Ο Βιτζάι Πρασάντ* απαντά στην ανοιχτή επιστολή που συνυπογράφουν, μεταξύ άλλων, οι Άντζελα Ντέιβις, Τζούντιθ Μπάτλερ και Ρασίντ Χαλίντι για τους πολιτικούς κρατούμενους στο Ιράν. Η ανοιχτή επιστολή που δημοσιεύτηκε στον Guardian στις 20 Αυγούστου εκφράζει αλληλεγγύη στους πολιτικούς κρατούμενους του Ιράν, υποστηρίζοντας ότι ο ιρανικός λαός βρίσκεται «ανάμεσα στις δύο λεπίδες του ψαλιδιού»: από τη μία, την καταστολή της Ισλαμικής Δημοκρατίας, με τις φυλακίσεις και τις θανατικές καταδίκες, και από την άλλη, τις στρατιωτικές επιθέσεις και την πίεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Οι υπογράφοντες απορρίπτουν το δίλημμα που επιβάλλει, κατά την άποψή τους, την επιλογή ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και έναν «κενό αντιιμπεριαλισμό» και ζητούν τόσο τον τερματισμό της κρατικής καταστολής στο Ιράν, όσο και τον τερματισμό του πολέμου και των κυρώσεων που πλήττουν τον ιρανικό πληθυσμό.
Σημειώνεται ότι στην επιστολή που δημοσιεύτηκε στον Guardian εμφανίζεται ως υπογράφων και ο Μουμία Αμπού-Τζαμάλ, ο οποίος, σύμφωνα με καταγγελία του Πρασάντ, δεν είχε συναινέσει στην προσθήκη του ονόματός του. Παράλληλα, δημοσιεύτηκε χειρόγραφο μήνυμα που αποδίδεται στον Αμπού-Τζαμάλ και στο οποίο παρουσιάζει το Ιράν ως παράδειγμα αντίστασης στην «Αυτοκρατορία» και το παραλληλίζει με το Βιετνάμ. Επιπλέον, ο ιστορικός Ρόμπιν Ντ. Γκ. Κέλι απέσυρε το όνομά του, δηλώνοντας ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες του ζητήθηκε να υπογράψει ήταν «λίγο ύποπτες» και ότι το κείμενο που τελικά δημοσιεύτηκε δεν ήταν ακριβώς αυτό που είχε δει.
Ακολουθεί η επιστολή-απάντηση του Βιτζάι Πρασάντ:
«Αγαπητές φίλες, αγαπητοί φίλοι και συνάδελφοι,
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εξαπέλυσαν επιθετικό πόλεμο εναντίον του Ιράν τον Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους. Εδώ και έξι μήνες, αμερικανικοί πύραυλοι και βόμβες πλήττουν πολιτικούς και στρατιωτικούς στόχους στο εσωτερικό της χώρας. Νοσοκομεία, σχολεία, ενεργειακές εγκαταστάσεις και γειτονιές έχουν βομβαρδιστεί. Οι 168 μαθήτριες που σκοτώθηκαν στη Μινάμπ έχουν γίνει το φρικτό σύμβολο αυτού του πολέμου. Οι Ιρανοί έχουν αναγκαστεί να ζουν με τη διαρκή αγωνία μιας νέας επίθεσης, ενώ οι ιρανικές οικογένειες που βρίσκονται εκτός της χώρας βιώνουν το ιδιαίτερο μαρτύριο να παρακολουθούν την καταστροφή από μακριά. Κι όλα αυτά έρχονται ύστερα από τρία χρόνια ισραηλινής γενοκτονίας στη Γάζα, η οποία κατέστη δυνατή χάρη στην αδιάλειπτη στρατιωτική υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το Ιράν δεν ξεκίνησε αυτόν τον πόλεμο. Τον ξεκίνησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Το Ιράν αντιστέκεται σε μια ένοπλη επίθεση εναντίον της επικράτειας και του λαού του. Αυτό το στοιχειώδες γεγονός πρέπει να καθορίζει τη χρονική στιγμή, τη γλώσσα και τις πολιτικές ευθύνες οποιουδήποτε γράφει για το Ιράν αυτή τη στιγμή.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο διάβασα την ανοιχτή επιστολή σας προς τους πολιτικούς κρατούμενους του Ιράν.
