Πληθαίνουν τα στοιχεία που δείχνουν την βαθιά και παρατεταμένη κρίση της γερμανικής οικονομίας, την οποία μέχρι πρόσφατα προβάλανε ως πρότυπο στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ως την «ατμομηχανή» της Ευρώπης. Τα σημάδια όμως λένε, πως αυτή η «ατμομηχανή» ξέμεινε από «κάρβουνο» και ασθμαίνει. Παράλληλα η χώρα έχει μπει σε μία δίνη πολιτικής και κοινωνικής κρίσης, όπως συμβαίνει στη Γαλλία, τη Βρετανία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, και συνολικά στην Ε.Ε.
Στη Γερμανία, πρόσφατα εγκρίθηκε ο προϋπολογισμός μίας στην ουσία πολεμικής οικονομίας, ενώ σημαντικά τμήματα του λαού δεν μπορούν να καλύψουν βασικές ανάγκες. Πρόκειται για τον πρώτο ετήσιο προϋπολογισμό της χώρας μετά την ψήφιση των ριζικών μεταρρυθμίσεων για τη χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων και την κατάργηση του «φρένου χρέους», εξασφαλίζοντας ρεκόρ επενδύσεων για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και για στρατιωτικές δαπάνες, με φόντο την παρατεταμένη στασιμότητα στη γερμανική οικονομία, την όξυνση των αντιθέσεων με τις ΗΠΑ αλλά και εντός της Ε.Ε. και την ένταση της πολεμικής προπαρασκευής .
Η Γερμανία λειτουργούσε με προσωρινό προϋπολογισμό φέτος, μετά την κατάρρευση της προηγούμενης κυβερνητικής συμμαχίας τον περασμένο Νοέμβρη, χωρίς να προλάβει να εγκρίνει τα σχέδια δαπανών για το 2025. Ο βασικός προϋπολογισμός για φέτος καλύπτει δαπάνες ύψους 502,5 δισ. ευρώ. Προσθέτοντας τις επενδύσεις από το Ειδικό Ταμείο Υποδομών και από το Ειδικό Ταμείο Άμυνας 100 δισ. ευρώ που δημιουργήθηκε από τον πρώην καγκελάριο Σολτς μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, ο προϋπολογισμός έχει συνολικό ύψος 591 δισ. ευρώ.
Ο αντικαγκελάριος Κλίνγκμπαϊλ μίλησε για «αλλαγή μοντέλου δημοσιονομικής πολιτικής». Ανέδειξε ως κεντρικές προτεραιότητες τη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας στη βαριά βιομηχανία της Γερμανίας και συγκεκριμένα στη χαλυβουργία και στην αυτοκινητοβιομηχανία. «Δεν μπορεί να επιτραπεί στον φθηνό και βρώμικο χάλυβα από την Κίνα να έρθει εδώ και να εκτοπίσει τον εγχώριο χάλυβα» και το ίδιο ισχύει και για την αυτοκινητοβιομηχανία.
Την ίδια στιγμή η Γερμανία σχεδιάζει να επενδύσει περίπου 83 δισ. ευρώ για στρατιωτικούς σκοπούς έως τα τέλη του 2026. Όπως έγινε γνωστό, μόνο το 8% των συμβάσεων αυτών 6,8 δισ. ευρώ αφορά αμερικανικά οπλικά συστήματα, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό ευνοεί κατά κύριο λόγο την ευρωπαϊκή πολεμική βιομηχανία, παρά τις πιέσεις της Ουάσιγκτον για αγορές αμερικανικών εξοπλισμών. Η Γερμανία είχε εγκρίνει εξοπλιστικά ύψους 17 δισ. δολαρίων από τις ΗΠΑ την περίοδο 2020 – 2024, φθάνοντας τα 13,9 δισ. δολάρια μόνο το 2023, κυρίως λόγω του πολέμου στην Ουκρανία. Ωστόσο, η νέα κατεύθυνση δείχνει σαφή προτεραιότητα στην ευρωπαϊκή και εγχώρια πολεμική βιομηχανία, με εταιρείες όπως οι Airbus, Rheinmetall, TKMS και Leonardo να κυριαρχούν στο νέο «αμυντικό» δόγμα της χώρας.
