Το αρνητικό εκλογικό αποτέλεσμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η εκλογική κατάρρευση της ΛΑΕ (που έχασε 124.000 ψήφους) πυροδότησαν σκηνικό έντονης εσωστρέφειας, που στην περίπτωση της ΛΑΕ πήρε χαρακτηριστικά ανοιχτής κρίσης, με την παραίτηση του γραμματέα του κόμματος, Π. Λαφαζάνη, και του συντονιστή της πολιτικής γραμματείας, Στάθη Λεωτσάκου.

Η παραίτηση Λαφαζάνη συνοδεύτηκε από αναφορές σε σοβαρά εσωκομματικά προβλήματα λειτουργίας και γραμμής της ΛΑΕ, αλλά και με αιχμές προς άλλες δυνάμεις που αναφέρονται στην αριστερά, η οποία σύμφωνα με τον ίδιο“στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και τον κόσμο έχει κλείσει ένα ολόκληρο ιστορικό κεφάλαιο και έχει κλείσει οριστικά επί ποινή αφανισμού για όσους επιμένουν να αναπαράγουν στο σήμερα τα συστατικά του”. Ταυτίζοντας την εκλογική κατάρρευση της καιροσκοπικής πολιτικής της ΛΑΕ περίπου με τη “συντέλεια του κόσμου” για την αριστερά, σε παγκόσμιο μάλιστα επίπεδο.

Παρά το γεγονός ότι αυτό που χρεοκόπησε δεν ήταν η αριστερά, αλλά η ρεφορμιστική πολιτική της ΛΑΕ, που αναπαρήγαγε, ως διέξοδο για το λαό, τις αυταπάτες των μεταβατικών προγραμμάτων του ΣΥΡΙΖΑ του 2012, τις οποίες υπηρέτησε, ο πρώην γραμματέας και τα στελέχη της ΛΑΕ, από τη θέση του βουλευτή μέχρι τέλους το 2015, ο Π. Λαφαζάνης εξακολουθεί να επιμένει σε αυτές.

Θεωρεί ότι η “ΛΑΕ έκανε όλα τα προηγούμενα χρόνια βήματα για ένα ριζοσπαστικό ρεαλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα διεξόδου από την κρίση” και ότι αυτό που φταίει είναι απλά ότι“τα βήματά μας αυτά ενώ ήταν αξιόλογα δεν προχώρησαν λόγω μια ελλιπούς δημιουργικής προσπάθειας και κυρίως λόγω δογματικών αγκυλώσεων σε προγραμματικά θέσφατα που δοκιμάστηκαν και απέτυχαν και τα οποία παρέπεμπαν σε άλλες εποχές”.

Παράλληλα, χωρίς κανένα είδος αυτοκριτικής υπεραμύνθηκε τη στάση που κράτησε κατά την ψήφιση της “Συμφωνίας των Πρεσπών”, ξεπλένοντας ουσιαστικά τον εθνικιστικό εσμό, κατασυκοφαντώντας τη σημαία του πατριωτισμού και της πάλης ενάντια στον αντιδραστικό εθνικισμό, που σήκωσε και υπερασπίζεται η πραγματική αριστερά και το κομμουνιστικό κίνημα.

Μπροστά στα αδιέξοδα που δημιούργησε το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών αποκαλύπτοντας, σε όλη την έκταση, τον κοινοβουλευτικό προσανατολισμό της ΛΑΕ και την πολιτική αναπαραγωγή της διαμέσου των εκλογών, επανέρχονται τα ξαναζεσταμένα σενάρια, που υπήρχαν και πριν της ευρωεκλογές, για “παναριστερή” συνεργασία “με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τις μαχόμενες δυνάμεις της Αριστεράς”, όπως αναφέρει η ανακοίνωση του Πολιτικού Συμβουλίου της ΛΑΕ για τις εθνικές εκλογές. Διευκρινίζοντας ότι “σε κάθε περίπτωση η ΛΑΕ θα κατέβει σ’ αυτές τις εκλογές με ή χωρίς συνεργασίες”.

★★★

Στην αντίπερα όχθη, στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ , το αρνητικό αποτέλεσμα των ευρωεκλογών έβγαλε στην επιφάνεια τις εσωτερικές αντιθέσεις που εκφράστηκαν προεκλογικά και με τη συγκρότηση ξεχωριστών ψηφοδελτίων στις δημοτικές εκλογές, στους μεγάλους δήμους της χώρας.