Ανάμεσά σας βρίσκονται πρώην πολιτικοί κρατούμενοι (όπως η Άντζελα Ντέιβις) και ένας σημερινός πολιτικός κρατούμενος (ο Μουμία Αμπού-Τζαμάλ). Έχω βρεθεί στο πλευρό πολλών από εσάς στα περισσότερα από τα μεγάλα ζητήματα της εποχής μας. Ασφαλώς, υπάρχουν σημεία της επιστολής σας με τα οποία συμφωνώ. Ωστόσο, θεωρώ ότι αυτή η επιστολή, αυτή τη χρονική στιγμή, διαδραματίζει έναν πολιτικά επιζήμιο ρόλο. Ακριβώς τη στιγμή που οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ βρίσκονται σε υποχώρηση, αυτή η επιστολή μπορεί να προκαλέσει εκείνο το είδος πολιτικής σύγχυσης που συσκοτίζει την πραγματική πολιτική δυναμική επί του πεδίου: το Ιράν έχει το στρατηγικό πλεονέκτημα, έχοντας μετατρέψει το αμερικανοϊσραηλινό ερώτημα (“πρέπει να επιτραπεί στο Ιράν να διαθέτει πυρηνικά όπλα;”) σε ένα ιρανικό ερώτημα (“πρέπει το Ιράν να επιτρέπει την ανεμπόδιστη εμπορική διέλευση από τα χωρικά του ύδατα;”). Αυτό είναι το υπόβαθρο πάνω στο οποίο εδράζεται η ηθική σαφήνεια της Αριστεράς: ένας επιθετικός πόλεμος που απέτυχε και που έχει οδηγήσει το Ιράν, όπως και τους γείτονές του, σε μια συζήτηση για την περιφερειακή ασφάλεια αντί για την ιμπεριαλιστική ασφάλεια.
Ωστόσο, αυτή η επιστολή, προερχόμενη από τον Παγκόσμιο Βορρά, προσφέρει ακριβώς το είδος ιδεολογικής κάλυψης που επιθυμούν οι ΗΠΑ: αν οι ΗΠΑ έχουν χάσει, τότε ας χάσουν όλοι και ας φταίνε όλοι.
Η κεντρική εικόνα, οι δύο λεπίδες ενός ψαλιδιού, είναι παραστατική αλλά λανθασμένη. Υποδηλώνει ότι η μία λεπίδα είναι η Ισλαμική Δημοκρατία και η άλλη οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, με τον ιρανικό λαό να συνθλίβεται ανάμεσά τους. Το πρόβλημα με τη μεταφορά του ψαλιδιού δεν είναι απλώς ότι οι δύο λεπίδες είναι άνισες. Είναι ότι η εικόνα παρουσιάζει τον επιτιθέμενο και τον δεχόμενο την επίθεση ως παράλληλες πηγές του ίδιου κινδύνου, εξαλείφοντας την ιστορία και την ιεραρχία που τις συνδέει. Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός δεν είναι απλώς μία μορφή καταπίεσης δίπλα σε μια άλλη. Είναι η δύναμη που έχει περικυκλώσει το Ιράν, έχει ρημάξει την περιοχή, έχει εξοπλίσει το Ισραήλ, έχει επιβάλει κυρώσεις σε έναν ολόκληρο πληθυσμό και τώρα έχει μεταφέρει τον πόλεμο στο ιρανικό έδαφος. Η επιστολή σας τοποθετεί την επίθεση και τον στόχο της μέσα στο ίδιο ηθικό πλαίσιο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν περισσότερες από 900 στρατιωτικές εγκαταστάσεις εκτός των συνόρων τους, επιβάλλουν κυρώσεις σε ολόκληρους πληθυσμούς, χρηματοδοτούν και εξοπλίζουν τη γενοκτονία του Ισραήλ στη Γάζα και έχουν καταστρέψει ή αποσταθεροποιήσει τη μία χώρα μετά την άλλη. Το Ιράν, όποιες επικρίσεις κι αν μπορεί να διατυπώσει κανείς για το πολιτικό του σύστημα, δεν έχει ποτέ εξαπολύσει επιθετικούς πολέμους. Το κράτος που γεννήθηκε από την Επανάσταση του 1979 δεν έχει διεξαγάγει κατακτητικούς πολέμους. Αντίθετα, έχει υποστεί την εισβολή του Ιράκ, με την υποστήριξη της Δύσης, καθώς και περικύκλωση, κυρώσεις, δολιοφθορές, δολοφονίες και, τώρα, άμεση επίθεση. Οι δύο λεπίδες δεν είναι ισοδύναμες. Η μία είναι η λεπίδα του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Η άλλη, όποιες κι αν είναι οι εσωτερικές της αντιφάσεις, είναι το κράτος και η κοινωνία που δέχονται το χτύπημά της.
