Βαλτώνει όλο και περισσότερο στα αδιέξοδά του το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Αδιέξοδα που γέννησε η πολιτική που χάραξε και εφάρμοσε με τη διαβόητη -πλέον- κυβέρνηση της «πρώτης φοράς Αριστεράς». Αυτής της πολιτικής που ξέπλυνε τη ΝΔ για να τη φέρει στα κυβερνητικά έδρανα αναβαπτισμένη το 2019 αλλά και το 2023.

Στο 5ο Συνέδριο που πραγματοποίησε πριν από μερικές ημέρες επιβεβαιώθηκε για μια ακόμα φορά αυτή η βαθιά κρίση που είναι -όπως όλα δείχνουν- αξεπέραστη, χωρίς επιστροφή. Ένα συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στη σκιά της επιχείρησης επαναφοράς του Αλέξη Τσίπρα στο πολιτικό προσκήνιο, ο οποίος με ένα μπαράζ δημόσιων ομιλιών αφήνει να εννοηθεί σαφώς ότι είναι στα σκαριά ένας νέος πολιτικός φορέας. Οι διεργασίες που συντελούνται στο χώρο της λεγόμενης κεντροαριστεράς είναι το τελευταίο διάστημα έντονες και αντικατοπτρίζουν τις προσπάθειες μερίδας της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης να αναστηλώσει τον λεγόμενο σοσιαλδημοκρατικό πυλώνα, ώστε να αποτελέσει εφεδρεία και σωσίβιο για το αστικό πολιτικό σύστημα. Ιδιαίτερα τώρα που η κυβέρνηση της ΝΔ, όσο κι αν φαίνεται να κυβερνά χωρίς αντίπαλο, εντούτοις βρίσκεται αντιμέτωπη με τη γενικευμένη λαϊκή δυσαρέσκεια γεγονός που μπορεί να πυροδοτήσει μια νέα σοβαρή κρίση του αστικού πολιτικού συστήματος.

Μέσα σε αυτό το ρευστό τοπίο, από το βήμα του 5ου συνεδρίου και εν μέσω νέων αποχωρήσεων, η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να κλείσει τις «τρύπες» και να συσπειρώσει όσες δυνάμεις έχουν απομείνει, διαβλέποντας με ανησυχία πως αν ο Τσίπρας συγκροτήσει νέο φορέα, δεν είναι καθόλου απίθανο να υπάρξει νέο κύμα αποχωρήσεων μετατρέποντας τον ΣΥΡΙΖΑ σε ένα κουφάρι. Γι’ αυτό και οι έμμεσες αλλά σαφείς βολές του Φάμελλου, που από το βήμα του συνεδρίου δήλωσε πως «όσο συντηρείται μια συζήτηση που δεν καταλήγει πουθενά, θα φθείρεται και ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και θα φθειρόμαστε όλοι. Η διαρκής κατάσταση αναμονής αποσυσπειρώνει και απογοητεύει τους προοδευτικούς πολίτες». Αλλά και η πιο αιχμηρή τοποθέτηση του Παππά, ο οποίος σημείωσε με νόημα πως «Καμία συμμαχία δεν είναι εφικτή αν δεν είναι ισχυρός ο ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί πολλά ακούμε ακόμα και για καινούρια κόμματα […] και αναρωτιέμαι: Με ποιο πρόγραμμα ακριβώς; Άλλο; Πόσο διαφορετικό; Μπορεί να γίνει ενότητα χωρίς το κόμμα μας; Όχι. Μπορεί να γίνει ενότητα απέναντι στο κόμμα μας; Απολύτως όχι».

Είναι εμφανείς οι αγωνιώδεις προσπάθειες της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ να αποκρούσουν την πίεση που δέχονται και να αποτρέψουν μια ακόμα διάσπαση και φυγή μελών και στελεχών προς τον Α. Τσίπρα. Προσπάθειες που αποδεικνύονται μάταιες, όπως σημειώνει και στην επιστολή παραίτησής του ο Γ. Τσίπρας, στην οποία λέει πως «Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει εδώ και καιρό περάσει από την αναξιοπιστία που αποτυπώθηκε στη δραματική συρρίκνωση των εκλογών του 2023, στην ανυποληψία: δεν είναι ότι ο κόσμος απλώς δεν πιστεύει ότι μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να αποτελέσει εναλλακτική προοπτική, αλλά δεν πιστεύει καν για πολλά από τα επώνυμα στελέχη του ότι πιστεύουν αυτά που λένε».

