Στη δίνη της ολόπλευρης κρίσης (οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής) εξακολουθεί να παραδέρνει η Γαλλία. Ο πέμπτος πρωθυπουργός μέσα σε λιγότερο από 2 χρόνια, που επιστρατεύθηκε άρον άρον από τον Μακρόν μετά την εκκωφαντική χρεοκοπία και του Μπαϊρού, ο Λεκορνί εξελίχθηκε σε όργανο του Μακρόν για ένα σκηνικό απάτης και αποπροσανατολισμού του γαλλικού λαού με φόντο τη γενικευμένη κοινωνική δυσαρέσκεια και αποδοκιμασία της αντιλαϊκής πολιτικής του μακρονισμού και επίδικο την ενσωμάτωση -χειραγώγησή της σε ανώδυνα κανάλια για το κλυδωνιζόμενο πολιτικό σύστημα.

Ούτε ένας μήνας δεν πέρασε από τις 9 Σεπτέμβρη, που ο Γάλλος Πρόεδρος διόρισε πρωθυπουργό τον Σεμπαστιάν Λεκορνί, και ήδη η κυβέρνηση κατέρρευσε. Στις 6 Οκτώβρη ο Λεκορνί υπέβαλε την παραίτησή του, την οποία ο Μακρόν αρχικά έκανε δεκτή, για να του δώσει όμως μετά από λίγο 48ωρη παράταση για «τελευταίες διαπραγματεύσεις, πάνω σε μια πλατφόρμα δράσης», όπως έγινε γνωστό. Σημειωτέον, ο Λεκορνί υπέβαλε την παραίτησή του λίγο πριν συνεδριάσει για πρώτη φορά το νέο υπουργικό συμβούλιο.

«Θέατρο του παραλόγου» χαρακτήρισαν διάφοροι εντός και εκτός Γαλλίας τις πολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία, όπου μετά και τον νέο διορισμό του Λεκορνί, ο οποίος προηγουμένως είχε παραιτηθεί, στην πρωθυπουργία της χώρας μπαίνουν σε νέα φάση τα παζάρια για έναν συμβιβασμό που θα επιταχύνει την κατάθεση και έγκριση προϋπολογισμού, με φόντο την όξυνση των ενδοαστικών αντιθέσεων στη χώρα και τα προβλήματα που μεγαλώνουν για τη δεύτερη ισχυρότερη οικονομία της Ευρώπης.

Ο ίδιος ο Λεκορνί δήλωσε ότι «έχω αποστολή να δώσω στη Γαλλία έναν προϋπολογισμό πριν το τέλος της χρονιάς» και ότι «μόνο ένα πράγμα μετράει: Το συμφέρον της χώρας». «Αποστολή μας είναι να ξεπεράσουμε την πολιτική κρίση», δήλωσε σε συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, ενώ απευθυνόμενος στην Εθνοσυνέλευση για να παρουσιάσει το νέο σχέδιο προϋπολογισμού, ξεκαθάρισε ότι οι όποιες αναπροσαρμογές δεν παρεκκλίνουν από την υπηρέτηση των αναγκών του γαλλικού κεφαλαίου, σε συνθήκες μεγάλης όξυνσης των ανταγωνισμών και πολεμικής προετοιμασίας. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Λεκορνί είπε ότι δημοσιονομικός στόχος είναι να μειωθεί το έλλειμμα κάτω από το 5% του ΑΕΠ την επόμενη χρονιά, ξεκαθαρίζοντας ξανά πως οι μόνες «ανέπαφες» δημόσιες δαπάνες θα είναι οι «αμυντικές». Τόνισε ότι προέχει το «να επιταχύνουμε τον επανεξοπλισμό μας», ζητώντας «να συνεχιστεί η οικοδόμηση ενός νέου μοντέλου στρατού: Υβριδικού, με ενισχυμένες ικανότητες και ανθεκτικότητα, για τη συλλογική ασφάλεια της Ευρώπης».

Στο πλαίσιο των παζαριών για τη στήριξη της νέας κυβέρνησης και υπό την πίεση των σημαντικών εργατικών – λαϊκών κινητοποιήσεων, ο Λεκορνί ανακοίνωσε μεταξύ άλλων το «πάγωμα» της αντιασφαλιστικής «μεταρρύθμισης» μέχρι τις αρχές του 2028, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι πρόκειται για «αναβολή» που «θα πρέπει να αποζημιωθεί με άλλες οικονομίες», καθώς «δεν θα μπορέσει να γίνει με κόστος ένα αυξημένο έλλειμμα».

Παρά όμως τους συνεχείς ελιγμούς του Μακρόν για να σταθεροποιήσει τη θέση του, μια βαθιά και παρατεταμένη πολιτική κρίση με οικονομικό και κοινωνικό υπόβαθρο έχει παραλύσει τον ίδιο και όποια κυβέρνηση διορίζει, εδώ και αρκετό καιρό.
Από την πρώτη στιγμή η ακροδεξιά «Εθνική Συσπείρωση» (RN), της Μαρί Λεπέν ανακοίνωσε ότι «αμέσως» θα καταθέσει πρόταση μομφής κατά της νέας κυβέρνησης. Όλα δείχνουν ότι για το ίδιο προσανατολίζεται και η «Ανυπότακτη Γαλλία» του Μελανσόν, εκπρόσωπος της οποίας μίλησε για «μια νέα προσβολή στους Γάλλους από έναν ανεύθυνο, μεθυσμένο από την εξουσία του» Μακρόν, υποστηρίζοντας ότι «η Γαλλία και ο λαός της ταπεινώθηκαν». Ερώτημα παραμένει η στάση που θα επιλέξει το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PS). Οι δε «Ρεπουμπλικάνοι» (LR) φέρονται έτοιμοι να εξετάζουν το νέο κυβερνητικό σχήμα και όχι επί της αρχής, όπως έκαναν έως τώρα, μέσα και από την τοποθέτηση στελεχών τους ως επικεφαλής διαφόρων υπουργείων. Ο δε Γάλλος Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν δήλωσε χτες ότι θα παραμείνει στη θέση του για να διασφαλίσει τη σταθερότητα της χώρας, αγνοώντας τις επανειλημμένες εκκλήσεις της αντιπολίτευσης να παραιτηθεί.

Σύμφωνα με δημοσκόπηση για την εφημερίδα «Les Echos», η δημοτικότητα του Μακρόν έχει πέσει πλέον στο 14% (πτώση 3% σε έναν μήνα, 7% σε δύο μήνες και 13% από τον Μάρτη). Η ίδια έρευνα κατατάσσει ως πιο δημοφιλή πολιτικό τον ακροδεξιό Μπαρντελά με 39%. Η δε «Φιγκαρό» δημοσίευσε, ότι στην πρόθεση ψήφου για τις προεδρικές εκλογές, που κανονικά θα γίνουν το 2027, η RN της Μαρί Λεπέν συγκεντρώνει ποσοστό 34% – 35%, το μπλοκ των «μακρονιστών» από 12% (με υποψήφιο τον Ατάλ) μέχρι 14% (με υποψήφιο τον Φιλίπ), ο Μελανσόν ως υποψήφιος της «Ανυπότακτης Γαλλίας» 14% και το ίδιο ποσοστό ο ευρωβουλευτής Ραφαέλ Γκλικσμάν, υποψήφιος του PS.

Η Γαλλία, ετοιμάζεται πάλι να έρθει αντιμέτωπη με νέες κοινωνικές εκρήξεις στους δρόμους, με πολιτική πόλωση και το χειρότερο με αβέβαιο οικονομικό περιβάλλον. Η οικονομική, πολιτική και κοινωνική κρίση στη Γαλλία δεν είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο. Είναι αντανάκλαση μιας ευρύτερης πολιτικής και οικονομικής αποσταθεροποίησης που βαθαίνει και απλώνεται σε όλη σχεδόν την Ευρώπη. Έχει άμεσες κοινωνικές επιπτώσεις, ενώ έχει ως γενικό υπόβαθρο την κατάπτωση ισχυρών χωρών όπως η Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, έναντι ανταγωνιστριών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, όπως η Κίνα, η Ρωσία και οι ΗΠΑ. Αυτό αντανακλά ιδιαίτερα αντιπροσωπευτικά την εικόνα μιας Ευρώπης που νοσεί αλλά και το χειρότερο αδυνατεί να βρει συνεκτική στρατηγική για το μέλλον της. Η κινέζικη οικονομία έχει εισχωρήσει σε μεγάλο βαθμό στην Ευρώπη. Ο πόλεμος στην Ουκρανία και το «δέσιμο» της Ευρώπης στο άρμα των ΗΠΑ, επέφεραν ανεπανόρθωτα πλήγματα στην οικονομία, αλλά και στη γεωπολιτική επιρροή της. Την ίδια στιγμή δέχθηκε ισχυρό πλήγμα από την κυβέρνηση Τραμπ, με τον εμπορικό πόλεμο που της κήρυξε και την επιβολή δασμών στις εμπορικές συναλλαγές.

Η επιδείνωση στα δημόσια οικονομικά της Γαλλίας μπορεί να προκαλέσει ντόμινο επιπτώσεων, καθώς το γαλλικό οικονομικό σοκ μπορεί να «μεταδοθεί» σε άλλες χώρες της ευρωζώνης. Η κρίση της Γαλλίας δεν είναι εθνικό πρόβλημα, είναι προειδοποιητικό σημάδι για την Ευρώπη. Αν δεν βρεθεί τρόπος επανεκκίνησης κινδυνεύει να μετατραπεί σε πεδίο όπου άλλοι θα καθορίζουν τους όρους του παιχνιδιού, αν και αυτό έχει ήδη γίνει σε μεγάλο βαθμό. Οι πολεμοκάπηλες κραυγές μόνο ένδειξη ισχύος δεν φανερώνουν. Στοχεύουν να ενισχύσουν την πολεμική βιομηχανία και να εκφοβίσουν τους λαούς, ώστε να αποδεχτούν ως αναγκαίες τις οικονομικές επιπτώσεις και τις περιστολές δημοκρατικών δικαιωμάτων.