Βασικές κατευθύνσεις της ΚΕ του Μ-Λ ΚΚΕ
Το προηγούμενο διάστημα, απασχόλησαν την οργάνωση του Μ-Λ ΚΚΕ, στα πλαίσια μιας αναλυτικής διευρυμένης και πλούσιας συζήτησης, τα ζητήματα που αφορούν τη woke ατζέντα, τα ζητήματα του δικαιωματισμού και του αυτοπροσδιορισμού, και η θεωρία των κοινωνικών φύλων που βρίσκεται στη ρίζα τους. Ζητήματα με διείσδυση ιδιαίτερα στους χώρους της νεολαίας.
Μέσα από πληθώρα παρατηρήσεων και γνωμών που κατατέθηκαν και πάρθηκαν υπόψη, το παρακάτω κείμενο αποτελεί κείμενο βασικών κατευθύνσεων της ΚΕ του Μ-Λ ΚΚΕ για αυτά τα ζητήματα.
Όλο και περισσότερο απασχολούν τους νέους ανθρώπους -και όχι μόνο- ζητήματα που έχουν εισαχθεί στις δυτικές κοινωνίες και σχετίζονται με το φύλο των ανθρώπων, ζητήματα που σχετίζονται με τη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, με τον ατομικό αυτοπροσδιορισμό, με τα ατομικά δικαιώματα, ζητήματα μιας ευρύτερης ατζέντας, της λεγόμενης woke (μτφ. αφύπνιση, ξύπνημα) ατζέντας, όπως πολιτογραφείται στη Δύση.
Τα ζητήματα αυτά, παρόλο που λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό αποπροσανατολιστικά απέναντι στα φλέγοντα προβλήματα της απειλής του πολέμου και των αδυσώπητων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, της έντασης της εκμετάλλευσης των εργαζομένων και της υφαρπαγής πολύχρονων κατακτήσεών τους, της επέκτασης της φτωχοποίησης ευρύτερων λαϊκών δυνάμεων και της διάλυσης της κοινωνικής προστασίας, δεν απαντώνται ωστόσο με αυτό το τρόπο. Ή έστω δεν απαντώνται μόνο με αυτό τον τρόπο, καθώς αποτελούν ζητήματα που έχουν μια δική τους αυτονομία.
Η ρίζα της σχετικής ατζέντας βρίσκεται στη θεωρία του κοινωνικού φύλου που μπορεί να ξεκίνησε ως μια ακαδημαϊκή θεωρία πριν από κάποιες δεκαετίες αλλά πλέον αποτελεί, μαζί με τις προεκτάσεις της και τις απολήξεις της, το βασικό έως και αδιαμφισβήτητο θεώρημα που έχει κατακλύσει τις λεγόμενες σπουδές φύλου των πανεπιστήμιων και τις σχολές των ανθρωπιστικών σπουδών, τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης και την καθημερινή πληροφόρηση και πάνω της διαμορφώνονται πολιτικές κατευθύνσεις και προσανατολισμοί σε όλο το δυτικό κόσμο και με τη σχετική χρονοκαθυστέρηση και τις σχετικές ιδιομορφίες και στη χώρα μας.
«Στην ταξική κοινωνία κάθε άνθρωπος κατέχει μια ταξική θέση και δεν υπάρχει καμιά σκέψη που να μη φέρει μια ταξική σφραγίδα», Μάο Τσε Τουνγκ.
Η θεωρία του κοινωνικού φύλου
Η θεωρία του κοινωνικού φύλου ισχυρίζεται ότι το δίπολο άνδρας – γυναίκα είναι ένα πλασματικό δίπολο, κληρονομημένο από την ιστορία, που επέβαλε ένα τέτοιο διαχωρισμό.
Ότι το φύλο αποτελεί μια κοινωνική και γλωσσική κατασκευή, μια ιδεολογική δηλαδή κατασκευή, και ότι το κύριο είναι όχι το βιολογικό φύλο, που εξανεμίζεται η ύπαρξή του με βάση τη θεωρία αυτή, αλλά η ατομική επιλογή του καθενός για το φύλο που επιθυμεί και θέλει να έχει. Η ταυτότητα του κάθε ατόμου, στην πραγματικότητα, δεν επηρεάζεται από το βιολογικό του φύλο, που έτσι καθίσταται ανενεργό και ουδέτερο, χωρίς κάποια επίδραση στη ζωή του, και στο επίκεντρο έρχεται το κοινωνικό φύλο που αποτελεί ένα φάσμα με τη σχετική ποικιλομορφία που μπορεί να προσλάβει. Έτσι τα κοινωνικά -δηλαδή τα πραγματικά με βάση αυτή τη θεωρία- φύλα, υπερπηδώντας την «ξεπερασμένη» ταυτότητα του δίπολου άνδρας – γυναίκα, υπερπηδώντας την ίδια τη φύση, μπορούν να είναι τρία, δεκατρία ή πολύ περισσότερα. Ή όπως αναφέρει στην ιστοσελίδα του Πάντειου Πανεπιστημίου το ερευνητικό δίκτυο ΛΟΑΤΚΙ: «Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα κοινωνικά φύλα είναι όσα και οι άνθρωποι…»!
Η θεωρία του κοινωνικού φύλου δε βγάζει κοροϊδευτικά τη γλώσσα της μόνο απέναντι στη φύση, καταργώντας την με μια μονοκοντυλιά, αλλά στέκεται το ίδιο περιφρονητικά και απέναντι στην ιστορία. Η ιστορία των ανθρώπινων πολιτισμών αποτελεί ένα μαύρο πηχτό σκοτάδι προϊστορίας μέσα στο οποίο το κύριο είναι ότι κατασκευάστηκαν αυθαίρετα και θεσμοθετήθηκαν οι καταπιεστικοί διαχωρισμοί των δυο φύλων, το ψεύτικο δίπολο του άνδρα και της γυναίκας, της οικογένειας, οι κοινωνικοί ρόλοι, οι προκαταλήψεις και η επιβολή των κοινωνικών προτύπων.
Μέσα από τον παραμορφωτικό φακό της θεωρίας των κοινωνικών φύλων η ιστορία πετιέται σαν άχρηστη πραμάτεια και μαζί της οι νόμοι της ιστορικής εξέλιξης, η θετική και αρνητική εμπειρία, η ταξική πάλη και οι πολύμορφοι ταξικοί αγώνες, οι μεγάλες επαναστάσεις, τα τινάγματα της ιστορίας προς τα μπρος και οι μηχανισμοί εξέλιξης της ιστορικής πραγματικότητας.
