Έχοντας από καιρό προετοιμάσει το έδαφος με τη συγκέντρωση του 10% των στρατιωτικών τους δυνάμεων, τον αεροναυτικό αποκλεισμό, τις γκαγκστερικές επιθέσεις σε πλοιάρια (που έχουν κοστίσει τη ζωή σε τουλάχιστον 110 ανθρώπους) και πιο πρόσφατα με τις πειρατικές καταλήψεις δεξαμενόπλοιων πετρελαίου στα χωρικά ύδατα της Βενεζουέλας, κουρελιάζοντας κάθε έννοια διεθνούς δικαίου, καταπατώντας την εθνική κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της λατινοαμερικάνικης χώρας και με το γελοίο επιχείρημα περί «ναρκοτρομοκρατίας», για το οποίο ωστόσο δεν έχουν παραθέσει το παραμικρό αποδεικτικό στοιχείο, οι Αμερικάνοι ιμπεριαλιστές πραγματοποίησαν αιφνιδιαστικά, τα ξημερώματα της 3ης Ιανουαρίου, επιθετική στρατιωτική επιχείρηση στη Βενεζουέλα και βίαιη απαγωγή του προέδρου Μαδούρο και της συζύγου του από την πρωτεύουσα της χώρας, Καράκας, τους οποίους μετέφεραν και τους κρατούν αιχμάλωτους στη Νέα Υόρκη.

Στο πλαίσιο της επιχείρησης «Απόλυτη Αποφασιστικότητα», οι διεθνείς σερίφηδες των ΗΠΑ βομβάρδισαν τουλάχιστον 5 στρατηγικούς στόχους στην επικράτεια της Βενεζουέλας, στρατιωτικές και άλλες σημαντικές υποδομές, προκαλώντας δεκάδες θύματα (για 80 νεκρούς κάνουν λόγω τα επιτελεία των επιθετιστών), μεταξύ των οποίων και άμαχοι. Τουλάχιστον 150 αμερικανικά αεροσκάφη συμμετείχαν στην καταδρομική επίθεση. Οι αμερικανικές δυνάμεις έπληξαν το συγκρότημα Fuerte Tiuna που στεγάζει το υπουργείο Άμυνας, τη στρατιωτική ακαδημία και άλλες σημαντικές στρατιωτικές υποδομές.

Από την πρώτη στιγμή, τα επιτελεία του τραμπισμού και η διατεταγμένη δημοσιογραφία εντός των ΗΠΑ και παγκοσμίως, σε μια χυδαία και μεθοδευμένη επιχείρηση καλλιέργειας κλίματος «σοκ και δέους» σε πλανητικό επίπεδο, με πρόδηλο στόχο τον εκφοβισμό, την κατατρομοκράτηση και την παράλυση των λαϊκών αντιστάσεων, αναπαρήγαγαν μονότονα την πολεμική προπαγάνδα του Τραμπ, αποκλείοντας και εξαφανίζοντας ουσιαστικά από τα ραδιοτηλεοπτικά δίκτυα και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ακόμα και την επίσημη αντίδραση και εκδοχή των γεγονότων εκ μέρους της κρατικής ηγεσίας της Βενεζουέλας! Πολύ περισσότερο εξαφάνισαν τις μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις σε δεκάδες πολιτείες των ΗΠΑ και σε όλο τον κόσμο.

Στο ελεεινό επικοινωνιακό-πανηγυρικό σόου που στήθηκε για το σκοπό αυτό, πρωταγωνιστής ήταν ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος, ο οποίος αφού μας πληροφόρησε πως παρακολούθησε «ζωντανά» το νέο αυτό έγκλημα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, δημαγώγησε με τυμπανοκρουσίες για την «εκπληκτική στρατιωτική επιχείρηση που δεν έχει ξαναδεί ο κόσμος από την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου». Ξεδιάντροπα ο Τραμπ διακήρυξε «θα παραμείνουμε στη Βενεζουέλα για όσο χρειαστεί και θα διοικήσουμε τη χώρα για κάποιο χρονικό διάστημα. […] Οι πολύ μεγάλες αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες μας, οι πιο σημαντικές στον κόσμο θα πάνε επιτόπου», αφήνοντας άναυδο τον πλανήτη και αποκαλύπτοντας τους πραγματικούς σκοπούς της αμερικάνικης επέμβασης.

