Αμήχανη και αδύναμη εμφανίζεται η κυβέρνηση Μητσοτάκη και στο ζήτημα της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου. Οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν ότι η πλήρης υποταγή της κυβέρνησης (και της αντιπολίτευσης) στην εκδούλευση ευρωατλαντικών συμφερόντων όχι μόνο δεν διασφαλίζουν τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα αλλά, αντίθετα, τα υποσκάπτουν.

Ο Μητσοτάκης περιγράφει την κατάσταση στο Αιγαίο σαν να «έχει ένα αεράκι, έναν ελαφρύ κυματισμό, αλλά, όπως ο καιρός αλλάζει, έτσι συμβαίνει και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις». Επιχειρεί έτσι να συγκαλύψει με «μετεωρολογικούς» όρους την αποτυχία της ενδοτικής πολιτικής των «ήρεμων νερών», που επιβάλλεται από τις Βρυξέλλες και την Ουάσιγκτον. Καλλιεργώντας εφησυχαστικές ψευδαισθήσεις προβάλλει τον «ελαφρύ κυματισμό» για να παρακάμψει τη βασική τάση του «φουρτουνιασμένου καιρού».

Ωστόσο, η εθνική κυριαρχία της Ελλάδας, σύμφωνα με την ωμή ομολογία του επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, εξαρτάται από τις αμερικανικές «δεσμεύσεις από άλλες χώρες», βάζοντας στο κάδρο την Τουρκία. Γι’ αυτό ο «υψηλός φιλοξενούμενος» της κυβέρνησης, Ρούμπιο, επέδειξε «διπλωματική» ασάφεια στην ερώτηση αν οι ΗΠΑ στηρίζουν την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου. Άδειασε την προβλέψιμη και σε όλα πρόθυμη κυβέρνηση, απαντώντας ότι αν και οι ΗΠΑ είναι «απόλυτα προσηλωμένες στην επιτυχία αυτών των έργων», ωστόσο αυτά συνδέονται με «μια πολύ λεπτή κατάσταση, που αφορά και άλλες χώρες» και προέτρεψε την αντιμετώπιση τέτοιων ζητημάτων «μέσω της ιδιωτικής διπλωματίας». Μυστική διπλωματία, πάνω στις πλάτες του ελληνικού λαού, με την εποπτεία της Ουάσιγκτον σε εφαρμογή της διαχρονικής πολιτικής των επικυρίαρχων του «διαίρει και βασίλευε».

Το ίδιο μήνυμα έστειλε, ο Ρούμπιο, και με τη διαβεβαίωση ότι οι ΗΠΑ δε θα επιτρέψουν ποτέ μια «άσχημη τροπή στο Αιγαίο ή στην Κύπρο». Ωστόσο, η «άσχημη τροπή» συντελείται με κύρια ευθύνη των ΗΠΑ, τόσο στο Αιγαίο με την ανοχή και υποκίνηση των τουρκικών επεκτατικών φιλοδοξιών, όσο και στην Κύπρο από την οργάνωση της τουρκικής εισβολής και τη διαιώνιση του κατοχικού Αττίλα. Την «άσχημη τροπή» αναδεικνύει και η δημόσια εσωκομματική αντιπαράθεση του νεοδημοκράτη βουλευτή, Συρίγου, ο οποίος επιμένει ότι η Ελλάδα «υποχώρησε» δύο φορές (τον Ιούλιο και τον Νοέμβριο του 2024) στην Κάσο κατά τη διάρκεια ερευνών βυθού για το ηλεκτρικό καλώδιο διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου.

Σε κάθε περίπτωση, η Ουάσιγκτον εκπέμπει το μήνυμα να πέσουν οι ψυχροπολεμικοί τόνοι και στις δυο πλευρές του «γκρίζου» Αιγαίου, καθώς στη θερμή περιοχή από την Ουκρανία μέχρι τη Μέση Ανατολή δεν επιθυμεί νέα ρήγματα. Όμως ακριβώς αυτό το «καθεστώς» της ασαφούς δικαιοδοσίας στο Αιγαίο νομιμοποιεί και εδραιώνει τις τουρκικές διεκδικήσεις. Σε αυτή την κατεύθυνση προσαρμόζεται η κυβέρνηση, που περιορίζεται να επικαλείται το Διεθνές Δίκαιο και το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον. «Το έργο αυτό δεν είναι πια ένα ελληνοκυπριακό έργο, είναι ένα ευρωπαϊκό έργο», τονίζει ο Μητσοτάκης προσθέτοντας πως η έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην Κάσο «αφορούσε αποκλειστικά δραστηριότητα εντός των χωρικών υδάτων». Αναγνωρίζει έτσι την ταπεινωτική υποχώρηση της άσκησης της κρατικής κυριαρχίας από την κυβέρνησή του, μπροστά στις τουρκικές φρεγάτες και τη «συμμαχική» εγκατάλειψη.