Ταυτόχρονα, σε ένα μπαράζ ανακοινώσεων από γερμανικούς κολοσσούς για περικοπή θέσεων εργασίας, η ZF, ο δεύτερος προμηθευτής της αυτοκινητοβιομηχανίας για τη Γερμανία, ανακοίνωσε σχέδια για κατάργηση 7.600 θέσεων εργασίας μέχρι το 2030. Πρόσφατα είχε ανακοινωθεί ότι τα επόμενα τρία χρόνια επρόκειτο να καταργηθούν έως και 14.000 θέσεις εργασίας στην εταιρεία, με προγράμματα μερικής συνταξιοδότησης και αποζημιώσεων, ενώ η συμφωνηθείσα αύξηση μισθών κατά 3,1% για την άνοιξη του 2026 αναβάλλεται.
Σε μια παράλληλη εξέλιξη, ο γερμανικός κολοσσός «Bosch», που έχει ανακοινώσει περικοπές θέσεων εργασίας, θα καταργήσει «σημαντικά περισσότερες» θέσεις από ό,τι είχε προγραμματιστεί προηγουμένως. Όπως ανακοίνωσε, οι περικοπές θα φτάσουν τις 13.000 θέσεις εργασίας έως το 2030 αποδίδοντας την κίνηση στην «κρίση που υπάρχει στην αυτοκινητοβιομηχανία», που είναι βασικός προμηθευτής για σειρά εξαρτημάτων. Το «σχέδιο εξοικονόμησης πόρων» αφορά σε περικοπή θέσεων κυρίως σε γραμμές παραγωγής εντός Γερμανίας. Πέρσι η εταιρεία μείωσε τις θέσεις εργασίας της κατά 11.600, σε 230.000.
Ενώ αυτά γίνονται στην κορυφή της γερμανικής οικονομίας, οι επιπτώσεις στα λαϊκά στρώματα είναι ήδη οδυνηρές και η κοινωνία «βράζει». Εκατομμύρια νοικοκυριά δυσκολεύονται να πληρώσουν τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος ή φυσικού αερίου, μια τάση που έχει ενισχυθεί μετά την πανδημία και τη σύγκρουση ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, ΕΕ και Ρωσίας στην Ουκρανία. Ο πληθωρισμός, η άνοδος των τιμών σε μια σειρά προϊόντα, η αύξηση των ενοικίων κ.ά. σε συνδυασμό με τις μικρές αυξήσεις στους μισθούς και τις συντάξεις έχουν επιδεινώσει σημαντικά τους όρους διαβίωσης του γερμανικού λαού. Το 2024 περίπου 4,2 εκατ. άνθρωποι, το 5% του πληθυσμού, ανέφεραν ότι ζούσαν σε νοικοκυριά που είχαν οφειλές στους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας, σύμφωνα με την Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία. Όσοι πληρώνουν ενοίκιο δυσκολεύονται ακόμα περισσότερο να πληρώσουν τους λογαριασμούς ρεύματος και θέρμανσης. Σημαντικό οικονομικό βάρος για τους ενοικιαστές αποτελούν τα λεγόμενα «Nebenkosten» , επιπλέον του ενοικίου χρεώσεις για ΔΕΚΟ και κοινόχρηστα.
Ο κοινωνικός αναβρασμός αντανακλάται και στην πολιτική σκηνή με στοιχεία χρόνιας κρίσης με κύριο χαρακτηριστικό την αποδυνάμωση των παραδοσιακών κομμάτων και την αλματώδη ενίσχυση της ακροδεξιάς.
Τα γεγονότα επιβεβαιώνουν την αστάθεια στο πολιτικό σκηνικό της Γερμανίας στο έδαφος της επίμονης στασιμότητας ή και ύφεσης της ισχυρότερης καπιταλιστικής οικονομίας της ΕΕ, της πολεμικής οικονομίας και των περικοπών για τα λαϊκά στρώματα, καθώς και της γεωπολιτικής σύγκρουσης, μόλις λίγους μήνες μετά τις εκλογές του Φλεβάρη και τη συγκρότηση του «μεγάλου συνασπισμού» Χριστιανικής Ένωσης (CDU/CSU) – Σοσιαλδημοκρατών (SPD).