Στο ίδιο μήκος κύματος, στην επίμαχη «συνέντευξη τύπου», τη σκυτάλη πήρε ο υπουργός πολέμου Χέγκσεθ, κομπορρημονώντας πως: «Αυτό που παρακολούθησα χθες το βράδυ ήταν τα κότσια και το σθένος, η γενναιότητα και η δόξα του αμερικάνου πολεμιστή. Αυτό είναι το “πρώτα η Αμερική”. Αυτό είναι η ειρήνη μέσω της ισχύος».

Ο Τραμπ ασυγκράτητος συνέχισε τις αφόρητες πιέσεις και τους ωμούς εκβιασμούς προς την ηγεσία και το λαό της Βενεζουέλας, αξιώνοντας τελεσιγραφικά την άνευ όρων ευθυγράμμισή τους στις επιβουλές των φονιάδων του πλανήτη: «Όλοι οι πολιτικοί και στρατιωτικοί παράγοντες στη Βενεζουέλα θα πρέπει να κατανοήσουν πως ό,τι συνέβη στο Μαδούρο μπορεί να συμβεί και στους ίδιους». Αντιμετωπίζοντας τη λατινοαμερικάνικη χώρα ως φυλάκιο-προτεκτοράτο των ΗΠΑ, απευθύνθηκε ιδιαίτερα προς την Ν. Ροντρίγκεζ, που από αντιπρόεδρος ανέλαβε χρέη προέδρου, διαμηνύοντας πως «αν δεν κάνει αυτό που είναι σωστό, θα πληρώσει ένα πολύ μεγάλο τίμημα, πιθανώς μεγαλύτερο από τον Μαδούρο». Απείλησε ακόμα και «με δεύτερο κύμα που θα είναι πολύ μεγαλύτερο από το πρώτο», αφήνοντας προς το παρόν όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά.

Από την πλευρά της, η βενεζουελάνικη ηγεσία χαρακτήρισε «δειλή» την αμερικάνικη τυχοδιωκτική επίθεση με τον υπουργό Άμυνας Παντρίνιο να απευθύνει διάγγελμα στο λαό κηρύσσοντας παράλληλα τη χώρα του σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Η ίδια η Ροντρίγκεζ ζήτησε την άμεση απελευθέρωση του Μαδούρο, που «είναι ο μόνος πρόεδρος της χώρας. […] Δε θα γίνουμε αποικία καμιάς αυτοκρατορίας, είμαστε πρόθυμοι να έχουμε σχέσεις σεβασμού με τις ΗΠΑ».

Όπως φαίνεται, οι εγκάθετοι αμερικανοστήριχτοι λακέδες Ματσάδο και Εντμούντο Γκονσάλες Ουρούτια (ο οποίος από την πρώτη στιγμή κάλεσε το στρατό να ανατρέψει πραξικοπηματικά το καθεστώς Μαδούρο) δεν απολαμβάνουν παρά αμελητέας στήριξης στο εσωτερικό της Βενεζουέλας. Εξού και η ωμή παραδοχή του ίδιου του Τραμπ για τη Ματσάδο πως «θα ήταν πολύ δύσκολο να είναι ηγέτης, δεν έχει την υποστήριξη ή το σεβασμό στη χώρα».

Η πρόσφατη στρατιωτική επίθεση κατά της Βενεζουέλας αποτελεί βέβαια την κορύφωση της υπερεικοσαετούς ανελέητης επιχείρησης των ΗΠΑ να ανατρέψουν με κάθε τρόπο την πολιτική του Τσάβες και του διαδόχου του Μαδούρο, όχι βέβαια γιατί οικοδομούσαν το σοσιαλισμό, αλλά γιατί αρνήθηκαν να υποταχθούν στην πολιτική και τα συμφέροντα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, υπερασπίζοντας τα συμφέροντα της χώρας τους. Θυμίζουμε ότι τον Απρίλη του 2002, λίγο μετά την άνοδο του Τσάβες στην εξουσία, οι Αμερικάνοι επικυρίαρχοι από κοινού με τις ντόπιες ορντινάντσες τους προχώρησαν σε αποτυχημένο πραξικόπημα, αναγορεύοντας ως δοτό πρόεδρο για 48 ώρες τον επικεφαλής των βιομηχάνων Καρμόνα. Η απροκάλυπτη αμερικανική ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας και το ασφυκτικό οικονομικό εμπάργκο κορυφώθηκαν κατά την περίοδο της διακυβέρνησης Μαδούρο, ωστόσο η προσπάθεια ανατροπής του καθεστώτος απέτυχε όλα αυτά τα χρόνια, με το βατερλό του «αυτοαναγορευμένου» Γκουαϊδό να προκαλεί τη θυμηδία των δημοκρατικών μαζών όπου γης.