Η κενότητα
Η ανοιχτή επιστολή υποστηρίζει ότι υπάρχει ένα “ψευδές δίπολο ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και έναν κενό αντιιμπεριαλισμό”. Μου κίνησε το ενδιαφέρον η χρήση του επιθέτου “κενός”.
Πρώτον, ας δούμε την πραγματική άμυνα του Ιράν. Η δολοφονία του διοικητή Κασέμ Σολεϊμανί στη Βαγδάτη του Ιράκ το 2020, σηματοδότησε ένα αποφασιστικό στάδιο στην κλιμάκωση που κορυφώθηκε με την παράνομη επίθεση εναντίον του Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Ο Σολεϊμανί ήταν ο αρχιτέκτονας της στρατηγικής προωθημένης άμυνας του Ιράν, δηλαδή της δημιουργίας μιας αμυντικής ασπίδας μέσω φιλοϊρανικών ένοπλων οργανώσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να επιτίθενται στο Ισραήλ και σε αμερικανικές στρατιωτικές θέσεις από τον Λίβανο, τη Συρία, το Ιράκ, την Υεμένη, την Παλαιστίνη και άλλες χώρες. Από το 2020 και μετά, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ στράφηκαν συστηματικά εναντίον αυτού του δικτύου, επιχειρώντας να καταστρέψουν τη Χαμάς, τη Χεζμπολάχ και την Ανσάρ Αλλάχ, καθώς και να τερματίσουν τη χρήση της Δαμασκού ως βάσης για πολλές από αυτές τις οργανώσεις και της Συρίας και του Ιράκ ως ζωτικής σημασίας οδών ανεφοδιασμού από το Ιράν. Έχοντας αποδυναμώσει αυτή την ασπίδα, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ αισθάνθηκαν αρκετά ισχυρές ώστε να επιτεθούν στο Ιράν. Δεν υπολόγισαν, όμως, ότι το Ιράν είχε αναπτύξει έναν μηχανισμό για να πλήττει τις αμερικανικές βάσεις στα αραβικά κράτη του Κόλπου και ότι θα περιόριζε την πρόσβαση στα Στενά του Ορμούζ.
Η αξιοποίηση αυτών των μηχανισμών έφερε το Ιράν σε θέση στρατηγικού πλεονεκτήματος απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ – με το τελευταίο να έχει στη συνέχεια υποχωρήσει από το προσκήνιο αυτού του πολέμου. Ο αντιιμπεριαλισμός του Ιράν κάθε άλλο παρά “κενός” υπήρξε. Στην πραγματικότητα, επέτρεψε στον ιρανικό λαό να προστατεύσει τη χώρα του από μια ιμπεριαλιστική κατάληψη. Πρόκειται για σημαντικό επίτευγμα, το οποίο χαιρετίζεται σε ολόκληρο τον πρώην αποικιοκρατούμενο κόσμο ως μία από τις σημαντικότερες στρατηγικές ανατροπές που έχουν υποστεί οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά την ήττα τους στο Βιετνάμ το 1975. Οι αποχωρήσεις από το Αφγανιστάν και το Ιράκ είχαν διαφορετικό χαρακτήρα από το στρατηγικό πλεονέκτημα που απέκτησε εδώ το Ιράν.
Δεύτερον, το 1979 οι Ιρανοί επαναστάτες φώναζαν: Σήμερα το Ιράν, αύριο η Παλαιστίνη. Πράγματι, παρά την καταστολή της Αριστεράς στο εσωτερικό του Ιράν αμέσως μετά την επανάσταση και τη συγκρότηση της Ισλαμικής Δημοκρατίας, η δέσμευση στην παλαιστινιακή υπόθεση παρέμεινε ακλόνητη. Το Ιράν δεν έχει αφήσει ποτέ ούτε υπαινιγμό περί εξομάλυνσης των σχέσεών του με το Ισραήλ και έχει υπερασπιστεί απερίφραστα την παλαιστινιακή υπόθεση. Καμία άλλη χώρα στην περιοχή δεν έχει επιδείξει τέτοια προσήλωση στο παλαιστινιακό απελευθερωτικό κίνημα και καμία δεν έχει πληρώσει τόσο υψηλό τίμημα γι’ αυτή τη δέσμευση.
Γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ έχουν εμμονή με το Ιράν από το 1979; Όχι για οποιοδήποτε ζήτημα δημοκρατίας (το Ιράν διαθέτει εκλογικό πολιτικό σύστημα, αν και αυτό διαμορφώνεται από το Συμβούλιο των Φρουρών και από περιορισμούς στην πολιτική συμμετοχή – όπως ακριβώς και οι δημοκρατικοί ισχυρισμοί των Ηνωμένων Πολιτειών περιορίζονται από την ολιγαρχική εξουσία, τον φυλετικό αποκλεισμό και την κυριαρχία του χρήματος). Ούτε καν εξαιτίας κάποιας πυρηνικής απειλής (ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας δεν έχει διαπιστώσει ότι το Ιράν διαθέτει ενεργό πρόγραμμα πυρηνικών όπλων, ενώ η ιρανική ηγεσία έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι τα πυρηνικά όπλα απαγορεύονται για θρησκευτικούς λόγους).
Ο λόγος για τον οποίο μισούν το Ιράν είναι ότι το Ιράν τούς αψηφά, και αυτή η ανυπακοή περιλαμβάνει και τη στάση του υπέρ της παλαιστινιακής υπόθεσης.
Μπορεί, ασφαλώς, κανείς να έχει οποιαδήποτε άποψη για το Ιράν, αλλά το να χαρακτηρίζει αυτή τη στιγμή τον αντιιμπεριαλισμό του “κενό” είναι ανακριβές.
Οι ΗΠΑ πρέπει να υποχωρήσουν
Η ανοιχτή επιστολή κλείνει με δύο αιτήματα. Το πρώτο είναι ότι το ιρανικό κράτος πρέπει “να σταματήσει τώρα την απάνθρωπη πρακτική των εκτελέσεων και των φυλακίσεων”. Η κοινή αντίθεση στη θανατική ποινή, την οποία συμμερίζομαι, δεν τοποθετεί τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν στην ίδια ιστορική ή πολιτική θέση, ούτε δικαιολογεί να υποβαθμίζεται το άμεσο αίτημα να τερματίσει ο επιτιθέμενος τον πόλεμό του προς όφελος μιας γενικής καταγγελίας της χώρας που δέχεται την επίθεση. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου του παράνομου πολέμου των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν, οι Ηνωμένες Πολιτείες εκτέλεσαν δεκαεννέα ανθρώπους με θανατηφόρα ένεση, αλλά η επιστολή δεν αναφέρει τίποτε γι’ αυτό. Ούτε αναφέρει τη γενοκτονική μεταχείριση των Παλαιστινίων κρατουμένων στις ισραηλινές εκδοχές του Γκουαντάναμο -όπως το Σντε Τεϊμάν, για το οποίο ο Ουεσάμ Αφίφα έχει γράψει τόσο συγκινητικά. Η μόνη σχετική διατύπωση είναι ότι το Ιράν χρησιμοποιεί “την ίδια λογική κυριαρχίας” με το Ισραήλ, κάτι που αποτελεί μια πολύ παράξενη διατύπωση. Μπορεί κανείς να αντιτίθεται στη θανατική ποινή. Μπορεί να απαιτεί δίκαιες διαδικασίες και ανθρώπινη μεταχείριση των κρατουμένων. Μπορεί να ακούει προσεκτικά τους Ιρανούς εργαζομένους, τις γυναίκες, τις μειονότητες και τους πολιτικούς ακτιβιστές. Όμως η εσωτερική κριτική δεν μπορεί να αποσυνδέεται από τις συγκεκριμένες συνθήκες μέσα στις οποίες διατυπώνεται.