Η ίδια η ιστορική πραγματικότητα εκχυδαΐζεται, διαστρεβλώνεται και αποκόπτεται από τη δυνατότητα άντλησης συμπερασμάτων χρήσιμων για το σήμερα και το αύριο της ανθρωπότητας.
Αν η θεωρία του κοινωνικού φύλου αποτελούσε μόνο μια ακαδημαϊκή προσέγγιση, ίσως να μη χρειαζόταν να ασχοληθεί κανείς με αυτή. Όμως, αφού έγινε αντικείμενο επεξεργασίας μέσα στην πανεπιστημιακή κοινότητα, αφού σφυρηλατήθηκαν έννοιες και αντιλήψεις, η θεωρία αυτή, οι απολήξεις της και οι προεκτάσεις της και η σχετική ατζέντα που τη συνοδεύει αποτελεί ιδεολογικό όπλο και εργαλείο του αστικού συστήματος με ιδιαίτερη διάσταση στη νεολαία, όπου εκεί κυρίως στοχεύει.
Αποτελεί θεωρία και πολιτική πρακτική, όχι γενικά του αστικού συστήματος της Δύσης, αλλά αναπτυγμένων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων στις δυο μεριές του Ατλαντικού.
Φέροντας τα επιφανειακά στοιχεία του καινούργιου και του μοντέρνου, του ριζοσπαστικού και του πρωτοπόρου, του προοδευτικού και της χειραφέτησης, η θεωρία των κοινωνικών φύλων αποτελεί το ιδεολογικό και θεωρητικό υπόβαθρο του αστικού δικαιωματισμού, ενός αστικού ελευθεριακού αυτοπροσδιορισμού και ενός νέου αστικού κινήματος που έρχεται από τα πάνω για να εγκλωβίσει κοινωνικές δυνάμεις, ιδιαίτερα στη νεολαία.
Η θεωρία των κοινωνικών φύλων, εμφανιζόμενη ως συμπεριληπτική, συγχωνεύει σημαντικά ζητήματα -όπως του γυναικείου φύλου και της ομοφυλοφιλίας- μέσα σε ένα θεωρητικό πλαίσιο που διαστρεβλώνει την ερμηνεία τους και αφήνει ανέγγιχτες τις οικονομικο-κοινωνικές αιτίες που δημιουργούν τις κοινωνικές διακρίσεις. Το ζήτημα της καταπίεσης και των διακρίσεων σε βάρος των γυναικών το ξεκόβει από τις οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις που ιστορικά το γέννησαν και συνεχίζουν να το αναπαράγουν με διαφορετική μορφή και στις σημερινές συνθήκες του καπιταλισμού. Το ζήτημα της αντιμετώπισης και της διάκρισης σε βάρος των ομοφυλοφίλων το αποσπά από τις κοινωνικές σχέσεις και τις αντιλήψεις που ιστορικά διαμόρφωσαν και διαμορφώνουν τα κοινωνικοικονομικά συστήματα αλλά και το επίπεδο ανάπτυξης των επιστημονικών γνώσεων για την κατανόηση τέτοιων ζητημάτων. Έτσι, προκαλεί μια μεγάλη σύγχυση γύρω από αυτά τα ζητήματα και στέκεται εμπόδιο στην πραγματική επίλυσή τους.
Η θεωρία των κοινωνικών φύλων αντιμετωπίζει τα θέματα των δικαιωμάτων της γυναίκας και των ομοφυλοφίλων από τη σκοπιά του ατομικού δικαιωματισμού. Από μια σκοπιά που δεν αμφισβητεί τους οικονομικούς και κοινωνικούς όρους που απαιτείται να αλλάξουν για να μπορέσουν πραγματικά αυτά τα δικαιώματα να ικανοποιηθούν.
Είναι γι’ αυτό παντελώς λαθεμένη ως θεωρία «ερμηνείας» των διακρίσεων σε βάρος των γυναικών και ομοφυλοφίλων και ακόμα περισσότερο στήριξης της διεκδίκησης των δικαιωμάτων της γυναίκας και της καταπολέμησης των διακρίσεων σε βάρος των ομοφυλοφίλων.
Η θεωρία των κοινωνικών φύλων που ορίζει το φύλο «ως κυρίαρχη κοινωνικο-πολιτισμική κατηγορία ιεράρχησης και ταξινόμησης των υποκειμένων» και «ως βασική αρχή οργάνωσης της κοινωνίας» πάνω στην οποία στηρίζεται το «σύστημα βάσει του οποίου έχουμε δομήσει τη διάρθρωση των κοινωνιών μας» είναι μια ακόμη παραλλαγή αστικής κοινωνιολογίας. Βρίσκεται σε πλήρη σύγκρουση με τη μαρξιστική θεωρία για την ιστορική συγκρότηση των κοινωνιών, για την ταξική δομή των εκμεταλλευτικών κοινωνιών, για το γυναικείο ζήτημα, για την εμφάνιση και την ανάπτυξη των κοινωνικών διακρίσεων που γεννούν τα εκμεταλλευτικά κοινωνικο-οικονομικά συστήματα, για το περιεχόμενο που πρέπει να έχει ο αγώνας για την εξάλειψη των κοινωνικών διακρίσεων.
Το κομμουνιστικό κίνημα, διαχρονικά, στέκεται απέναντι σε κάθε μορφή προκατάληψης που βασίζεται στο φύλο, το χρώμα, τη θρησκεία, την εθνικότητα. Καταδικάζει κάθε μορφή διάκρισης, κάθε συμπεριφορά που στιγματίζει, διαιρεί, διασπά την ενότητα των εργαζομένων και υπονομεύει το συλλογικό τους αγώνα.
Έτσι, καταδικάζει απερίφραστα και κάθε προκατάληψη, διάκριση και πράξη σε βάρος ανθρώπων λόγω του σεξουαλικού τους προσανατολισμού και διεκδικεί την ισότιμη αντιμετώπισή τους και τα δικαιώματά τους που σχετίζονται με την ελεύθερη διαμόρφωση σχέσεων, τη συμβίωση και το γάμο.
