Το Σεπτέμβριο του 2025, η Pizza Fan διέκοψε τη συνεργασία της με τον κωμικό Πάρι Ρούπο, ύστερα από δημόσια εκστρατεία ακροδεξιών κύκλων εναντίον του. Ένα χρόνο αργότερα, η Pizza Fan βρίσκεται, σύμφωνα με τα ΜΜΕ, στο επίκεντρο μεγάλης οικονομικής έρευνας για οργανωμένη φοροδιαφυγή και μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών με εκτιμώμενη ζημία για το δημόσιο δεκάδες εκατομμύρια ευρώ.
Ωστόσο, η πολιτική αντίφαση στο ίδιο το γεγονός είναι σαφής. Από τη μια ένας εργαζόμενος χάνει τη δουλειά του, όταν επιχειρείται η πολιτική του φίμωση εξαιτίας ακροδεξιών πιέσεων που επικαλούνται το σεβασμό των «εθνικών, πατριωτικών» συμβόλων, ενώ από την άλλη πόσο «πατριωτικό» είναι η επιχείρηση να «ελέγχεται» ότι έχει κατακλέψει την «πατρίδα»; Η ίδια αντίφαση αναδεικνύει ουσιαστικά πολιτικά ερωτήματα: ποιος επικαλείται την «πατρίδα», ποιος τελικά πραγματικά την «υπηρετεί» σε σχέση με τις λαϊκές κοινωνικές ανάγκες και ποια «πατρίδα» υπηρετείται τελικά. Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική όταν η υπερπατριωτική ρητορική συνυπάρχει με την απαίτηση για σιωπή και πειθάρχηση στο χώρο εργασίας.
Ξέρουμε σε τι κράτος ζούμε. Η καπιταλιστική οικονομία οργανώνεται από την ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και την επιδίωξη του κέρδους, δηλαδή την απομύζηση της υπεραξίας. Η επιδίωξη κέρδους-υπεραξίας συνδυάζεται με φοροδιαφυγή, καταστρατήγηση εργασιακών δικαιωμάτων ή πολιτικές πιέσεις, κάθε λογής παρανομίες ακόμη και σε αυτό το δικό τους κράτος που φτιάχτηκε να τους υπηρετεί. Ο φορολογικός έλεγχος στον εξαρτημένο κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό αποτελεί την εξαίρεση που ρίχνει στάχτη στα μάτια του λαού για το φοροκλεπτικό «πάρτι» που εξελίσσεται.
Ξένο και ντόπιο κεφάλαιο, μονοπώλια, εφοπλιστές απολαμβάνουν σκανδαλώδεις επιδοτήσεις, φοροαπαλλαγές ή ειδικό φορολογικό καθεστώς, ενώ για τους εργαζόμενους η φοροληστεία είναι μονόδρομος γιατί η φορολογική πολιτική δεν είναι ουδέτερη, είναι βαθιά ταξική. Θα το πούμε εξαρχής ότι ο «πατριωτισμός» της κεφαλαιοκρατίας και των κάθε λογής πατριδοκάπηλων εθνικιστών εξαντλείται στη φοροληστεία και φοροκλοπή του δικού τους κράτους. Μόνο που αυτά τα πληρώνει ο λαός με την υπέρογκη φορολογία του.
Η πατριδοκαπηλία εμφανίζεται όταν η σημαία, η εθνική υπερηφάνεια και η επίκληση της πατρίδας χρησιμοποιούνται για να περιοριστεί η κριτική, να διχαστούν οι εργαζόμενοι ή να δικαιολογηθούν πολιτικές που ωφελούν τους ξένους και ντόπιους κεφαλαιοκράτες. Η κυρίαρχη τάξη μπορεί να χρησιμοποιεί -για την εξασφάλιση προνομίων ή τη συγκάλυψη παρανομιών- την υπερπατριωτική εθνικιστική, ρατσιστική πολλές φορές φιλοπόλεμη ρητορική που παρουσιάζει τα συμφέροντά της ως συμφέροντα ολόκληρου του έθνους.