Από τους κυβερνητικούς κομπασμούς στην αναδίπλωση

Όταν η άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων εκχωρούνταν στους γαλλικούς κολοσσούς της Nexans (για την παραγωγή/προμήθεια του καλωδίου) και της Meridiam (για τη διαχείριση του έργου) οι κυβερνητικοί κομπασμοί περίσσευαν. Το καλώδιο θα προχωρήσει, «αν χρειαστεί, βεβαίως θα υπάρξει και η φρεγάτα και θα υπάρξουν και τα αναβαθμισμένα F-16», «είμαστε έτοιμοι για κάθε σενάριο», έλεγε ο Γεραπετρίτης.

Αργότερα …ήρθαν οι ανακοινώσεις του τουρκικού υπουργείου Άμυνας που δήλωνε ότι δεν θα επιτρέψει την πόντιση του ηλεκτρικού καλωδίου διασύνδεσης (Great Sea Interconnector- GSI) μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, εάν δεν υπάρξει προηγούμενος συντονισμός και άδεια από την Άγκυρα. Ταυτόχρονα, ο Ερντογάν προχώρησε στη μονομερή ανακήρυξη των δύο θαλάσσιων πάρκων στη Νοτιοδυτική Τουρκία περικλείοντας ολόκληρη τη θαλάσσια περιοχή γύρω από το Καστελόριζο και στο Βόρειο Αιγαίο, αγνοώντας το δικαίωμα των νησιών σε υφαλοκρηπίδα. Επακολούθησε ο «ελαφρύς ανασχεδιασμός» της πορείας του καλωδίου, ώστε να «παρακαμφθούν» οι τουρκικές απαιτήσεις, συνοδευόμενες από πιο ήπια ρητορική (και από τις δυο πλευρές) με επικλήσεις του διεθνούς δικαίου.

Η διελκυστίνδα των ελληνοτουρκικών μετατοπίζεται στην «απειλή» από ελληνικής πλευράς, της επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ναυτικά μίλια γύρω από την Κρήτη, μετατρέποντας το νόμιμο ελληνικό δικαίωμα σε στοιχείο διαπραγμάτευσης. Από την άλλη, η Άγκυρα καθυστερεί την έγκριση από την τουρκική εθνοσυνέλευση του νομοσχεδίου για τη νομοθετική κατοχύρωση της «Γαλάζιας Πατρίδας» που είχε προαναγγελθεί για τον Οκτώβριο. Παράλληλα, σαν αντίβαρο στο GSI ενεργοποιεί την ενεργειακή διασύνδεση (ηλεκτρικό καλώδιο και αγωγός φυσικού αερίου) Τουρκίας – κατεχομένων, στέλνοντας ανοιχτά της κατεχόμενης Κερύνειας το «Ορούτς Ρέις» (συνοδευόμενο από υποστηρικτικά πλοία) σε μια προκλητική κίνηση επιβολής στην πράξη τής θεωρίας της για την «τουρκική υφαλοκρηπίδα».

Η γεωπολιτική αναβάθμιση της Τουρκίας και οι περιφερειακοί συσχετισμοί

Πέρα από τις υποδείξεις της Ουάσιγκτον, το γεωπολιτικό τοπίο επηρεάζεται από τη συνεχή αναβάθμιση του πολιτικού εκτοπίσματος της Τουρκίας. Στις σοβαρές επιχειρηματικές δραστηριότητες της Meridiam στην Τουρκία με τρέχουσες συμβάσεις στον τομέα της υγείας πάνω από 2,3 δισεκατομμύρια ευρώ και το ενδιαφέρον για επέκταση της παρουσίας της και σε άλλους τομείς (υποδομές, μεταφορές και γέφυρες), έρχεται να προστεθεί η «Διαστημική σχέση» Άγκυρας-Ρώμης που προγραμματίζει την εκτόξευση τουρκικού διαστημοπλοίου στις αρχές του 2027 με προορισμό τη Σελήνη.

Διεμβολίζοντας τη στρατηγική ελληνογαλλική συμμαχία (χτισμένη πάνω στα Ραφάλ και τις Μπελαρά) η Τουρκία υπέγραψε, πρόσφατα, με τη Γαλλία «Οδικό Χάρτη Αμυντικής Συνεργασίας» ανοίγοντας το δρόμο στη συμπαραγωγή και οπλικών συστημάτων.