Άτομα με σεξουαλικό προσανατολισμό που διαφοροποιούνται από την ετεροφυλία έχουν βιώσει και βιώνουν στο οικογενειακό, σχολικό, εργασιακό και γενικότερο κοινωνικό περιβάλλον διακρίσεις και συμπεριφορές στιγματισμού και ταπείνωσης, περιθωριοποίηση, κοινωνικό αποκλεισμό, ακόμη και διώξεις και ανοιχτή βία.
Η απάντηση σε αυτές τις αδικίες δεν μπορεί να είναι ατομική. Είναι απαραίτητο να αναπτυχθεί ο σεβασμός και η αλληλεγγύη όλων των εργαζομένων στον κοινό αγώνα για τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους. Ο πραγματικός σεβασμός στη διαφορετικότητα δεν χαρίζεται, αλλά κερδίζεται μέσα από το συλλογικό αγώνα των καταπιεσμένων. Ο αγώνας για την κατάργηση κάθε διάκρισης είναι αναπόσπαστο κομμάτι του αγώνα για μια κοινωνία πραγματικά χειραφετημένη και ελεύθερη, όπου η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο δεν έχει θέση.
Σε αυτή τη βάση το κομμουνιστικό κίνημα, όντας πάντα στο πλευρό όλων των καταπιεσμένων, θέλει να συσπειρώσει στις γραμμές του κάθε άνθρωπο που έχει έναν σαφή πολιτικό προσανατολισμό, που τον οδηγεί και τον εντάσσει, μέσα από ένα συλλογικό αγώνα για δημοκρατικά δικαιώματα και πολιτικές ελευθερίες, ενάντια στις αντιλαϊκές πολιτικές, στο ενιαίο ταξικό – επαναστατικό ρεύμα όλων των καταπιεσμένων στρωμάτων της κοινωνίας και της πρωτοπόρας τάξης, της εργατικής, για την ανατροπή της καπιταλιστικής κοινωνίας και το τελικό πέρασμα «από το βασίλειο της αναγκαιότητας στο βασίλειο της ελευθερίας», όπου θα αντιμετωπισθούν και θα λυθούν, με έναν άλλο τρόπο, όλα τα ζητήματα αυτά.
Αξιοποίηση της θεωρίας του κοινωνικού φύλου από τις κυρίαρχες δυνάμεις
Οι κυρίαρχες αστικές δυνάμεις διαμορφώνουν, με βάση τη θεωρία αυτή, πολιτικές υποτιθέμενης ευαισθησίας, συμπερίληψης και ορατότητας των ομοφυλόφιλων, και ιδιαίτερα των ατόμων που οριοθετούνται με βάση τα νέα πρότυπα της θεωρίας των κοινωνικών φύλων, ενώ παράλληλα διευρύνουν υποκριτικά την ατζέντα της συμπερίληψης για λόγους ευρύτερης ενσωμάτωσης της κοινωνικής ευαισθησίας και του κοινωνικού ριζοσπαστισμού στα ζητήματα της γυναικείας καταπίεσης, των μεταναστών, των ανάπηρων, των μειονοτήτων κλπ.
Μιλάμε για τις ίδιες δυνάμεις που ηγούνται των ιμπεριαλιστικών εφορμήσεων σε όλο τον πλανήτη, υπεύθυνες για τη γενοκτονία του Παλαιστινιακού λαού, του μακελειού στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία, υπεύθυνες για αναρίθμητους πολέμους, για τη λεηλασία της ανθρωπότητας και του πλανήτη, που ηγούνται των προγραμμάτων διάλυσης της κοινωνικής προστασίας. Μιλάμε για τις ίδιες δυνάμεις που σπρώχνουν στο περιθώριο και τα σκοτάδια της κοινωνίας την εργατική τάξη, τις λαϊκές μάζες και τη νεολαία.
Αυτές οι δυνάμεις διεκδικούν Όσκαρ υποκρισίας μιλώντας για συμπερίληψη και ορατότητα. Προβάλλοντας τα πλαστά ιδεολογήματα των «ανοιχτών κοινωνιών» και της «κοινωνίας της ανεκτικότητας», του «όλοι μαζί μπορούμε» και των οικουμενικών προβλημάτων για τη διάχυση και το διαμοιρασμό των ευθυνών προς την κοινωνία, σε μια επιχείρηση συγκάλυψης των εκρηκτικών κοινωνικών και ταξικών αντιθέσεων.
Αξιοποιούν υπαρκτά κοινωνικά προβλήματα, όπως συμβαίνει πάντα. Όπως πάντα, και ο πιο αντιδραστικός νόμος, και η πιο καταστρεπτική ενέργεια των αστικών δυνάμεων χρειάζεται μια βάση να στηρίζεται και ένα λόγο να επικαλείται.
Αξιοποιούν το ζήτημα της γυναικείας καταπίεσης προς την κατεύθυνση του αστικού φεμινισμού που προβάλλει ως κύρια αντίθεση την αντίθεση άνδρα και γυναίκας, συσκοτίζοντας και παραμερίζοντας, εξωραΐζοντας εν τέλει την κύρια πηγή της γυναικείας καταπίεσης που είναι το σύστημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.
Αξιοποιούν την καταπίεση και τις προκαταλήψεις που οι ίδιες δυνάμεις όρθωσαν σε βάρος των ομοφυλόφιλων και αξιοποιούν την κοινωνική ευαισθησία που υπάρχει, σερβίροντας τις αντιδραστικές θεωρίες και αντιλήψεις, στο στάδιο της παρακμής και της σήψης του αστικού καπιταλιστικού συστήματος, σαν νέες, φρέσκες και μοντέρνες.
Αξιοποιούν τις ηγεσίες της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, που προβάλλουν το προσωπικό τους ζήτημα πάνω από όλα, αποσπασμένα από οποιαδήποτε κοινωνική βάση και αναφορά, που προβάλλουν τις θεωρίες του πανσεξουαλισμού και της υπέρμετρης και στρεβλής ιεράρχησης του σεξουαλικού ζητήματος και μετατρέπονται σε φορείς και αιχμή του δόρατος του αστικού δικαιωματισμού, των αστικών θέσεων και θεωριών.
Η επίκληση της «κοινότητας» και η απόσπαση των ζητημάτων του σεξουαλικού προσδιορισμού και της ταυτότητας από την ευρύτερη δομή της κοινωνίας δημιουργούν τις συνθήκες μιας ψευδεπίγραφης αταξικής ενότητας όπου ο εργαζόμενος και ο εργοδότης βρίσκονται από την ίδια μεριά και κάθονται στο ίδιο τραπέζι.
