Ο Άρθουρ Φλεκ, κοινωνικά απομονωμένος και ψυχικά διαταραγμένος 40άρης – κάτοικος της Γκόθαμ (ομοίωμα της Νέας Υόρκης του ’81)- που βιοπορίζεται οριακά από παραστάσεις κλόουν σε νοσοκομεία τη μέρα και ως stand-up κωμικός τα βράδια, βαρύνεται από τη φροντίδα προς την εύθραυστη μητέρα του (με την οποία και συμβιώνει) αλλά κι από την κλιμακούμενη περιθωριοποίησή του, που παίρνει συχνά-πυκνά χαρακτήρα διαπόμπευσης.
Ένα περίστροφο – το οποίο θα του δοθεί με κάθε άλλο παρά αθώα πρόθεση από ένα συνάδελφό του θα γίνει μοιραίο όργανο εκδίκησης ενάντια στους θύτες του.

Επίκαιρο – ακόμα – στον τόπο μας, κυρίως χάρη στο ντόρο που σήκωσε η εισβολή αστυνομικών και ΕΚΑΜιτών σε κεντρικούς κινηματογράφους της Αθήνας, προκειμένου να εντοπιστούν οι ανήλικοι παραβάτες που παρακολουθούσαν την ταινία (με την υπουργό Πολιτισμού Μενδώνη και τον υπουργό Προστασίας του Πολίτη Χρυσοχοΐδη ν’ απολογούνται όπως-όπως εκ των ενόντων χωρίς να πείθουν κανέναν), το “Joker” του Αμερικανού Τοντ Φίλιπς χρήζει οπωσδήποτε προσοχής.

Αρχετυπικός κακός της κόμικ σειράς της DC (με κεντρικό ήρωα τον γνωστό μας Μπάτμαν), ο Τζόκερ έδωσε την ευκαιρία στον Τζακ Νίκολσον να εισπράξει στα 1989 την μεγαλύτερη αμοιβή στην καριέρα του, ενσαρκώνοντάς τον καρικατουρίστικα στην ταινία του Τιμ Μπάρτον, και στον αδικοχαμένο Χιθ Λέτζερ να κερδίσει (δίκαια) ένα Όσκαρ μετά θάνατον, για μιαν ερμηνεία ποικίλων σκοτεινών αποχρώσεων.

Για να ‘ρθουμε όμως στο “Joker” και τον δημιουργό του, τον Τοντ Φίλιπς (που συνυπογράφει και το σενάριο της ταινίας με τον Σκοτ Σίλβερ), δύσκολα κάποιος που έχει υποτυπωδώς υπ’ όψη του το περιεχόμενο της τριλογίας “Hangover” (τις γκροτέσκες κωμωδίες για τις οποίες έγινε κυρίως γνωστός ο αμερικανός σκηνοθέτης), θα φανταζόταν μια τέτοια (δραματική και δραστική) στροφή.

Δανειζόμενος ουσιαστικά μόνο το περίβλημα της κόμικ σειράς, ο Φίλιπς τοποθετεί τον τραγικό ήρωά του σε μια λίαν πιστευτή εκδοχή της Νέας Υόρκης (Γκόθαμ σίτυ), μια τυπική καπιταλιστική μητρόπολη που κυριαρχείται από έντονες κοινωνικές αντιθέσεις, αυθαιρεσία του πλούτου και της εξουσίας, κρατική αδιαφορία κι αναλγησία απέναντι στους λιγότερο προνομιούχους – οι οποίοι ωθούνται στην περιθωριοποίηση και την εγκληματικότητα˙ σκηνικό λίγο-πολύ κοινότυπο εκ πρώτης όψεως.
Στην τέχνη όμως, αυτό που εκφράζει κανείς αποκτά σημασία από τον τρόπο με τον οποίο το εκφράζει, κι εδώ αυτός είναι τολμηρός, βασανισμένος και τόσο ανάγλυφος που σχεδόν ψηλαφιέται.

Παίζοντας εύστοχα με τις χρωματικές αποχρώσεις – κυριολεκτικά και μεταφορικά τόσο δηλ. στο σκηνικό υπόβαθρο αλλά και στα βασικά εκφραστικά του μέσα, υποδηλώνοντας διαρκώς το “σκοτάδι” που κυριαρχεί στην πόλη αλλά και στον ψυχισμό του ήρωά του [παραπέμποντας έμμεσα στον “Ταξιτζή” (1976) και στο σκορσεζικό σύμπαν], ο Φίλιπς χτίζει μιαν ανατριχιαστική παραβολή για τη βία της εξουσίας (έξοχη αναπαράσταση του κανιβαλισμού των μίντια), τις σε βάθος και μήκος (χρόνου) επιπτώσεις της στο κοινωνικό σώμα, αλλά και την απελευθερωτική δύναμη της λαϊκής εξέγερσης.