Το δεύτερο αίτημα της ανοιχτής επιστολής είναι ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ “πρέπει να τερματίσουν τους βάρβαρους πολέμους και τις βάναυσες κυρώσεις τους, που εν γνώσει τους καταστρέφουν τις κοινότητές μας”. Σε αυτό συμφωνούμε απολύτως. Όμως η επιστολή δεν απευθύνεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά στους Ιρανούς κρατούμενους. Και αυτό αποτελεί άλλη μία ιδιομορφία της διατύπωσής της. Οι υπογράφοντες είναι κυρίως πολίτες των ΗΠΑ. Γιατί δεν γράφουν στη δική τους κυβέρνηση; Η επιστολή αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος της αναλυτικής της προσπάθειας στην κατασκευή μιας κοινής λογικής εγκλεισμού, ενώ το αίτημα που απευθύνεται στους ιμπεριαλιστές επιτιθέμενους περιορίζεται στην τελευταία της πρόταση. Η τυπική καταδίκη του πολέμου δεν αναιρεί την πολιτική αρχιτεκτονική της επιστολής, η οποία τοποθετεί σε παράλληλη θέση τον επιθετικό πόλεμο ΗΠΑ-Ισραήλ και το ιρανικό σωφρονιστικό σύστημα.
Ο Φραντς Φανόν μάς δίδαξε ότι οι αντιαποικιακοί αγώνες δεν διεξάγονται υπό συνθήκες που οι ίδιοι επιλέγουν. Κράτη που βρίσκονται υπό μόνιμη απειλή εισβολής, δολιοφθοράς και αλλαγής καθεστώτος αναπτύσσουν βαθιές εσωτερικές αντιφάσεις, μεταξύ των οποίων και μηχανισμούς ασφαλείας που μπορούν να στρέψουν τον καταναγκασμό εναντίον του ίδιου τους του λαού. Ζητάτε από την “παγκόσμια κοινωνία των πολιτών και τους αντιιμπεριαλιστές ακτιβιστές και οργανώσεις” να “ασκήσουν πίεση στην Ισλαμική Δημοκρατία αμφισβητώντας το αφήγημά της”. Αυτό, εν ολίγοις, σημαίνει ότι ζητάτε από τους λαούς του κόσμου να υιοθετήσουν μια στάση που θα αποδυνάμωνε το Ιράν τώρα, τη στιγμή που στέκεται όρθιο απέναντι στον επιθετικό πόλεμο. Υπάρχει καιρός για να διατυπώνει κανείς ένα αίτημα και υπάρχει καιρός για να εκφράζει έμπρακτα την αλληλεγγύη του. Αυτή είναι η ώρα της αλληλεγγύης προς το Ιράν και όχι η ώρα για τη διατύπωση ενός ισχυρισμού που ευνοεί τους ιμπεριαλιστές επιτιθέμενους.
Αγαπητές φίλες, αγαπητοί φίλοι, η ουδετερότητα ή ένας “τρίτος χώρος” δεν υφίστανται εν μέσω ενός επιθετικού πολέμου. Θα γράφαμε άραγε μια τέτοια επιστολή προς τη βιετναμική κυβέρνηση στο Ανόι κατά τη διάρκεια του αμερικανικού επιθετικού πολέμου ή προς την κουβανική κυβέρνηση, η οποία σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν ασφυκτικό στραγγαλισμό από τις Ηνωμένες Πολιτείες; Γιατί αυτή η παρέμβαση στρέφεται εναντίον του Ιράν ακριβώς αυτή τη στιγμή; Γιατί να αμφισβητήσετε το Ιράν ακριβώς τη στιγμή που έχει φέρει τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ σε θέση υποχώρησης; Είναι απαραίτητο να απαιτούμε από το Ιράν να γίνει τέλειο προτού υπερασπιστούμε το δικαίωμά του να επιβιώσει;
Αυτή την ώρα, η αλληλεγγύη αρχίζει με ένα σαφές αίτημα: οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ πρέπει να τερματίσουν τον παράνομο πόλεμό τους και να αποσυρθούν».
*Ο Βιτζάι Πρασάντ είναι διακεκριμένος Ινδός μαρξιστής ιστορικός, δημοσιογράφος, συγγραφέας, διευθυντής του Tricontinental: Institute for Social Research. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του μαζί με τον Γκριβ Τσέλουα (Grieve Chelwa) είναι το Πώς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο Ασφυκτιά την Αφρική (How the International Monetary Fund Suffocates Africa, Inkani Books).