Η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα ξεκίνησε ως ΛΟΑΤ (λεσβίες, ομοφυλόφιλοι, αμφιφυλόφιλοι, τρανσέξουαλ), στη συνέχεια εξελίχθηκε σε ΛΟΑΤΚ (προσθέτοντας το κουήρ, όπου η έννοια κουήρ «αναφέρεται σε ανθρώπους που η συνείδηση του εαυτού τους βρίσκεται μακριά από τις νόρμες της ετεροκανονικότητας και της διμερούς αντίληψης για τα φύλα», όπως διαβάζουμε στο κυβερνητικό κείμενο Εθνική στρατηγική για την ισότητα των ΛΟΑΤΚΙ+). Στη συνέχεια, έγινε ΛΟΑΤΚΙ (προσθέτοντας το ιντερσέξ), και τώρα, στο εξωτερικό, βρίσκεται κάπου στο LGBTQQIP2SAA+ (lesbian, gay, bisexual, transgender, queer, questioning, intersex, pansexual, two-spirited, androgynous, asexual) δείχνοντας πως, από τη στιγμή που το ανθρώπινο φύλο αποσυνδέεται από τη σταθερή του βάση, μετατρέπεται σε ζήτημα μόνιμου η στιγμιαίου αυτοπροσδιορισμού και άρα γίνεται μια διαδικασία δίχως τέλος…
Στο ίδιο κείμενο της επιτροπής για την Εθνική στρατηγική για την ισότητα των ΛΟΑΤΚΙ+ που συστήθηκε στις 17 Μαρτίου του 2021 με απόφαση του Μητσοτάκη, διαβάζει κανείς τα παρακάτω:
«Τέλος, είναι ανάγκη να επικαιροποιηθεί η υφιστάμενη διδακτέα ύλη σε σχέση με έμφυλα στερεότυπα, την αγωγή υγείας και τη σεξουαλική αγωγή με βάση τα σύγχρονα δεδομένα και πρότυπα. Για παράδειγμα θα πρέπει να αναθεωρηθούν εγχειρίδια (ΚΠΑ, Κοινωνιολογίας, Σεξουαλικής Αγωγής, Βιολογίας, Γλώσσας κτλ) ώστε να συμπεριλαμβάνουν ζητήματα σεξουαλικού προσανατολισμού, έκφρασης φύλου, ταυτότητας φύλου, χαρακτηριστικών φύλου και ευρύτερα έμφυλων ζητημάτων».
Όλες αυτές οι έννοιες που παρατίθενται και οι ορισμοί τους, παρουσιάζουν ενδιαφέρον, ωστόσο θα μείνουμε μόνο στον ορισμό που στο ίδιο κείμενο της επιτροπής παρατίθεται για την ταυτότητα φύλου, που αποτελεί και την υπογράμμιση της θεωρίας του κοινωνικού φύλου, λέγοντας:
«Ταυτότητα φύλου: Είναι ο εσωτερικός και προσωπικός τρόπος με τον οποίο το ίδιο το πρόσωπο βιώνει το φύλο του, ανεξάρτητα από το φύλο που καταχωρίστηκε κατά τη γέννησή του».
Νεοφιλελεύθερη ιδεολογία και πολιτική και κοινωνικά φύλα
Η θεωρία του κοινωνικού φύλου απέκτησε κυρίαρχη θέση διότι συμπλέει, αναδεικνύει και αναδεικνύεται από την κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, την ιδεολογία του πιο άκρατου ατομικισμού, που στο κέντρο του ιδεολογικού της πυρήνα βρίσκεται ενθρονισμένο το άτομο και που παράλληλα θέλει να αποστερήσει τις λαϊκές δυνάμεις της κοινωνίας από κάθε μορφή συλλογικής έκφρασης και οργάνωσης.
Για το νεοφιλελευθερισμό, το κέντρο του «σύμπαντος» είναι το εγωιστικό άτομο, ο κοινωνικός κόσμος αποτελείται από άτομα, η αρχή και το τέλος είναι τα άτομα και η επιτυχία και η αποτυχία στην κοινωνία είναι υπόθεση ατομική. Η ατομική και προσωπική αξιολόγηση, οι ατομικές ιδιότητες και η ατομική ευθύνη είναι οι συνυφασμένες με το νεοφιλελευθερισμό κομβικές έννοιες και αξίες.
Η ιστορία και η επιστήμη της για τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία δεν έχουν σύνολα και τάξεις, νόμους και αντικειμενική βάση, αλλά μόνο ατομικές επιλογές, υποκειμενικές προσεγγίσεις, καταθέσεις εμπειριών, προσωπικές μαρτυρίες χωρίς αρχή και τέλος, και κυρίως χωρίς συμπεράσματα και χωρίς τεκμηρίωση, όπου ο καθένας στα πλαίσια της αποθέωσης της ατομικότητας παίρνει ό,τι του ταιριάζει για να φτιάξει τη δική του ατομική προσέγγιση και την προσωπική κατανόηση.
Η οικονομία και η κοινωνία για τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία αποτελούν το πεδίο δοκιμασίας ικανών και ανίκανων ατόμων, έξυπνων και αποτυχημένων βιογραφικών, κατάλληλων και ακατάλληλων, σε κάθε περίπτωση ατομικών επιλογών, και όχι ένα αντικειμενικό πλαίσιο κοινωνικών αιτιών, ταξικών σχέσεων και συγκρούσεων.
Η κοινωνία αποτελείται από ικανά και ανίκανα άτομα, που μπορούν να παρακολουθούν, να ανταποκρίνονται και να εξελίσσονται μέσα σε συνθήκες ρευστότητας, να προσαρμόζονται επιτυχώς ή ανεπιτυχώς σε αυτές. Που βλέπουν ή όχι τις ευκαιρίες και πετυχαίνουν ή αποτυχαίνουν, μέσα σε συνθήκες αστάθειας και συνεχών μεταβολών, όπου τις νότες της παρτιτούρας τις καθορίζει η Αγορά και οι συνεχώς μεταβαλλόμενες ανάγκες της. Όπου η εργασία μετατρέπεται σε απασχόληση και η απασχόληση σε απασχολησιμότητα. Όπου οι κυρίαρχες εργασιακές σχέσεις είναι οι ελαστικές εξατομικευμένες σχέσεις εργασίας, το ρευστό και ασταθές εργασιακό τοπίο. Η μόρφωση μετατρέπεται σε δεξιότητες και τα πτυχία δεν αποτελούν παρά τίτλους προσωρινής χρήσης, άχρηστα χωρίς τη δια βίου ατομική επανακατάρτιση.
