Τη γνωστή συνταγή, περικοπής των κοινωνικών δαπανών, ακολουθεί η γερμανική κυβέρνηση προκειμένου να εξασφαλίσει τους απαιτούμενους πόρους για την ενίσχυση των στρατιωτικών εξοπλισμών. Άλλωστε, όπως έχει εδώ και καιρό εξαγγείλει, η πολεμική οικονομία και μάλιστα με ιδιαιτέρως ενισχυμένες δαπάνες μπαίνει σε αδιαμφισβήτητη προτεραιότητα. Οι στρατιωτικές δαπάνες της Γερμανίας αυξήθηκαν κατά 24% το 2025 και έφτασαν περίπου στα 110 δισ. ευρώ, κατατάσσοντάς την τέταρτη στον κόσμο πίσω από τις ΗΠΑ, την Κίνα και τη Ρωσία. Το ποσό αυτό αναμένεται να διπλασιαστεί έως το 2030 την ίδια στιγμή που εγκρίνει ένα εκτεταμένο πρόγραμμα περικοπών σε Υγεία και Κοινωνική Ασφάλιση ύψους 38,3 δισ. ευρώ, επίσης έως το 2030.

Σε αυτό το μήκος κύματος, ο προϋπολογισμός του 2027 που ψηφίστηκε προβλέπει δαπάνες ύψους 543 δισ. ευρώ, επιπλέον των 86 δισ. που προέρχονται από τα Ειδικά Ταμεία για την Άμυνα και τις υποδομές.

Το πρόγραμμα περικοπών που εγκρίθηκε από τα τέλη του περασμένου Απριλίου και ανακοινώθηκε από τη γερμανική κυβέρνηση ως -τι άλλο;- «μια ιστορική μεταρρύθμιση» του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης, μεταξύ άλλων συνεπάγεται: Υψηλότερες συμμετοχές σε φάρμακα – ιατρικές εξετάσεις – χειρουργεία, περιορισμούς στη δωρεάν οικογενειακή ασφάλιση, μεγαλύτερες εισφορές για τους «υψηλόμισθους», ανώτατα όρια αμοιβών για γιατρούς. Με τον τρόπο αυτό η γερμανική κυβέρνηση επικαλείται ότι θα αντιμετωπίσει το έλλειμμα της Ασφάλισης Υγείας, ύψους 15 δισ. ευρώ το 2027 και με αυτές τις περικοπές η «εξοικονόμηση» για τα ασφαλιστικά ταμεία αναμένεται να είναι 16,3 δισ. ευρώ το 2026. Κεντρικός άξονας του σχεδίου είναι η ανάσχεση της «εκρηκτικής ανόδου δαπανών» για Υγεία και Φάρμακο που δαπανούν τα ασφαλιστικά ταμεία, ενώ παράλληλα αυξάνονται και οι ασφαλιστικές εισφορές στα δημόσια ταμεία κατά περίπου 3% το 2026. Ώστε να αντιμετωπισθεί αυτό που με απόλυτο κυνισμό περιέγραψε η Γερμανίδα υπουργός Υγείας: «Δεν μπορούμε να ξοδεύουμε περισσότερα από όσα εισπράττουμε.»

Στο πλαίσιο αυτό, δεν εγκρίθηκε από κυβερνητικούς βουλευτές η αύξηση του φοιτητικού επιδόματος, με την υπουργό Παιδείας να κατανοεί απολύτως τη στάση αυτή, αναφερόμενη στους «προνομιούχους» φοιτητές, τους οποίους προέτρεψε… «να πάνε να δουλέψουν».

Παράλληλα με τη μείωση δαπανών κοινωνικού χαρακτήρα, η κυβέρνηση χτυπάει ευθέως και εργασιακά δικαιώματα, συγκεκριμένα τον ημερήσιο χρόνο εργασίας. Με νομοσχέδιο που ετοιμάζει, αυξάνει τον ημερήσιο χρόνο εργασίας σε 12-13 ώρες την ημέρα και 72 ώρες την εβδομάδα. Ακολουθώντας την πεπατημένη, η γερμανική κυβέρνηση λαμβάνει κάθε είδους αντιλαϊκό μέτρο, ώστε να εξασφαλίζει σε κάθε φάση τα κέρδη και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, σε βάρος, όπως πάντα, των εργαζομένων και των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων.

Ιδιαίτερα μάλιστα στην παρούσα φάση, περίοδος έντασης των πολεμικών συγκρούσεων και των συνεπειών τους, όπως παγκόσμια οικονομική κρίση, στασιμότητα της γερμανικής οικονομίας, η Γερμανία βρίσκει διέξοδο και επιδίδεται στη μετατροπή της βιομηχανικής της βάσης σε μια ακόμη μεγαλύτερη πολεμική βιομηχανία της Δύσης. Είναι αποκαλυπτικά τα στοιχεία που δίνει η ίδια η γερμανική κυβέρνηση, πως το 90% των ευρωπαϊκών κεφαλαίων που κατευθύνονται στην «αμυντική τεχνολογία» – όπως παραπλανητικά αποκαλούν τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς- πηγαίνει σε γερμανικές εταιρείες, κάποιες από τις οποίες μέχρι χθες σχετίζονταν αποκλειστικά με τη βαριά αυτοκινητοβιομηχανία της χώρας. Όλη αυτή η διαδικασία ενίσχυσης της πολεμικής βιομηχανίας της Γερμανίας περνάει πρώτα και κύρια μέσα από το χτύπημα των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων.