Ένα από τα κυριότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο λαός μας τα τελευταία χρόνια είναι αυτό της στέγης. Από το 2021 που η στεγαστική κρίση έχει πλήξει τη χώρα μας, οι τιμές αγοράς κατοικιών και ενοικίων εκτοξεύτηκαν και οι πλειστηριασμοί είναι καθημερινό φαινόμενο.
Για την αντιμετώπιση του φαινομένου η κυβέρνηση ανακοινώνει κάθε τόσο μια σειρά από μέτρα που υποτίθεται θα αντιμετωπίζουν τη στεγαστική κρίση. Η πραγματικότητα όμως τη διαψεύδει μιας και το 1/3 των νοικοκυριών δαπανά πάνω από 40% του εισοδήματός του στο ενοίκιο. Το ποσοστό αύξησής τους στα αστικά κέντρα έχει εκτοξευθεί κατά 35% την τελευταία πενταετία. Ειδικές κατηγορίες όπως τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά, οι οικογένειες με φοιτητές που σπουδάζουν μακριά από τον τόπο καταγωγής τους, και οι νέοι εργαζόμενοι βάλλονται όλο και περισσότερο από την ανεξέλεγκτη αύξηση των τιμών των ενοικίων.
Μπροστά στην όξυνση του στεγαστικού προβλήματος η κυβέρνηση, μέσω του υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, ψήφισε νόμο που, υποτίθεται, αντιμετωπίζει τη στεγαστική κρίση. Όμως αν κανείς τον διαβάσει, παρατηρεί ότι στην πραγματικότητα είναι ένας νόμος που, ουσιαστικά, χρησιμοποιεί το στεγαστικό πρόβλημα για να ανοίξει επενδυτικές δουλειές στις κατασκευαστικές εταιρείες και στις τράπεζες και όχι για να το λύσει.
Και αυτό γιατί από τη μία με την «κοινωνική αντιπαροχή», όπως την αναφέρει, θα παραχωρήσει μέσω ΣΔΙΤ (Σύμπραξη Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα) σε ιδιώτες, δημόσια περιουσία. Δηλαδή το δημόσιο θα παρέχει είτε τα οικόπεδα στα οποία οι ιδιώτες του κατασκευαστικού κλάδου θα ανεγείρουν νέα συγκροτήματα κατοικιών είτε τα ακίνητα τα οποία θα ανακαινίσουν. Οι ιδιώτες που θα αναλαμβάνουν την ανέγερση ή ανακαίνιση κατοικιών με δική τους χρηματοδότηση και θα εκμεταλλεύονται έπειτα τα ακίνητα, ως αμοιβή.
Από την άλλη, σύμφωνα με τον νόμο, ένα ποσοστό των κατοικιών αυτών θα αποδίδεται στο δημόσιο για χρήση ως κοινωνική κατοικία (στέγαση ευάλωτων ομάδων). Με την επονομαζόμενη κοινωνική μίσθωση ακινήτων, το δημόσιο ή οι εποπτευόμενοι από αυτό φορείς θα μπορούν να μισθώνουν κατοικίες από ιδιώτες, οι οποίες θα παραχωρούνται σε ευάλωτα νοικοκυριά (π.χ. νέοι, τρίτεκνοι, χαμηλόμισθοι, μονογονεϊκές οικογένειες) με μειωμένο μίσθωμα. Τα ακίνητα αυτά το κράτος στην πραγματικότητα θα τα υπενοικιάζει κυρίως από τον κατασκευαστή – ιδιοκτήτη, που θα έχει τεράστιο αριθμό ακινήτων. Είτε από τις τράπεζες που κατέχουν ήδη τεράστιο αριθμό από πλειστηριασμένα ακίνητα.
Με τα παραπάνω μέτρα του νόμου, στην πράξη, οι κατασκευαστικές εταιρείες και οι τράπεζες θα εκμεταλλευτούν δημόσια περιουσία αλλά και πελάτες που αναζητούν στέγη.
Ο νέος νόμος φαίνεται να εξυπηρετεί καλύτερα τους κατασκευαστικούς ομίλους και τις τράπεζες απ’ ό,τι τα προγράμματα «Σπίτι μου 2», «Ανακαινίζω – Νοικιάζω», ή τα φορολογικά κίνητρα εκμετάλλευσης κλειστών διαμερισμάτων προς ιδιοκατοίκηση. Μιας και όπως καταγγέλλει η ΠΑΝΣΥΠΟ (Πανελλήνιος Σύλλογος Υπαλλήλων ΟΑΕΔ – τ.ΟΕΕ – τ.ΟΕΚ δηλαδή η πρώην Πανελληνίων Συλλόγων Υπαλλήλων των Οργανισμών Εργατικής Εστίας & Κατοικίας) «Το πρόγραμμα εργαλειοποιήθηκε από την κυβέρνηση, προκειμένου να πουν πόσο πετυχημένο είναι. Ήθελαν να έχουν μεγάλο αριθμό αιτήσεων, προκειμένου να δώσουν ελπίδα στον κόσμο. Τα απολογιστικά στοιχεία όμως, αποτυπώνουν ότι δεν είναι πετυχημένο το πρόγραμμα».