Για τις νεοφιλελεύθερες αξίες ο αντικειμενικός κόσμος, οι νόμοι του και οι λειτουργίες του, η βάση που πάνω της αναπτύσσονται και διαμορφώνονται αναπόφευκτα όλες οι κοινωνικές σχέσεις με όλη τους την ποικιλομορφία, την ένταση και το βάθος, τα ιδεολογικά και πολιτικά σύνολα, οι συλλογικές αξίες και οι συλλογικοί αγώνες είναι προϊόντα μιας ξεπερασμένης εποχής, μιας εποχής καταπιεστικής για το άτομο, που τώρα «απελευθερώνεται».
Αντίστοιχα, στο πεδίο των ανθρωπιστικών επιστημών εκμηδενίζεται η αντικειμενική υπόσταση του φύλου, για να καταγγελθεί ως προϊόν κοινωνικής και γλωσσικής κατασκευής, και να αντικατασταθεί από την ιδεαλιστική θεωρία του άφυλου ανθρώπου, όπου «ελεύθερα» επιλέγει το φύλο του, με την ατομική του «βούληση» και τις ατομικές του «προτιμήσεις».
Προβάλλοντας και προωθώντας ένα νέο κοινωνικό τοπίο εξατομικευμένων ανθρώπων, με υπερισχυμένο εγώ και με εσωτερικευμένο το νεοφιλελεύθερο δόγμα της «ατομικής ευθύνης», που αναζητούν ατομικά, να καθορίσουν και να επανακαθορίσουν την ταυτότητα τους. Έξω από κάποια σταθερή αναφορά φύλου, ιστορίας, τάξης, ιδεολογίας και πολιτικής. Με κατακερματισμένες τις κοινωνικές σχέσεις, που αδυνατούν να ανθίσουν στο άνυδρο τοπίο του ατομικιστικού εγωισμού. Καθιστώντας πιο δύσκολο το σταυρόλεξο της ανάπτυξης σχέσεων απλών, ερωτικών, φιλικών, οικογενειακών, με στόχο το χτύπημα κάθε συλλογικής έκφρασης, συνάντησης και οργάνωσης, σε κάθε επίπεδο, και φυσικά στη συνδικαλιστική συλλογική πάλη για την υπεράσπιση των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων και στο συλλογικό πολιτικό αγώνα για την αλλαγή της κοινωνίας.
Στο νεοφιλελεύθερο όραμα, ο ιδανικός άνθρωπος είναι ο μοναχικός, εσωστρεφής άνθρωπος, με σμπαραλιασμένες κοινωνικές σχέσεις, που οδηγούν στο σμπαράλιασμα της ίδιας της προσωπικότητας και που η σχέση του με την κοινωνία περιορίζεται στην παραγωγή και την κατανάλωση και που, όταν και αυτά πραγματώνονται από το ατομικό οικιακό καβούκι, τότε αγγίζει το ιδανικό πρότυπο.
Στη βάση αυτών των αντιλήψεων ανθούν και οι θεωρίες και η πρακτική της φυλομετάβασης, που τα ηλικιακά της όρια στο δυτικό κόσμο χαμηλώνουν στα 15 και 16 χρόνια και οι διαδικασίες της απλοποιούνται συνεχώς.
Δεν αναφερόμαστε εδώ σε όλες τις περιπτώσεις ατόμων που όντως αυτό κρίνεται απαραίτητο. Είναι δεδομένο πως το κράτος πρέπει να λαμβάνει όλες τις απαραίτητες ενέργειες για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής αυτών των ατόμων, ενώ κάθε είδους διάκριση σε βάρος των εργασιακών και κοινωνικών τους δικαιωμάτων οφείλει να βρίσκει το λαό και την Αριστερά απέναντι. Αυτό όμως δεν πρέπει αν συγχέεται με το νέο υπό την τωρινή του μορφή φαινόμενο της επιθυμίας επανακαθορισμού φύλου σε νεαρές ηλικίες ως ατομική επιλογή.
Είναι γνωστή η θέση της Βρετανής πρωθυπουργού Θάτσερ που μαζί με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ρέιγκαν, πριν από τέσσερις δεκαετίες, αποτέλεσαν τους πρωτεργάτες του νεοφιλελευθερισμού, διακηρύσσοντας ότι «δεν υπάρχει κοινωνία, παρά μόνο άνδρες γυναίκες και οικογένειες».
Τώρα, ο νεοφιλελευθερισμός, κυρίαρχη και εδραιωμένη ιδεολογική αντίληψη στο δυτικό καπιταλιστικό κόσμο, πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα. Δεν υπάρχουν ούτε άνδρες ούτε γυναίκες, ούτε και οικογένειες, παρά μόνο άτομα.
Νεοφιλευθερισμός, κοινωνικά φύλα και οικογένεια
Η κατάργηση του δίπολου άνδρας – γυναίκα συνοδεύεται από την κατάργηση της έννοιας της μητέρας και του πατέρα, της μητρότητας και της πατρότητας, αντικαθιστώντας τες με τις έννοιες του γονέα 1 και γονέα 2, και πηγαίνοντας και ένα βήμα παραπέρα κάνοντας λόγο για μια νέου τύπου οικογένεια, την πολλαπλή οικογένεια με γονέα 1, 2 και 3 και 4, όπου βέβαια οι συνδυασμοί των φύλων των γονέων μπορεί να εκλάβουν όλη την ποικιλία των μορφών των κοινωνικών φύλων.
Στην αιτιολόγηση του ευρωπαϊκού πιστοποιητικού γονικής σχέσης που ψηφίστηκε το Δεκέμβριο του 2023 από την Ευρωβουλή αναφέρεται:
«Σεβασμός και αναγνώριση των διαφόρων ειδών οικογενειών
Υπάρχουν και άλλες οικογένειες που δεν εμπίπτουν στον παραδοσιακό κανόνα της πυρηνικής οικογένειας, οι οποίες δυσκολεύονται περισσότερο να αναγνωριστούν. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις οικογένειες με περισσότερους από δύο γονείς. Μολονότι επί του παρόντος λίγα μόνο κράτη μέλη έχουν ανοίξει τη νομική δυνατότητα πολλαπλών γονιών, αυτό θα συμβεί σίγουρα στο μέλλον. Επομένως, είναι σημαντικό ο κανονισμός, ήδη από την αρχή, να είναι ευέλικτος και να επιτρέπει μη παραδοσιακούς οικογενειακούς σχηματισμούς, μεταξύ άλλων προκειμένου να διασφαλίζεται ότι το ευρωπαϊκό πιστοποιητικό γονικής ιδιότητας περιλαμβάνει τη δυνατότητα για περισσότερους από δύο γονείς».
Όσον αφορά στο ζήτημα της τεκνοθεσίας, ο νόμος που ψηφίστηκε, στην πραγματικότητα, διεύρυνε και ενίσχυσε το δρόμο της παρένθετης μητρότητας, επίσης κομμάτι της σχετικής ατζέντας και του «δικαιώματος» να παραγγέλλονται παιδιά, παραπέμποντας στην ευγονική και τη μετατροπή σε εμπόρευμα του γυναικείου σώματος και της μητρότητας. Με βάση το νόμο, και ανεξάρτητα αν δεν συμπεριέλαβε προς το παρόν μια τέτοια ρύθμιση, ωστόσο άνοιξε το δρόμο για την αναγνώριση αυτών των παιδιών που τα πλούσια ομόφυλα ζευγάρια, και όχι μόνο, μπορούν να παραγγείλουν από την ανθούσα βιομηχανία που εξαπλώνεται στον κόσμο, αλλά και στη χώρα μας.
Από εκεί και πέρα το ζήτημα της τεκνοθεσίας πλέον, επί της ουσίας, δεν περιορίζεται στα ομόφυλα και ετερόφυλα ζευγάρια αλλά, αφορά όλο το εύρος των τύπων ατόμων του κοινωνικού φύλου. Το ζήτημα της τεκνοθεσίας αφορά πλέον κάθε τύπο ζευγαριού αλλά και των νέων τύπων οικογένειας με πολλαπλούς γονείς, όλων των ατόμων, σε όλη την ποικιλομορφία που η θεωρία του κοινωνικού φύλου ανοίγει το δρόμο, σε όλη την ποικιλομορφία της LGBTQQIP2SAA+ κοινότητας δύο ή περισσότερων ατόμων.
Tα ουσιαστικά δικαιώματα των παιδιών που αποτελούν το πραγματικό επίδικο στο ζήτημα της τεκνοθεσίας παρακάμπτονται βουερά. Τα παιδιά, μετατρέπονται σε εμπόρευμα της παρένθετης μητρότητας, αποκομμένα από τη φυσική μητέρα, τις ρίζες και την καταγωγή τους, με εξαφάνιση στοιχείων προέλευσης, και σε όχημα δικαιωματισμού με όλες τις αρνητικές, ψυχολογικές και κοινωνικές συνέπειες στην προσωπικότητά τους.
Ατομικά δικαιώματα
Για το κομμουνιστικό κίνημα, που παλεύει για συλλογικές κατακτήσεις, τα ατομικά δικαιώματα και οι ατομικές ελευθερίες δεν είναι ξένα, αντίθετα υποστήριξε και υποστηρίζει τα προοδευτικά ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι κυρίαρχα, όπως προτάσσει ο αστικός δικαιωματισμός μέσα σε συνθήκες κυριαρχίας της απογοήτευσης και υποχώρησης του επαναστατικού οράματος της κοινωνικής αλλαγής, προβάλλοντας τη λεγόμενη θεωρία ΤΙΝΑ (There Is No Alternative, μτφ. δεν υπάρχει εναλλακτική), όπου περιγράφει τον καπιταλισμό ως το ταβάνι της κοινωνικής εξέλιξης και τις όποιες δυνατότητες να περιορίζονται σε μπαλώματα και επιδιορθώσεις, συνταιριάζοντας αυτού του τύπου τον ατομικό δικαιωματισμό με τις συνθήκες της ψυχολογίας της απογοήτευσης.
Τα προοδευτικά ατομικά δικαιώματα αποκτούν αξία όταν προωθούνται και κατακτιούνται τα συλλογικά δικαιώματα και εξανεμίζεται η αξία τους όταν, όπως συμβαίνει σήμερα, τα συλλογικά δικαιώματα αφαιρούνται. Και τα ατομικά δικαιώματα μπορούν να βρουν την ολόπλευρη αξία και ολοκλήρωσή τους μέσα στη σοσιαλιστική και κομμουνιστική κοινωνία που θα καταργήσει τις καπιταλιστικές σχέσεις εκμετάλλευσης, που εμπορευματοποιούν τα πάντα και σαν σύγχρονος Μίδας ό,τι αγγίζουν το καταστρέφουν, που διαπλάθουν την κοινωνία με ανορθολογικούς ισχυρισμούς, που γενικεύουν την ανασφάλεια και τα αδιέξοδα για τη συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας.
Σε κάθε περίπτωση, είναι αναγκαίος ο διαχωρισμός των ατομικών δικαιωμάτων σε προοδευτικά και μη.
Στο πρόσφατο pride («παρελάσεις υπερηφάνειας» της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας), κεντρικό σύνθημα αποτέλεσε το «η σεξεργασία είναι εργασία». Το ίδιο σύνθημα υιοθετεί το τροτσκιστικό ΣΕΚ, κομμάτι της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και ο ίδιος ισχυρισμός αναφέρεται στο κείμενο της επιτροπής για την ισότητα των ΛΟΑΤΚΙ, όπου αναφέρεται:
«Δεν θα πρέπει να στιγματίζεται αρνητικά η εργασία στο σεξ ή να μη γίνεται σεβαστή η απόφαση όσων κατ’ επιλογήν εργάζονται σε αυτόν τον τομέα».
Τίποτε άλλο δεν υπάρχει εδώ παρά μια συναντίληψη της κυβέρνησης του Μητσοτάκη, της ΛΟΑΤΚΙ ηγεσίας και των αλληλέγγυων απόψεων του τροτσκισμού για τον εξωραϊσμό της εκπόρνευσης και εμπορευματοποίησης των φτωχοποιημένων γυναικών και μια αισχρή αθώωση των δεινών που επιφέρει ο καπιταλιστικός αγριανθρωπισμός.
