαστρο Πύλου), αλλοιώνοντας τον συμβολισμό τους και την ιστορική τους βαρύτητα, και ανάλογη φθορά των μνημείων, μείωση προσωπικού και παραμέληση μικρότερων χώρων, ειδικότερα εκείνων που αξιολογήθηκαν ως λιγότερο σημαντικοί (οικονομικά) από τον ΟΔΑΠ.
Μια πολιτική που προκρίνει το κέρδος ως στόχο, που απομακρύνει τους πολίτες από την ιστορία τους και την έγκυρη επιστημονική γνώση, μια πολιτική που υπονομεύει την προστασία των μνημείων, την προσβασιμότητα του ευρέος κοινού, την ασφάλεια των εργαζομένων και των επισκεπτών.
Και το σημαντικότερο, ίσως, απ’ όλα: η εμπέδωση ότι τα μνημεία (και τα έσοδά τους) τα νέμονται οι λίγοι και εκλεκτοί, με πιο πρόσφατο παράδειγμα την ιδιωτική επίσκεψη γκρουπ 70 ατόμων στην Ακρόπολη τη νύχτα της αυγουστιάτικης πανσελήνου, όταν ο χώρος είναι παραδοσιακά κλειστός για το κοινό.
Ωστόσο έγινε «εν κρυπτώ», για να βλέπουν όλοι ξεκάθαρα και την ιδιωτικοποίηση και την ιδιοποίηση των μνημείων γιατί τελικά μπορεί να είμαστε όλοι ίσοι, αλλά κάποιοι είναι «πιο ίσοι» από τους υπόλοιπους.












