Η περιοδεία του Ντόναλντ Τραμπ στη Νοτιοανατολική Ασία και τη Νότια Κορέα και οι αντίστοιχες επισκέψεις του Κινέζου προέδρου ανέδειξαν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο την ένταση του αμερικανοκινεζικού ανταγωνισμού στην περιοχή. Οι σύνοδοι της ASEAN (Ένωση Χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας) στην Κουάλα Λουμπούρ της Μαλαισίας και της APEC (Οικονομική Συνεργασία Ασίας – Ειρηνικού) στη Σεούλ μετατράπηκαν σε πεδίο όπου οι δύο μεγάλες δυνάμεις επιχείρησαν να επιβάλουν την πολιτική και οικονομική τους ατζέντα.

Η Κίνα, υπό τον Σι Τζινπίνγκ, προσέρχεται πλέον ως ισχυρή ιμπεριαλιστική δύναμη που διεκδικεί ηγεμονικό ρόλο στην Ασία και ευρύτερα. Με την πρόσφατη αναβάθμιση της συμφωνίας ελευθέρου εμπορίου Κίνας και χωρών του ASEAN -«China–ASEAN FTA (CAFTA) 3.0»- το Πεκίνο προωθεί μια ατζέντα «αμοιβαίας ανάπτυξης» που βασίζεται στις επενδύσεις σε υποδομές, στη ψηφιακή οικονομία και στην πράσινη ενέργεια. Ο υπουργός Εξωτερικών, Γουάνγκ Γι, λίγο πριν την πολυαναμενόμενη συνάντηση Κορυφή Τραμπ– Σι δήλωσε ότι ένας «πολυπολικός» κόσμος αναδύεται και ζήτησε «να πάψει η πολιτικοποίηση οικονομικών και εμπορικών ζητημάτων, ο τεχνητός κατακερματισμός των παγκόσμιων αγορών και η προσφυγή σε εμπορικούς πολέμους και μάχες για τους δασμούς», απαντώντας έμμεσα στα αμερικανικά σχέδια περιορισμού της κινεζικής επιρροής.

Απέναντι, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να ανακόψει αυτή τη διείσδυση. Ο Τραμπ από τη Σεούλ διατράνωσε πως η «Η Αμερική επέστρεψε – Πιο δυνατή από ποτέ» και υποσχέθηκε μια «χρυσή εποχή» για την αμερικανική οικονομία και αναβίωση της βιομηχανικής παραγωγής και του ναυπηγοεπισκευαστικού κλάδου. Ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ και η Νότια Κορέα κατέληξαν σε εμπορική συμφωνία και εξήρε την επένδυση της κορεατικής Hanwha Ocean, η οποία βρίσκεται υπό κινεζικές κυρώσεις, στα χειμαζόμενα ναυπηγεία της Φιλαδέλφειας.

Στο ίδιο πνεύμα, οι ΗΠΑ υπέγραψαν συμφωνία αμοιβαίου εμπορίου με την Καμπότζη καθώς και συμφωνία με την Ταϊλάνδη και την Ιαπωνία για τις σπάνιες γαίες, με στόχο τη δημιουργία εναλλακτικών αλυσίδων εφοδιασμού, καθώς η Κίνα ελέγχει περίπου το 90% της επεξεργασίας τους παγκοσμίως. Παράλληλα, ο Τραμπ άσκησε πιέσεις σε Ινδία και Ιαπωνία να περιορίσουν τις εισαγωγές ρωσικής ενέργειας, θέλοντας να ευθυγραμμίσει την οικονομική τους πολιτική με τις δυτικές κυρώσεις και να ανοίξει νέες αγορές για τους Αμερικανούς πετρελαιάδες.
Μακιγιάροντας το προσωπείο του «ειρηνοποιού», ο επικεφαλής του αιματοβαμμένου αμερικανικού ιμπεριαλισμού, συνυπέγραψε συμφωνία κατάπαυσης του πυρός μεταξύ της Καμπότζης και της Ταϊλάνδης κατά την άφιξή του στην Μαλαισία.

Οι ενέργειες αυτές συνοδεύτηκαν από ανακοινώσεις για ένα προσωρινό πλαίσιο συνεννόησης με το Πεκίνο, που προετοίμασε το έδαφος για τη συνάντηση κορυφής Τραμπ–Σι στη σύνοδο της APEC. Το πλαίσιο αυτό προβλέπει αναστολή της επιβολής νέων δασμών εκατέρωθεν και επανεκκίνηση των συνομιλιών για περιορισμό των εξαγωγικών απαγορεύσεων σε κρίσιμες τεχνολογίες και πρώτες ύλες.
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Μπέσεντ, δήλωσε ότι κατέληξε σε ένα «πολύ ουσιαστικό πλαίσιο» (συμφωνίας) με τον Κινέζο αντιπρόεδρο Χε Λιφένγκ το οποίο θα αποτρέψει τους αμερικανικούς δασμούς 100% σε κινεζικά προϊόντα και επιτυγχάνει τη χρονική αναβολή ελέγχων στις εξαγωγές σπάνιων γαιών από την Κίνα. Αναγνωρίζοντας ουσιαστικά πως οι αμερικανικοί δασμοί δεν κατόρθωσαν να γονατίσουν την κινεζική οικονομία, δήλωσε ότι αυτή η συμφωνία θα επιτρέψει στους δύο ηγέτες να συζητήσουν περαιτέρω τη μεταξύ τους εμπορική συνεργασία.