Μια συναντίληψη στο νεοφιλελεύθερο δόγμα της «κατ’ επιλογήν» πορνείας και αυτοδιάθεσης του σώματος, του ατομικού δικαιωματισμού και του αστικού αυτοπροσδιορισμού, όπου η πορνεία παρουσιάζεται σαν «δικαίωμα» και όχι σαν αποτέλεσμα καταναγκασμού και ακραίας εκμετάλλευσης, σε μια περίοδο μάλιστα που η βιομηχανία του σεξ είναι από τις πλέον ανθηρές.
Παρεμπιπτόντως, στο κείμενο της ίδιας επιτροπής της κυβέρνησης, που συντάχθηκε για την προώθηση της σχετικής ατζέντας, διαβάζουμε μεταξύ άλλων τα παρακάτω, που δείχνουν τον προσανατολισμό και την έγνοια της κυβέρνησης για την προώθηση αυτών των ζητημάτων, στο πλάι της αμερικάνικης πρεσβείας, σταθερό χορηγό των pride:
«Τα φεστιβάλ υπερηφάνειας (Pride) είναι η κατεξοχήν δράση ορατότητας της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ+ και είναι παγκοσμίως το πιο αποτελεσματικό εργαλείο κοινωνικής μεταστροφής λόγω της μαζικότητάς τους, που δείχνουν την ολοένα μεγαλύτερη κοινωνική αποδοχή. Γι’ αυτό το λόγο θα έπρεπε να υποστηριχθούν τα ήδη υπάρχοντα (με αφορμή μάλιστα τη διεθνή προσοχή που απολαμβάνει η χώρα μας ενόψει του EuroPride 2024 στη Θεσσαλονίκη) αλλά και να ενθαρρυνθεί η δημιουργία περισσότερων σε περιοχές της χώρας, όπου υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη».
Για το ζήτημα των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών δεν θα ήταν καθόλου άσκοπο να παραθέσουμε ένα απόσπασμα του Μαρξ, γραμμένο το 1843, από το κείμενό του «Συμβολή στο Εβραϊκό ζήτημα».
Γράφει ο Μαρξ:
«Σύμφωνα με τη Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου του 1791: “Η ελευθερία συνίσταται στο να μπορεί κανείς να κάνει καθετί που δεν βλάπτει τον άλλο“.
Η ελευθερία είναι επομένως το δικαίωμα να κάνει και να ασκεί κανείς καθετί που δεν βλάπτει τον άλλο. Τα όρια, που μέσα τους ο καθένας μπορεί να κινείται αζημίωτα για τον άλλο, καθορίζονται με νόμο, όπως τα όρια που χωρίζουν δυο χωράφια καθορίζονται με ένα φράχτη. Πρόκειται για την ελευθερία του ανθρώπου ως μονάδας απομονωμένης και αποτραβηγμένης στον εαυτό της. […]
Το δικαίωμα όμως του ανθρώπου στην ελευθερία δεν βασίζεται στη σύνδεση του ανθρώπου με τον άνθρωπο, αλλά αντίθετα στην απομόνωση του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Είναι το δικαίωμα αυτής της απομόνωσης, το δικαίωμα του περιορισμένου, του κλεισμένου στον εαυτό του ατόμου. […]
Συνεπώς, κανένα από τα λεγόμενα δικαιώματα του ανθρώπου δεν ξεπερνά τα όρια του εγωιστή ανθρώπου, του ανθρώπου ως μέλους της κοινωνίας των ιδιωτών, δηλαδή ως ατόμου αποτραβηγμένου στον εαυτό του, στο ιδιωτικό του συμφέρον και στην ιδιωτική του αυθαιρεσία και απομονωμένου από την κοινότητα. Ο άνθρωπος δεν θεωρείται καθόλου, μέσα σε τούτα τα δικαιώματα, σαν μέλος του ανθρώπινου είδους – απεναντίας η ίδια η ζωή του είδους, η κοινωνία, εμφανίζεται σαν ένα πλαίσιο εξωτερικό για τα άτομα, σαν περιορισμός της αρχικής τους αυτοτέλειας. Ο μοναδικός δεσμός που τα κρατάει ενωμένα είναι η φυσική αναγκαιότητα, η ανάγκη και το ιδιωτικό συμφέρον, η διαφύλαξη της ιδιοκτησίας τους και του εγωιστικού τους προσώπου. […]
Μόνο όταν ο πραγματικός ατομικός άνθρωπος ξαναπαίρνει μέσα του τον αφηρημένο πολίτη και, σαν ατομικός άνθρωπος, στην εμπειρική του ζωή, στην ατομική του εργασία, στις ατομικές του σχέσεις, γίνεται ον που ανήκει στο είδος του, μόνο όταν ο άνθρωπος αναγνωρίζει και οργανώνει τις «δικές του δυνάμεις» σαν κοινωνικές δυνάμεις κι έτσι παύει να χωρίζει από τον εαυτό του την κοινωνική δύναμη με τη μορφή της πολιτικής δύναμης – μόνο τότε ολοκληρώνεται η ανθρώπινη χειραφέτηση».
Οι νεοφιλελεύθερες θεωρίες και τα μικροαστικά ρεύματα
Οι νεοφιλελεύθερες θεωρίες και επιταγές για την ανθρώπινη χειραφέτηση και την ατομική ελευθερία, για τα κοινωνικά φύλα, το δικαιωματισμό και τις θεωρίες του αυτοπροσδιορισμού έρχονται και συναντώνται με τα μικροαστικά ρεύματα της ανανεωτικής αριστεράς, του αναρχισμού, με τα ρεύματα του μικροαστικού εξεργετισμού, του τροτσκισμού παλιού και νέου.
Από το ΣΥΡΙΖΑ, τις τροτσκιστικές οργανώσεις, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και μέχρι τον ποικιλώνυμο αντιεξουσιαστικό χώρο και την αναρχία υπάρχει μια σύμπλευση με τις αστικές θεωρίες στα ζητήματα αυτά, με κοινό συγκολλητικό κρίκο το αποθεωμένο άτομο, την ατομική ελευθερία και τα ατομικά δικαιώματα.
Ταυτόχρονα, προβάλλεται η θεωρία πως το αστικό σύστημα υποχρεώθηκε από τα κάτω και από κάποιο κίνημα, δήθεν, να αποδεχτεί αυτά τα ζητήματα. Πως λίγο πολύ επιβλήθηκε στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και εξαναγκάστηκαν να προωθήσουν τη σχετική ατζέντα. Πρόκειται για μεγαλόσχημη ανοησία που θυμίζει το ανέκδοτο με το μυρμήγκι που βρισκόταν σκαρφαλωμένο στην πλάτη του ελέφαντα και του έλεγε, καθώς περπατούσαν, κοίτα πόση σκόνη κάνουμε εμείς οι δύο.