Η υποχώρηση κατά 5.000 ψήφους σε σχέση με τις ευρωεκλογές του 2014, κατά περίπου 10.000 ψήφους σε σχέση με τις εθνικές εκλογές του Σεπτέμβρη του 2015, αλλά και οι “χαμηλές πτήσεις” σε περιφερειακές και δημοτικές εκλογές έφεραν στην επιφάνεια διαφωνίες σε ζητήματα προσανατολισμού και τακτικής.

Χωρίς να τίθεται σε αμφισβήτηση το περιεχόμενο του ρεφορμιστικού «αντικαπιταλιστικού» μεταβατικού προγράμματος, οι βασικές δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, το ΝΑΡ και το ΣΕΚ, εκσφενδονίζουν “δηλητηριώδη” βέλη, για την εκτίμηση γύρω από το αποτέλεσμα των εκλογών και για ζητήματα τακτικής και συνεργασιών.

Στην ανακοίνωση του ΣΕΚ για τις εκλογές αναφέρεται ότι: “Η αντικαπιταλιστική αριστερά, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, πρέπει να βγάλει πολύτιμα συμπεράσματα από αυτές τις εμπειρίες. Δεν χωράει καμιά επανάπαυση ότι “άντεξε μέσα σε αυτές τις συνθήκες”. Έχει πτώση και σε αριθμό ψήφων στις Ευρωεκλογές και σε ποσοστά στις Περιφερειακές, όπου το 2014 είχε φτάσει στο 2,3% πανελλαδικά. Τα δημοτικά σχήματα που κατέγραψαν άνοδο (Νίκαια, Πειραιάς) αποτελούν σπάνιες εξαιρέσεις μέσα σε αποτελέσματα στάσιμα ή πτωτικά. Χρειάζεται, ιδιαίτερα η ηγεσία του ΝΑΡ να σταθεί αυτοκριτικά απέναντι σε επιλογές διασπαστικές και σεχταριστικές. Δεν είναι δυνατόν η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να χρεώνεται επιλογές που μιλάνε στον κόσμο του ΚΚΕ σαν “σταλινοφασίστες”, στον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ σαν “αστούς” και στην Ανταρσία στις Γειτονιές της Αθήνας εχθρικά. Οι εκλογικές μάχες δεν είναι ενδοαριστεροί εμφύλιοι που γίνονται για να μοιραστεί μια συρρικνούμενη επιρροή”.

Την ίδια στιγμή το ΣΕΚ καλούσε σε υπερψήφιση των υποψηφίων του ΣΥΡΙΖΑ, τον οποίο κατατάσσει στην αριστερά, στο δεύτερο γύρο των δημοτικών εκλογών, ενώ άνοιγε το θέμα της κοινής δράσης με τη ΛΑΕ.

Το ΝΑΡ, με την απόφαση της Πολιτικής Επιτροπής, αναγνωρίζει πως οι “αντιφάσεις, οι ανεπάρκειες και η κρίση της ίδιας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ” είναι μια από τις βασικές αιτίες του εκλογικού αποτελέσματος, αφού “η ενίσχυση των διαφορετικών αντιλήψεων και γραμμών στο εσωτερικό της ανάμεσα από τη μια στη γραμμή της 4ης Συνδιάσκεψης και από την άλλη σε λογικές που εκφράζονται, όπως στο εργατικό και αντιφασιστικό κίνημα για παράδειγμα, και στην πράξη ηγεμονεύονται από τα «δημοκρατικά μέτωπα» ή λογικές που ιεραρχούν διαρκώς την «ενότητα» με τα συγκροτημένα ρεφορμιστικά μέτωπα-δυνάμεις» θεωρούνται ότι βάρυναν αποφασιστικά στο εκλογικό αποτέλεσμα, στοχοποιώντας ευθέως το ΣΕΚ.