Σημαντικό είναι να θυμίσουμε ότι από το 2012 έχουν καταργηθεί ο Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας (ΟΕΚ) και η Εργατική Εστία. Στους οργανισμούς αυτούς άνηκε μεγάλη περιουσία η οποία λεηλατήθηκε ή θα λεηλατηθεί αφού θα δοθεί προς εκμετάλλευση. Στη διάρκεια της λειτουργίας του κατασκεύασε κατοικίες που παραχωρήθηκαν σε οικογένειες εργαζομένων και κάλυψε τις ανάγκες εκατοντάδων χιλιάδων κατοικιών με την εκπόνηση στεγαστικών προγραμμάτων και την κατασκευή κατοικιών.
Επίσης σημαντικό μέρος του προβλήματος της στεγαστικής κρίσης είναι και οι πλειστηριασμοί. Όπου σύμφωνα με έρευνα τηλεοπτικού σταθμού την περίοδο 2019 – 2023 περισσότερα από 180.000 σπίτια άλλαξαν χέρια, με την ανοδική πορεία να συνεχίζεται αμείωτη και σήμερα, ενώ κάθε μήνα έχουμε όλο και περισσότερους πλειστηριασμούς. Μάλιστα η έρευνα αναφέρει ότι από τους περίπου 4.500 με 5.000 πλειστηριασμούς που πραγματοποιούνται συνολικά, «η πλειοψηφία είναι πρώτης κατοικίας και μάλιστα μεσαίου και χαμηλού επιπέδου». Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο πρόεδρος του E-Real Estates: «Μάλλον δεν έχουμε έναν νόμο ο οποίος πραγματικά προστατεύει την πρώτη κατοικία. Κατά πρώτον, δεν υπάρχει αυτό. Κατά δεύτερον, όσον αφορά το εισόδημα του κόσμου, βλέπω ότι ο κόσμος δεν μπορεί να ανταπεξέλθει. Δηλαδή όταν αυτή τη στιγμή έχεις ένα εισόδημα 800 ευρώ τον μήνα και σου κάνουν μια ρύθμιση σε 700 ευρώ. Είναι σαν να σου λένε να σου πάρουν το σπίτι. Ξεκάθαρα. Όταν ο κόσμος δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στη δοσοποίησή του αυτή τη στιγμή, αντιλαμβάνεστε ότι οδηγείται στον πλειστηριασμό. Είναι πάρα πολύ απλό».
Τέλος, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθούμε και στις δηλώσεις του Μητσοτάκη στη ΔΕΘ. Με αυτές η κυβέρνηση αποδεικνύει εξόφθαλμα την πρόθεσή της να αφήσει τον λαό να παλεύει χωρίς καμία κρατική μέριμνα και για το θέμα της στέγης, και μάλιστα για ένα τόσο σημαντικό ζήτημα όπως τα φοιτητικά ενοίκια. Έτσι σύμφωνα με τον Μητσοτάκη οι φοιτητές δεν πρέπει παρά να βρουν συγκάτοικο για να λύσουν το πρόβλημα της στέγασής τους. Με περισσή θρασύτητα είπε: «Παροτρύνω τους φοιτητές να επιλέξουν τη συγκατοίκηση και για το δικό τους συμφέρον αφού και θα βρουν ευκολότερα ένα μεγαλύτερο διαμέρισμα και θα μοιραστούν τα έξοδα». Και συνέχισε: «Ενώ στο εξωτερικό οι φοιτητές κατεξοχήν επιλέγουν τη συγκατοίκηση, στην Ελλάδα όλοι ψάχνουν για να βρουν μια γκαρσονιέρα μόνοι τους». Και μάλιστα έκανε και μαθηματικές πράξεις που ούτε λίγο ούτε πολύ έβγαλε τους φοιτητές κερδοφόρους για τους γονιούς τους, αφού δήλωσε ότι με την επιδότηση ενοικίου που έφερε η κυβέρνηση, αλλά και με τη συγκατοίκηση μπορεί το κέρδος τους να είναι και ως 7.500 ευρώ το χρόνο.
Αυτό προκύπτει από την παρακάτω μαθηματική πράξη σύμφωνα με τον Μητσοτάκη: «2.500 ευρώ [επιδότηση ενοικίου] εάν συγκατοικήσεις σημαίνει ότι αν δύο παιδιά μείνουν μαζί, είναι 5.000 ευρώ τον χρόνο. Προσθέστε και τη μία επιστροφή ενοικίου. Αν τρία παιδιά μένουν μαζί, είναι 7.500 ευρώ το χρόνο».
Επί της ουσίας με τη δήλωση αυτή, επανέλαβε στην πάγια κυβερνητική θέση της ατομικής ευθύνης αφού το πρόβλημα είναι ότι οι φοιτητές ψάχνουν να μείνουν μόνοι τους και όχι η αχαλίνωτη αύξηση των ενοικίων από τους ιδιοκτήτες τους, ή ακόμα παραπέρα η έλλειψη εστιών για τη διαμονή των φοιτητών.
Με όλα τα παραπάνω μέτρα η κυβέρνηση φροντίζει για τα συμφέροντα των μεγάλων ιδιοκτητών ακινήτων που εκμεταλλεύονται τον λαό μας, των κατασκευαστικών εταιρειών και των τραπεζών που βλέπουν τα κέρδη τους να αυξάνονται με την εκμετάλλευση των αδυνάτων, αφού ούτε πλαφόν βάζει στα νοίκια, ούτε μειώνει τις τιμές αγοράς νέων σπιτιών, ούτε παίρνει μέτρα για τη φτηνή ανακαίνιση των κλειστών διαμερισμάτων, ούτε αποτρέπει τον πλειστηριασμό των σπιτιών των πιο ευάλωτων πολιτών της.