Ωστόσο, σε μια εποχή που και η γεωπολιτική πλάκα της Λατινικής Αμερικής γλιστρά αργά αλλά σταθερά από τη Δύση προς την Ανατολή και οξύνονται οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, η ραγδαία ανερχόμενη Κίνα διεισδύει όλο και περισσότερο στη σφαίρα επιρροής του παρακμάζοντα αμερικάνικου ιμπεριαλισμού (και) στο δυτικό ημισφαίριο, μετατρέποντάς τον σε ακόμα πιο επικίνδυνο και τυχοδιωκτικό, πηγή επίθεσης και πολέμου.

Την αυξανόμενη οικονομικοπολιτική επιρροή της Κίνας στη Λατινική Αμερική επιβεβαιώνει και η μέχρι πρόσφατα διοικήτρια της νότιας διοίκησης των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων (SOUTHCOM), η οποία διαπιστώνει χαρακτηριστικά πως «23 από τις 31 χώρες (σ.σ. της ευρύτερης περιοχής) συμμετέχουν στην κινέζικη πρωτοβουλία “Μία Ζώνη, ένας Δρόμος”. Φαίνεται σαν οικονομική διπλωματία από την Κίνα, αλλά στην πραγματικότητα έχει αποκτήσει πρόσβαση σε όλες τις κρίσιμες υποδομές της περιοχής. Ακριβώς κάτω από τη μύτη μας και τόσο κοντά στην αμερικανική επικράτειά μας».

Πράγματι, σήμερα η Κίνα είναι ο πρώτος εμπορικός εταίρος της Ν. Αμερικής. Ήδη το Πεκίνο αποτελεί το μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο για Βραζιλία, Χιλή και Περού. Αναλυτές προβλέπουν πως μέχρι το 2035 η Κίνα μπορεί να ξεπεράσει τις ΗΠΑ ως ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος ολόκληρης της περιοχής. Εξάλλου τα τραπεζικά μεγαθήρια της Κίνας, CHINA DEVELOPMENT BANK και CHINA EXIM BANK, έχουν χορηγήσει από το 2005 πάνω από 141 δισ. δολάρια προς τις χώρες της περιοχής. Η Βενεζουέλα πέρα από τον ορυκτό της πλούτο, που τον εξάγει πρωτίστως στην Κίνα, διαθέτει κινέζικα κρατικά δάνεια αξίας 60 δισ. δολαρίων.

Από τα παραπάνω γίνεται εύκολα αντιληπτό γιατί ο τραμπισμός έχει εξαπολύσει τα φαρμακερά βέλη του και στις υπόλοιπες χώρες του αντιδεξιού μπλοκ της Λατινικής Αμερικής. Όσον αφορά την πολύπαθη από το υπερεξηκονταετές οικονομικό εμπάργκο Κούβα, τις υποκριτικές δηλώσεις Τραμπ περί «βοήθειας» στους πολίτες της ακολούθησαν οι ωμές απειλές Ρούμπιο, «αν ήμουν μέλος της κυβέρνησης της Αβάνας θα ανησυχούσα». Πυρά εξαπολύθηκαν από τη διοίκηση Τραμπ και κατά του προέδρου της Κολομβίας, ο οποίος «θα πρέπει να προσέχει», αλλά και κατά του Μεξικού, με το οποίο «κάτι θα πρέπει να γίνει».