Μάλιστα με άρθρο του Πριν στις 9.6.19, το μέλος της Π.Ε του ΝΑΡ, Γ. Ελαφρός, απάντησε στο ΣΕΚ τονίζοντας ότι: “Στη νέα φάση η γραμμή, το χνάρι που πρέπει, κατά τη γνώμη μας, να περπατήσουμε έχει ως βασικές κατευθύνσεις: την κάθετη αντιπαλότητα στο νέο αστικό δικομματισμό, άρα είναι ριζικά αντίθετο σε κάθε λογική ένταξης του ΣΥΡΙΖΑ στην Αριστερά, μέσω «ενιαίου» ή δημοκρατικού ή αντιφασιστικού μετώπου, κοινής δράσης στο κίνημα, δεύτερου γύρου κλπ”.

Στο ίδιο άρθρο αφιερώνεται ένα ολόκληρο κεφάλαιο με τίτλο “Παταγώδης αποτυχία των ρεφορμιστικών λογικών και των προτάσεων συνεργασίας μαζί τους” για να μπει “πάγος” στα σενάρια για συνεργασία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με τη ΛΑΕ.

Η αντιπαράθεση μεταξύ ΝΑΡ και ΛΑΕ οξύνθηκε ακόμη περισσότερο με αφορμή κείμενο του μέλους του ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της ΠΕ του ΝΑΡ, Π. Μαυροειδή, με τίτλο “H “νέα” πρόταση της ΛΑΕ για εκλογική συνεργασία και τα «περυσινά ξινά σταφύλια»” όπου θεωρεί πως “Η απόρριψη επομένως της πολιτικής συνεργασίας με την ΛΑΕ, δεν αποτελεί οργανωτική, εκλογικού τύπου επιλογή, αλλά πολιτική επιλογή λόγω ριζικά διαφορετικών προγραμματικών στοχεύσεων.” και καλεί “να προβληματίσει και όσους ασυλλόγιστα εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στην ουσία συνηγορούν στην εξαφάνιση ή έστω υποβάθμιση της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, μέσω συμπερίληψής της σε ένα κοινό πολιτικό σχέδιο με τη ΛΑΕ σε ένα μέτωπο στα πολιτικά όρια του προ-κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ ή και της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ όπου είχαν περίοπτη θέση Λαφαζάνης και Βαρουφάκης”.

Στον Π. Μαυροειδή απάντησε με άρθρο το iskra.gr (υπογραφή Ν.Ζ), με τίτλο “Αστόχαστα λιβελογραφήματα και ο Παν. Μαυροειδής του ΝΑΡ”, απηχώντας, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, θέσεις της ΛΑΕ αλλά και “κύκλων τις Αριστεράς”, που θεωρούν “ως θλιβερή παρένθεση μέσα στο πλαίσιο αυτών των ζυμώσεων και αναζητήσεων (σ.σ. για την εκλογική συνεργασία ΛΑΕ – ΑΝΤΑΡΣΥΑ) το άρθρο του γνωστού μέλους του ΠΣΟ ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της ΠΕ του ΝΑΡ, Παναγ. Μαυροειδή, με το οποίο ο τελευταίος όχι μόνο απορρίπτει μετά βδελυγμίας κάθε συνεργασία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με τη ΛΑΕ αλλά και με έναν άκρατο λαϊκισμό περιλούζει με μύριες όσες ατεκμηρίωτες κατηγορίες τον Παναγ. Λαφαζάνη, κατηγορίες που θυμίζουν άλλες μελανές στιγμές της ιστορίας της Αριστεράς, οι οποίες πληρώθηκαν βαρύτατα από την ίδια και τον τόπο“ (η έντονη γραφή είναι των συντακτών των άρθρων).

Αφού οι μεν υπηρέτησαν από ηγετικές θέσεις (ακόμη και κυβερνητικές) για χρόνια τον ΣΥΡΙΖΑ και οι δε “τσαλαβούτησαν” στα απόνερά του, συνδιαλεγόμενοι μαζί του (διερευνητική εντολή ΣΥΡΙΖΑ το 2012, επιτροπή λογιστικού ελέγχου, κοινά δημοτικά και συνδικαλιστικά σχήματα, “συντονιστικό” πρωτοβάθμιων σωματείων κλπ), στηρίζοντας μέχρι τέλους την “περήφανη” διαπραγμάτευση της “πρώτης φοράς κυβέρνησης της αριστεράς”, ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ΛΑΕ υπόκεινται τις συνέπειες της κρίσης, στην οποία τους οδήγησε η εκτός αρχών, ρεφορμιστική και καιροσκοπική πολιτική τους.