Η αντιπαράθεση με την πατριδοκαπηλία, επομένως, δεν είναι η απόρριψη της πατρίδας αλλά βρίσκεται στην ουσία της πατριδοκαπηλίας: ποια πατρίδα εννοούν η μεγαλοαστική τάξη και οι κυβερνήσεις της όταν μιλούν για πατρίδα, εθνική υπερηφάνεια και εθνικό συμφέρον, ενώ ταυτόχρονα απομυζούν τον κοινωνικό πλούτο, εκμεταλλεύονται τους εργαζόμενους και παραδίδουν στρατηγικούς τομείς της οικονομίας στις ανάγκες της κερδοφορίας του ξένου κεφαλαίου, συμμετέχουν σε φιλοπόλεμους σχεδιασμούς και διαπραγματεύονται κυριαρχικά δικαιώματα; Ποια πατρίδα υπερασπίζονται οι μεγαλοεπιχειρηματίες όταν απαιτούν από τον εργαζόμενο να κάνει θυσίες για την «ανταγωνιστικότητα», αλλά οι ίδιοι διεκδικούν φοροαπαλλαγές, κρατικές ενισχύσεις και ευνοϊκές ρυθμίσεις; Ποια πατρίδα υπηρετούν οι εφοπλιστές όταν αξιοποιούν το θεσμικό πλαίσιο των προνομίων τους, ενώ οι ναυτεργάτες αγωνίζονται για συλλογικές συμβάσεις, ασφαλή εργασία και προστασία της ζωής τους στη θάλασσα; Ποια πατρίδα είναι αυτή που γεννάει σκάνδαλα και διαφθορά; Για ποια πατρίδα μιλάμε όταν το κράτος είναι εξαρτημένο οικονομικά, πολιτικά, στρατιωτικά και ενεργειακά από ισχυρά ιμπεριαλιστικά κέντρα, τις ΗΠΑ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, με το εγχώριο μονοπωλιακό κεφάλαιο να συνευρίσκεται «νύχι, κρέας» για μπίζνες με αυτά τα ξένα κέντρα; Όταν εδώ και χρόνια οι ξενόδουλες κυβερνήσεις βρίσκονται υπό καθεστώς επιτροπείας, ελέγχου και μνημονίων από την ΕΕ και το ΔΝΤ;
Δεν πρέπει να υπάρχει καμιά αυταπάτη. Η «εθνική πολιτική», η κυριαρχία, τα σύμβολα, το παρελθόν και το μέλλον της χώρας θα συνθλίβονται στις μυλόπετρες, όσο υπάρχει η εξάρτηση και η υποτέλεια.
Η απάντηση λοιπόν δεν βρίσκεται στις εθνικιστικές κορώνες, αλλά στις πραγματικές κοινωνικές ταξικές σχέσεις και στα υλικά συμφέροντα που αυτές υπηρετούν. Η πατρίδα δεν είναι αφηρημένη έννοια που ενώνει τάξεις, το βιομήχανο και τον εργάτη, τον εφοπλιστή και το ναυτεργάτη, τον μεγαλοϊδιοκτήτη γης και το φτωχό αγρότη. Είναι ένας τόπος με συγκεκριμένη ιστορία, ανθρώπους, παραγωγικές δυνατότητες, φυσικό πλούτο και ευρύτερους κοινωνικούς, ταξικούς αγώνες. Σε μια βαθιά, ταξικά διαιρεμένη κοινωνία σε ένα εξαρτημένο από τον ιμπεριαλισμό κράτος, οι τάξεις δεν έχουν τα ίδια συμφέροντα ούτε αντιλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο το λεγόμενο εθνικό συμφέρον.