Κοντά σ’ αυτά ωστόσο ευστοχεί και στην επιλογή του βασικού πρωταγωνιστή. Για όσους δεν θυμούνται τη σπαραχτική ερμηνεία του Γιοακίν Φίνιξ ως Τζώνυ Κας στο “Walk the line”, πρόκειται για έναν σπάνιας ευαισθησίας ερμηνευτή, που εν προκειμένω “παίζει” μ’ ό,τι έχει πάνω του και μέσα του. Ο μικρότερος αδερφός του πρόωρα χαμένου Ρίβερ Φίνιξ, που έχασε 25 κιλά για να γίνει ο λιπόσαρκος Τζόκερ, περνάει μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου από την πίκρα στην οργή – και την απελπισία διαγράφοντας μιαν ανεξάντλητη γκάμα συναισθημάτων στο εκφραστικό του βλέμμα, μόλις συσπώντας τους μυς του προσώπου του. Όλα – από τους πικρούς ψιθύρους του μέχρι τον παραλογικό χορό του έχουν τη σφραγίδα του αποφασιστικού ελέγχου, της σε βάθος σπουδής και του μέτρου.

Σε συνέντευξή του στο αμερικανικό περιοδικό Vanity Fair, ο 45χρονος ηθοποιός λέει για το ρόλο του και την ταινία: «Ήξερα ότι η ταινία δε θα γινόταν εύκολα αποδεκτή. Είναι μια πολύ δύσκολη ταινία. Κι αν το σκεφτείς, είναι θαυμάσιο που οι θεατές αντιδρούν έντονα. Όμως, μπορεί κανείς να κοιτάξει αυτόν τον χαρακτήρα από πάρα πολλές πλευρές. Από την μία, είναι κι αυτός ένας άνθρωπος που, όπως όλοι μας, ήθελε να ακουστεί η φωνή του, να είναι ορατός, να τον καταλάβουν. […] Η ταινία δεν δικαιολογεί τη βία. Στρέφει τον καθρέφτη προς τον κόσμο μας για να κοιτάξουμε τι συμβαίνει στις κοινωνίες μας. […]».

Ενδιαφέρον έχουν και οι σχετικές παρατηρήσεις του Τοντ Φίλιπς: «Ο Joker είναι ο τύπος που θέλει να είναι κανονικός, αλλά, όπως ένα σκυλί που το κλωτσάει το αφεντικό του, αργά ή γρήγορα αλλάζει. Έχει πάντα ένα κομμάτι μέσα του που προσπαθεί να είναι αληθινό με τον εαυτό του και σιγά-σιγά στην ιστορία το βλέπουμε να βγαίνει. […] Μου αρέσει η πολυπλοκότητα του Joker και ένιωσα ότι η προέλευσή του έχει ενδιαφέρον, αφού κανείς δεν το είχε κάνει. Οπότε ο Σκοτ Σίλβερ κι εγώ γράψαμε την εκδοχή ενός σύνθετου και πολύπλοκου χαρακτήρα και πώς μπορεί να εξελιχθεί ή να καταστραφεί. Αυτό με ενδιέφερε, όχι απλώς μια ιστορία με τον Joker, αλλά η ιστορία του πώς έγινε ο Joker. […] Αρχικά θέλει να κάνει τους ανθρώπους να γελάσουν, να χαμογελάσουν. Και μετά αναρωτηθήκαμε γιατί να είναι κλόουν. Αποφασίσαμε ότι είναι κλόουν γιατί η μητέρα του τού έλεγε πάντα ότι έπρεπε να φέρνει το γέλιο και τη χαρά στον κόσμο. Όλα ξεκίνησαν από αυτό το σημείο. […] Τα πάντα σ’ αυτήν την ταινία έπρεπε να δείχνουν άβολα. Κάθε φορά που κινούσαμε την κάμερα, θέλαμε να δίνουμε αυτό το αίσθημα ενός άντρα αρκετά αναστατωμένου και ανήσυχου. […]».

Σημαντικό, θαρραλέο κι ιδιαζόντως διαυγές πολιτικό σχόλιο για το ρόλο των μίντια, τις πολλαπλές όψεις και τη διαχρονική βαρβαρότητα του καπιταλισμού – κι εξαντλητική σκιαγράφηση της παράνοιας ως απότοκού του, η ταινία έκανε την έκπληξη και στα ταμεία, όντας εισπρακτικά στην κορυφή – όχι μόνο στην Αμερική, αλλά και σ’ όλες σχεδόν τις χώρες όπου προβλήθηκε.

Εξαιρετικός – και πάλι – ο Ρόμπερτ ντε Νίρο ως Μάρεϋ Φράνκλιν.
Χρυσό λιοντάρι στο φεστιβάλ Βενετίας.

Θέμις