Η σχέση του καλλιτέχνη με τη ζωή, την ιστορία και την πολιτική ήταν πάντα ένα δύσκολο, όσο και αγαπημένο θέμα για την Αριστερά και τους αναλυτές της. Ωστόσο, στην περίπτωση του Διονύση Σαββόπουλου τα πράγματα είναι πιο εύκολα.

Διότι ο μέγας καιροσκόπος-συνθέτης-τραγουδοποιός παρακολούθησε πάντα το ρεύμα της εποχής σαν σέρφερ που καβαλάει το κύμα. Ο Δ. Σαββόπουλος ακολούθησε ανελλιπώς ένα μοναχικό δρόμο και φρόντισε μέσα από τα τραγούδια του -άκρως εκμυστηρευτικά- να μας δώσει το τι πίστευε και τι προσδοκούσε.

Αφήνουμε κατά μέρος ότι στο στερνό του ταξίδι τον συντρόφευσε όλη η άρχουσα τάξη, σύμπασα η κυβέρνηση με πρώτο το Μητσοτάκη και άκουσε τόσους διθυράμβους όσους δεν άκουσαν όλοι μαζί οι προηγούμενοι μεγάλοι συνθέτες. Ο Δ. Σαββόπουλος εμφανίζεται λίγο πριν τη δικτατορία με στίχους που παραπέμπουν στην Αριστερά και το αντιπολεμικό κίνημα (Βρώμικο ψωμί, Ρεζέρβα). Ακολουθούν οι μπουάτ, οι αντιγραφές από τον Βob Dylan, ο γνωστός Μπάλλος και το μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο (αναφερόμενο στον Νίκο Κοεμτζή, που φτωχός πούλαγε τα cd του Νιόνιου στην Πλάκα). Στο τέλος της δεκαετίας του ’80, ο Δ. Σαββόπουλος -φανερά αγχωμένος- πλασάρεται με το πολυτραγουδισμένο «Τραπεζάκια έξω», ώσπου το 1990 (όντας 45 χρονών) ανακαλύπτει τη μαγεία του πατέρα Μητσοτάκη γράφοντας το αρλουμποειδές «Μητσοτάκ», λανσάρει το δίσκο «Κούρεμα» και αρχίζει η θεαματική κατηφόρα του. Οι κωλοέλληνες, η θρησκεία, η πατρίδα, ο σαρκασμός στους μετανάστες/πρόσφυγες (πρότεινε να πάνε σε αραιοκατοικημένα νησιά) βγαίνουν στο προσκήνιο σαν λάβα που περίμενε χρόνια.

Βέβαια, λίγο πριν, είχε φροντίσει να εκθειάσει το ρεύμα των Μοσκώφ – Ζουράρι – Ράμφου – Γιανναρά, που μιλούσε για τη νέα Μεγάλη Ιδέα (θυμίζουμε ότι το πρώτο ρεύμα ήταν τον 19ο αιώνα με τον Παπαρρηγόπουλο, το δεύτερο τη δεκαετία του ’30 με τον Κ. Θεοτοκά) και που βρήκαν στου έθνους την πληγή τον εαυτό τους, ανακάλυψαν την ορθοδοξία, την «καθ’ ημάς Ανατολή», τα προτερήματα του ελληνισμού και άρχισαν να φτύνουν την Αριστερά και τους αγώνες της.

Ξαφνικά, στο τέλος του προηγούμενου αιώνα ο Δ. Σαββόπουλος σταματάει να παράγει, γίνεται στέρφος. Δεν έχει τίποτα να τον εμπνεύσει και οι συνεργασίες του (πχ Θ. Παπακωνσταντίνου) σε όλη η τελευταία 25ετία γίνονται με επαναλήψεις και καταλήγει αγαπημένος των κυβερνήσεων, πελάτης του Μεγάρου Μουσικής και του Ηρωδείου ή -όπως λένε οι πιο σκληροί επικριτές του- άνθρωπος της αρπαχτής και της προχειροδουλειάς. Ο Δ. Σαββόπουλος σταματάει να παράγει τα τελευταία 25 χρόνια και ο πολλά υποσχόμενος καλλιτέχνης σιωπά εκκωφαντικά.

Τη θέση του παίρνουν νεανικά συγκροτήματα που ακούνε τον ήχο των διαδηλώσεων, το άγχος της νέας γενιάς, την Αριστερά και το αντιφασιστικό-αντιπολεμικό κίνημα. Ο ίδιος, οδοιπόρος στο Κολωνάκι, ποτέ δεν έβαλε την υπογραφή του σε κείμενα αλληλεγγύης και συμπαράστασης, ήταν μακριά από τις αγωνίες του κόσμου. Κατάντια για τον συνθέτη τού «στο Βιετνάμ πυρπόλησαν το ρύζι» και της «Συννεφούλας». Προτίμησε τη ζεστή θαλπωρή των δαφνών του και τις επευφημίες των κυρίαρχων κρατούντων.

Πρόκειται σαφώς για δύο όψεις. Αυτή του νεανικού, με ευαίσθητες μουσικές κεραίες, καινοτόμου Νιόνιου και του μουσικού που έμεινε άλαλος και αναίσθητος μπροστά στα κοινωνικά και πολιτικά δρώμενα για 30 χρόνια. Ο εισαγωγέας της έντεχνης και εγκεφαλικής ροκ μουσικής που η βραχνάδα των τραγουδιών του πάγωσε μπροστά στην επέλαση του νεοφιλελευθερισμού και «τα μαύρα πουλιά της εξορίας» πέθαναν με τους βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας και του Ιράκ, με την καταστολή, τη σύγχρονη καταπίεση.

Για τον Νιόνιο της νιότης μας ισχύει το «αχ πού ’σαι νιότη που ’δειχνες πως θα γινόμουν άλλος».