Για τον εργαζόμενο, πατρίδα είναι οι άνθρωποι που μοχθούν, οι λαϊκές οικογένειες που προσπαθούν και θέλουν να ζήσουν με αξιοπρέπεια, τα δημόσια νοσοκομεία και σχολεία, τα δάση, τα νερά, η γη, οι υποδομές και ο πλούτος που παράγεται με τη δική τους συλλογική εργασία. Για τον κεφαλαιοκράτη κάθε κοινωνικό αγαθό ιδιοποιείται, είναι πεδίο επένδυσης και κερδοφορίας, η ίδια η εργασία είναι ένα κόστος που πρέπει να συμπιεστεί, είναι η υπεραξία που πρέπει να κλαπεί και να αυξηθεί έτσι ώστε ο εργαζόμενος και η λαϊκή οικογένεια να οδηγούνται στην απόλυτη ένδεια. Στην «πατρίδα» του κεφαλαιοκράτη δεν υπάρχουν εργασιακά δικαιώματα και τα εργοδοτικά κόστη μεταφέρονται «μαγικά» στους εργαζόμενους, στα ασφαλιστικά ταμεία και συνολικά στις πλάτες του λαού.
Όσο ο κεφαλαιοκράτης φοροδιαφεύγει τόσο το δικό του κράτος φοροληστεύει τους εργαζόμενους, ενώ οι πόροι που θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν νοσοκομεία, σχολεία, κοινωνικές υπηρεσίες και υποδομές συμπιέζονται ταυτόχρονα μαζί με τους μισθούς και τα μεροκάματα, ίσα-ίσα να επαρκούν για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να βλέπουμε τη δικιά τους πατρίδα.
Η υπεράσπιση της πατρίδας δεν μπορεί να ταυτίζεται με την υπεράσπιση των κερδών μιας οικονομικής ολιγαρχίας και τη συμμετοχή στις ιμπεριαλιστικές φιλοπόλεμες επιχειρήσεις. Για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα, στο ουσιαστικό πατριωτικό ερώτημα αν ο κοινωνικός πλούτος υπηρετεί τις ανάγκες της κοινωνίας ή αν ιδιοποιείται από τα αφεντικά· αν οι φυσικοί πόροι προστατεύονται ή εξαντλούνται για την κερδοφορία του κεφαλαίου· αν οι εργαζόμενοι έχουν δικαιώματα και φωνή ή αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμο κόστος· αν η Δικαιοσύνη λειτουργεί αποτελεσματικά για όλους ή αν οι ισχυροί στην πράξη αποφεύγουν τις συνέπειες των πράξεών τους υπάρχει απάντηση. Είναι οι μακρόχρονοι, μεγάλοι αγώνες για εθνική ανεξαρτησία και κοινωνική απελευθέρωση.
Από αυτή την άποψη, η αντιπαράθεση με την πατριδοκαπηλία έχει να κάνει με τη χρήση της πατρίδας ως ιδεολογικού προπετάσματος για την εξυπηρέτηση συμφερόντων της αστικής τάξης. Πατρίδα δεν είναι τα κέρδη των μονοπωλίων· είναι οι άνθρωποι, η εργασία τους, ο κοινωνικός πλούτος και η δυνατότητα να αποφασίζουν συλλογικά για το μέλλον τους. Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι ποιος φωνάζει πιο δυνατά «πατρίδα», αλλά ποιος παράγει τον πλούτο, ποιος τον ιδιοποιείται και ποιος πληρώνει το τίμημα του κράτους της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, των πολεμικών συγκρούσεων και ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων. «Η τάξη μας (Εργατική) και η πατρίδα είναι αυθεντικά μεγέθη. Υπήρξαν πριν από εμάς και θα υπάρχουν για πολύ. Είναι το κοινωνικό υπέδαφος πάνω στο οποίο γράφτηκαν (και θα γραφούν) οι ομορφότερες ιστορίες του τόπου μας. Η ιστορία του τόπου μας έδειξε και απέδειξε πως η εργατική τάξη μπορεί να εκφράσει αυθεντικά τα πραγματικά συμφέροντα του έθνους και να ενώσει με τους κοινωνικούς συμμάχους της όλο το λαό σε μεγάλους πατριωτικούς εθνικοανεξαρτησιακούς αγώνες» (Μ-Λ ΚΚΕ, ιστοσελίδα e-prologos, Ιούνιος 2023).