Απαντώντας σε ερώτηση αν περιμένει ότι οι ΗΠΑ θα προχωρήσουν με την απειλή δασμών 100% στα κινεζικά προϊόντα, ο Μπέσεντ είπε: «Όχι, και επίσης περιμένω ότι θα πάρουμε κάποιου είδους χρονική αναβολή στους ελέγχους εξαγωγών σπάνιων γαιών που είχαν συζητήσει οι Κινέζοι». Πρόσθεσε ότι οι τελικοί όροι θα αποφασιστούν από τους δύο ηγέτες.
Από την πλευρά του, ο επικεφαλής της διαπραγματευτικής ομάδας της Κίνας για το εμπόριο, ο Λι Τσενγκάνγκ, δήλωσε πως οικονομικοί αξιωματούχοι από την Κίνα και τις ΗΠΑ κατέληξαν σε μια αρχική συναίνεση σε ένα φάσμα θεμάτων που περιλαμβάνει την παράταση της εμπορικής εκεχειρίας τους, τη φαιντανύλη και εξαγωγικούς ελέγχους. Τελικά έγινε η αναμενόμενη συνάντηση Τράμπ – Σι. Τα αποτελέσματά της είχαν βασικά προαναγγελθεί, με κατάληξη κάποιον αμοιβαίο συμβιβασμό.

Παρά τις δημόσιες δηλώσεις περί «συνεννόησης» και «ισορροπίας», η πραγματικότητα δείχνει πως ο συμβιβασμός είναι προσωρινός. Οι εκατέρωθεν δασμοί παραμένουν σε ισχύ, οι περιορισμοί στις εξαγωγές μικροτσίπ και τεχνολογικού εξοπλισμού δεν έχουν αρθεί, και οι ΗΠΑ προωθούν παράλληλα νέα περιφερειακά σχήματα συνεργασίας που στοχεύουν στον περιορισμό της Κίνας. Είναι δεδομένο ότι στη συνάντηση Τραμπ-Σι τέθηκε, εκτός από τους δασμούς, όλο το πλαίσιο των αντιθέσεων ΗΠΑ- Κίνας. Από τη Ρωσία έως την Ταϊβάν και από τη Νότια Σινική Θάλασσα μέχρι την αποδολαριοποίηση, κλπ.
Η αμερικανική πολιτική επιδιώκει να «φρενάρει» την ιμπεριαλιστική άνοδο της Κίνας, χρησιμοποιώντας τα εργαλεία των κυρώσεων, των εμπορικών περιορισμών και των περιφερειακών συμ­μαχιών. Ωστόσο, η πραγματικότητα δείχνει ότι οι πιέσεις αυτές δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα. Η κινεζική βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας αναπτύσσεται ταχύτερα απ’ όσο υπολόγιζε η Ουάσιγκτον, ενώ η εξάρτηση των παγκόσμιων αγορών από την κινεζική παραγωγή παραμένει καθοριστική.

Οι χώρες της περιοχής βρίσκονται έτσι σε μια κρίσιμη ισορροπία και διελκυστίνδα. Από τη μια, βλέπουν τις αμερικανικές επενδύσεις και τη στρατιωτική παρουσία να ενισχύονται, από την άλλη γνωρίζουν ότι το κινεζικό εμπόριο και οι επενδύσεις αποτελούν τη βασική πηγή ανάπτυξής τους. Παράλληλα ενισχύεται και το στρατιωτικό αποτύπωμα του Πεκίνου.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συνάντηση Τραμπ–Σι στο περιθώριο της APEC δεν έδωσε οριστική λύση, αλλά επιβεβαίωσε τη νέα φάση ενός μακρόχρονου ανταγωνισμού. Οι δυο δυνάμεις φαίνεται να επιχείρησαν έναν προσωρινό «συμβιβασμό τακτικής», ώστε να κερδίσουν χρόνο για την ανασύνταξή τους.

Για τους λαούς της περιοχής, όπως και για τους λαούς όλου του κόσμου, καμία πλευρά αυτού του ανταγωνισμού δεν μπορεί να προσφέρει πραγματική ασφάλεια ή ευημερία. Ο αγώνας των δύο ιμπεριαλιστικών δυνάμεων δεν γίνεται για την ειρήνη, αλλά για τον έλεγχο των πόρων, των αγορών και της τεχνολογίας. Η μόνη ρεαλιστική προοπτική βρίσκεται στον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία, στην αντιιμπεριαλιστική πάλη και την αλληλεγγύη των λαών της περιοχής.
Η Ασία, αντί να αποτελεί το επίκεντρο των ανταγωνισμών, μπορεί και πρέπει να γίνει το πεδίο όπου οι λαοί της θα χαράξουν τη δική τους πορεία, μακριά από τα νύχια του αμερικανικού αετού και τα δόντια του κινεζικού δράκου.