Αντιδράσεις των χωρών
στην αμερικάνικη επίθεση

Απέναντι στις αμερικανικές ακραίες πολεμοκάπηλες ιαχές με στόχο την άνευ όρων συμμόρφωσή τους, οι αντιδεξιοί ηγέτες των λατινοαμερικάνικων χωρών καταδίκασαν χωρίς περιστροφές την αμερικάνικη στρατιωτική επίθεση και την απαγωγή Μαδούρο. Σύμφωνα με τον Ιγνάσιο Λούλα της Βραζιλίας «οι απαράδεκτοι βομβαρδισμοί αποτελούν σοβαρή προσβολή στην κυριαρχία της Βενεζουέλας και εξαιρετικά επικίνδυνο προηγούμενο». Ο Βραζιλιάνος πρόεδρος συγκάλεσε επίσης συνεδρίαση των χωρών της Λατινικής Αμερικής και Καραϊβικής (CELAC). Ο Κολομβιανός πρόεδρος Γκουστάβο Πέτρο χαρακτήρισε την επίθεση προσβολή στην κυριαρχία της Λατινικής Αμερικής, ζητώντας τη σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Σε δήλωσή της η Μεξικανή πρόεδρος καταδίκασε μεν την επέμβαση και την απαγωγή Μαδούρο, τονίζοντας ωστόσο ότι «έχουμε πολύ καλή σχέση με τις ΗΠΑ όσον αφορά την ασφάλεια και άλλα ζητήματα. Υπάρχει επικοινωνία, υπάρχει κατανόηση σε θέματα ασφάλειας». Ο απερχόμενος πρόεδρος της Χιλής Μπόριτς εξέφρασε «την ανησυχία και την καταδίκη του» ζητώντας μια ειρηνική λύση στη σοβαρή κρίση. Την αλληλεγγύη του στη Βενεζουέλα εξέφρασε ο πρόεδρος της Νικαράγουα Ορτέγκα.

Στον αντίποδα, ο ακροδεξιός Μιλέι χαιρέτισε τη σύλληψη Μαδούρο ως εξαιρετική είδηση για τον ελεύθερο κόσμο. Ο λακές των ΗΠΑ στο Εκουαδόρ, Νομπόα αναπαρήγαγε τη ρητορική του Τραμπ για «ναρκοτρομοκράτες που θα λογοδοτήσουν και η δομή τους θα καταρρεύσει». Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν και οι ακροδεξιές κυβερνήσεις σε Ελ Σαλβαντόρ και Παραγουάη.

Από τις ευρωπαϊκές χώρες η λατινογενής Ισπανία επιχείρησε να κρατήσει ίσες αποστάσεις από το θύτη και το θύμα της ιμπεριαλιστικής επίθεσης. Ο Σαντσεθ δήλωσε πως δεν αναγνωρίζει δήθεν την επέμβαση που παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, όπως δεν αναγνωρίζει και το καθεστώς Μαδούρο. Αναγνωρίζει όμως τα τετελεσμένα της επίθεσης ζητώντας απλά «δίκαιη μετάβαση με διάλογο».

Ο Ουκρανός ΥΠΕΞ παρέδωσε μαθήματα δουλοφροσύνης στις ΗΠΑ καταγγέλλοντας «τα ευρείας κλίμακας εγκλήματα, τη βία, τα βασανιστήρια, την καταπίεση και την παραβίαση όλων των θεμελιωδών ελευθεριών του καθεστώτος Μαδούρο». Το ΥΠΕΞ του σφαγέα των λαών της Μέσης Ανατολής Νετανιάχου χαιρέτισε «την απομάκρυνση του δικτάτορα που ηγείτο δικτύου τρομοκρατίας και ναρκωτικών», έκανε λόγο για «ιστορική στιγμή. […] Ο Τραμπ έδρασε ως ο ηγέτης του ελεύθερου κόσμου».

Η ηγεσία του Ιράν, που στοχοποιείται διαρκώς από ΗΠΑ-Ισραήλ, καταδίκασε σθεναρά την αμερικανική στρατιωτική επίθεση εναντίον της Βενεζουέλας, την κατάφωρη παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας της και της εδαφικής ακεραιότητας, χαρακτηρίζοντας παράνομη την επιχείρηση των ΗΠΑ. Η Νότια Αφρική, ως μέλος των BRICS, μίλησε για έκδηλη παραβίαση του χάρτη του ΟΗΕ: «η μονομερής χρήση βίας είναι παράνομη και υπονομεύει τη σταθερότητα της διεθνούς τάξης».