Αλήθεια, τώρα κατάλαβε ο Γ. Τσίπρας ότι ο κόσμος, ιδιαίτερα αυτός της Αριστεράς, δεν έχει πλέον καμία εμπιστοσύνη στο κόμμα εκείνο που διάψευσε τη λαϊκή προσδοκία, προσχωρώντας αμετάκλητα στο μνημονιακό μπλοκ; Ο κόσμος της Αριστεράς καιρό τώρα δεν δείχνει καμία εμπιστοσύνη στο κόμμα που ξέπλυνε και δικαίωσε την παράταξη της Δεξιάς, που 6 χρόνια τώρα ανέχεται και -στην πράξη- συμπλέει με την κυβέρνηση της ΝΔ σε όλα τα κομβικά ζητήματα. Όλα αυτά τα στοιχεία είναι που επιβεβαιώνουν πως ο ΣΥΡΙΖΑ έχει περιέλθει σε μια αμετάκλητη πορεία αποσύνθεσης και διάλυσης.

Από την άλλη μεριά, ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας εδώ και καιρό προετοιμάζει την επαναφορά του για να υπηρετήσει τα συμφέροντα της ντόπιας ολιγαρχίας. Καταθέτοντας για μια ακόμα φορά τα διαπιστευτήριά του, παρουσίασε το εναλλακτικό του πρόγραμμα στη «2η Διάσκεψη για τη Δημοκρατία και την Κοινωνική Δικαιοσύνη» που διοργάνωσε το ινστιτούτο του. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η τοποθέτησή του από δύο σκοπιές. Πρώτα, διότι παρουσίασε το δικό του «κυβερνητικό σχέδιο» πέρα και έξω από το κόμμα που τον ανέδειξε και με το οποίο από τη θέση του πρωθυπουργού και προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνησε και επέβαλε το τρίτο βάρβαρο μνημόνιο. Είναι τέτοιος ο τυχοδιωκτισμός του, που δεν έχει κανένα δισταγμό να «πουλήσει» το ίδιο του το κόμμα, στο οποίο παραμένει μέχρι και τώρα μέλος, καταγγέλλοντάς το για «αδυναμία […] να προβάλει εναλλακτική λύση».

Δεύτερον, διότι σύμφωνα με το δικό του «όραμα», με τη δική του «εναλλακτική λύση», οι προοδευτικές δυνάμεις οφείλουν να αντιτάξουν το μοντέλο του «δημοκρατικού καπιταλισμού» απέναντι στον «αυταρχικό καπιταλισμό» που υιοθετεί -όπως λέει- η ακροδεξιά και τα συντηρητικά και νεοφιλελεύθερα κόμματα.

Ο «δημοκρατικός καπιταλισμός», που τον παρουσιάζει σαν την ρηξικέλευθη πρόταση ο Τσίπρας, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια πρόταση προκλητικού εξωραϊσμού του καπιταλισμού, καθώς τώρα πλέον δεν έχει ανάγκη να αναφέρεται σε δημοκρατικό σοσιαλισμό για να εξαπατά τον κόσμο της Αριστεράς.

Στην πραγματικότητα, ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ -απότοκο του Συνασπισμού και του ρεύματος αναθεωρητισμού- πληρώνει ακριβά τις συνέπειες της πολιτικής που χάραξε πάνω σε αυτά τα σαθρά ιδεολογικά βάθρα. Αυτά τα οποία ο Τσίπρας επαναφέρει σήμερα σε ακόμα πιο δεξιά εκδοχή, για να εγκλωβίσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια που γιγαντώνεται από την ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική της Δεξιάς, αναπαράγοντας τις ίδιες κάλπικες αυταπάτες πως μπορεί ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός να αποκτήσουν ανθρώπινο, δημοκρατικό πρόσωπο.

Μόνο που η σημερινή συγκυρία τους διαψεύδει οικτρά. Αποδεικνύει ότι το καπιταλιστικό και ιμπεριαλιστικό σύστημα δεν διορθώνεται, δεν εξανθρωπίζεται, δεν μπορεί να γίνει δημοκρατικό, ούτε φιλολαϊκό. Η αρνητική εμπειρία που έχει συσσωρευτεί από τέτοιου είδους αυταπάτες αλλά και η σημερινή κατάσταση με την ακρίβεια, την άγρια καπιταλιστική εκμετάλλευση και τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία να βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη δεν αφήνουν κανένα περιθώριο. Γι’ αυτό και σε αυτές τις συνθήκες, ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά και όσοι επιχειρούν να αναστηλώσουν τη σοσιαλδημοκρατία με τα ίδια παλιά και φθαρμένα υλικά είναι καταδικασμένοι σε αποτυχία.