Η γειτονική Τουρκία αρχικά κατήγγειλε την απαγωγή Μαδούρο αναλωνόμενη στη συνέχεια σε πιο στρογγυλεμένες διπλωματικές διατυπώσεις περί αυτοσυγκράτησης όλων των μερών, ώστε να αποφευχθούν επιζήμιες συνέπειες για την περιφερειακή και διεθνή ασφάλεια.

Όσον αφορά την αντίδραση Ρωσίας και Κίνας, οι ηγεσίες τους εμφανίστηκαν σοκαρισμένες, για να περάσουν στην επίθεση στο ΣΑ του ΟΗΕ, που συγκλήθηκε με πρωτοβουλία τους και κατόπιν αιτήματος της Βενεζουέλας και της Κολομβίας στις 5 Γενάρη. Η ρωσική πλευρά, «ξεχνώντας» τον πόλεμο που διεξάγει στην Ουκρανία και παριστάνοντας κατά τα λοιπά θρασύτατα την αθώα περιστερά, μίλησε για «έγκλημα που διαπράχθηκε κυνικά από τις ΗΠΑ στο Καράκας παραβιάζοντας όλες τις διεθνείς νόρμες», καθώς και για «νεοαποικιοκρατία και επιστροφή στην εποχή της παρανομίας και της αμερικάνικης κυριαρχίας μέσω της βίας του χάους και της ανομίας». Στο ίδιο μήκος κύματος, η Κίνα κατήγγειλε τις ΗΠΑ που «καταπάτησαν αδικαιολόγητα την κυριαρχία, την ασφάλεια και τα νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντα της Βενεζουέλας και παραβίασαν σοβαρά τις αρχές της κυρίαρχης ισότητας». Κάλεσε τις ΗΠΑ να απελευθερώσουν το Μαδούρο και τη σύζυγό του, καθώς «καμιά χώρα δεν μπορεί να ενεργεί ως η παγκόσμια αστυνομία, ούτε κανένα κράτος μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι ο διεθνής δικαστής».

Πέρα από φραστικές καταδίκες, το Πεκίνο κάνει υπολογισμούς όχι μόνο για να εξασφαλίσει την παρουσία του στη Νότια Αμερική, αλλά και να σχεδιάσει τα επόμενα βήματά του, καθώς ο ανταγωνισμός μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας παίρνει μια νέα επικίνδυνη τροπή ύστερα από την επίθεση στη Βενεζουέλα και τις απειλές σε Κολομβία, Κούβα, Μεξικό.

Το Πεκίνο, το οποίο κινείται με βάση μακροπρόθεσμους σχεδιασμούς, δεν είναι οπαδός του εφήμερου κέρδους. Αυτό φάνηκε και από το πώς αντιμετώπισε τη δεύτερη θητεία του Τραμπ. Είχε σχεδιάσει και άντεξε τον εμπορικό πόλεμο δασμών. Αλλά τώρα αντιμετωπίζει μια νέα πρόκληση. Μιλώντας στο NBC, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, δήλωσε: «Αυτό είναι το δυτικό ημισφαίριο. Εδώ ζούμε -και δεν πρόκειται να επιτρέψουμε στο δυτικό ημισφαίριο να αποτελέσει ορμητήριο για ανταγωνιστές και αντιπάλους των Ηνωμένων Πολιτειών». Ο εκπρόσωπος των ΗΠΑ στον ΟΗΕ, Μάικ Βαλτς, ήταν ακόμα πιο προκλητικός στο Fox News, δηλώνοντας: «Οι Κινέζοι κινούνται απίστευτα επιθετικά στο Δυτικό Ημισφαίριο, στη Νότια Αμερική».

Το μήνυμα είναι για το Πεκίνο άμεσο και σαφές: Φύγετε από την αυλή μας. Αλλά το Πεκίνο δεν φαίνεται διατεθειμένο να ακούσει.