Αστεία πράγματα, που δείχνουν για τους πιο καλοπροαίρετους υποστηρικτές μιας τέτοιας θεωρίας την άγνοιά τους για το τι σημαίνει αστικό σύστημα και μάλιστα στην ιμπεριαλιστική του βαθμίδα, όπως τα τελευταία 100 χρόνια. Πως δεν καταλαβαίνουν ότι το ιμπεριαλιστικό σύστημα, για να υπερασπιστεί και να προωθήσει τα συμφέροντά του, οδήγησε την ανθρωπότητα σε δύο παγκόσμιους πολέμους με εκατομμύρια θύματα, έριξε ατομικές βόμβες, έπραξε και πράττει απάνθρωπες γενοκτονίες και λεηλασίες, ασκεί ανελέητη εκμετάλλευση των ανθρώπων και της φύσης και απειλεί τώρα -για τα συμφέροντά του που αποτελούν το μοναδικό του γνώμονα και αδίστακτα τα υποστηρίζει- να οδηγήσει την ανθρωπότητα σε νέες μεγάλες περιπέτειες και καταστροφές.
Κανείς δεν υποχρέωσε το αμερικάνικο σύστημα να καταστήσει τις θεωρίες του κοινωνικού φύλου αδιαπραγμάτευτο δόγμα των πανεπιστημίων του και του εκπαιδευτικού του συστήματος, ούτε και κανείς υποχρέωσε το κόμμα των δημοκρατικών των ΗΠΑ -το κόμμα του Μπάιντεν, του Ομπάμα και του Κλίντον- να έχει ψηλά στην κορυφή των πολιτικών του επιδιώξεων την επιβολή της σχετικής ατζέντας.
Κανείς δεν υποχρέωσε τον Μπάιντεν να ορίσει εκπρόσωπο του Λευκού Οίκου την Καρίν Ζαν Πιερ, όπου η προηγούμενη εκπρόσωπος Ψάκι τη χαιρέτησε με τα παρακάτω λόγια:
«Θα είναι η πρώτη μαύρη γυναίκα, το πρώτο ανοιχτό ΛΟΑΤΚΙ+ άτομο που θα υπηρετήσει σε αυτό το ρόλο, το οποίο είναι καταπληκτικό, διότι η εκπροσώπηση της κοινότητας έχει σημασία και αυτή πρόκειται να δώσει φωνή σε τόσους πολλούς και θα δείξει τι είναι πραγματικά εφικτό όταν εργάζεσαι σκληρά και ονειρεύεσαι μεγάλα πράγματα. Αυτό έχει σημασία και… πρέπει να το γιορτάσουμε αυτό».
Ούτε κανείς υποχρέωσε τον Μπάιντεν να ορίσει την τρανσέξουαλ Λεβίν υφυπουργό υγείας και πρώτη ναύαρχο στην ιστορία του Αμερικάνικου ναυτικού.
Ούτε κανείς υποχρέωσε το Μακρόν να προβάλει στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών αγώνων στο Παρίσι, που αξιοποίησε ο γαλλικός ιμπεριαλισμός για την προβολή του στα εκατομμύρια των θεατών, τη ΛΟΑΤΚΙ ατζέντα.
Ούτε κανείς υποχρεώνει την ΕΕ να εκπονεί και να χρηματοδοτεί κολοσσιαία προγράμματα στα πλαίσια της στρατηγικής για την ισότητα ΛΟΑΤΚΙ 2020-25, να αναμορφώνονται εκπαιδευτικά προγράμματα στη βάση των νέων θεωριών και να χρηματοδοτούνται ολόκληρα δίκτυα ΜΚΟ.
Ούτε κανείς υποχρεώνει μονοπωλιακούς κολοσσούς να στηρίζουν τις διαφημιστικές καμπάνιες τους με βάση τα σχετικά ζητήματα.
Ούτε βέβαια κανείς υποχρέωσε τη Γιουροβίζιον από τη μια να παρέχει κάθε στήριξη στη συμμετοχή του Ισραήλ και της Ουκρανίας και από την άλλη να μετατρέπει τους διαγωνισμούς τραγουδιού με παγκόσμια απήχηση στη νεολαία σε βήμα προώθησης της ΛΟΑΤΚΙ ατζέντας διαχρονικά, αλλά και πρόσφατα με την ηχηρή παρουσία των άφυλων ατόμων.
Ούτε βέβαια ο Μπλίνκεν, κάτω από κάποια κοινωνική πίεση, απέστειλε εσωτερικό υπόμνημα το Φεβρουάριο του ’24 που δίνει εντολή στους υπαλλήλους του υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ να αποφεύγουν τους όρους μητέρα και πατέρας, διότι αποτελούν έμφυλους όρους, εξηγώντας πως «το φύλο είναι μια κοινωνική κατασκευή και η ταυτότητα φύλου ενός ατόμου μπορεί να αντιστοιχεί ή να μην αντιστοιχεί στο φύλο που του αποδίδεται κατά τη γέννηση».
Και πολλά – πολλά άλλα που μπορεί κανείς να επικαλεστεί.
Το πού βρίσκεται η χώρα μας σε όλα αυτά, μας περιγράφεται και πάλι από το κείμενο της εθνικής επιτροπής του Μητσοτάκη για την ισότητα των ΛΟΑΤΚΙ:
«Εδώ και μερικές δεκαετίες πολλά κράτη εισάγουν στη διπλωματική τους ατζέντα τη διάσταση της προστασίας των ΛΟΑΤΚΙ+ προσώπων, ως μίας ευάλωτης ομάδας. Αυτό είναι μέρος της γενικότερης στρατηγικής προώθησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των ανοιχτών κοινωνιών και της εμβάθυνσης της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου μέσω της εξωτερικής πολιτικής. Τα κράτη που έχουν εντάξει στη διπλωματική τους ατζέντα την ισότητα των ΛΟΑΤΚΙ+ ανήκουν κατά κύριο λόγο στο δυτικό κόσμο, στον οποίο η Ελλάδα ανήκει ήδη από τη σύστασή της ως ανεξάρτητο κράτος αλλά και λόγω πολιτισμικής παράδοσης και στρατηγικής επιλογής».
Η προώθηση της ΛΟΑΤΚΙ ατζέντας αποτελεί μια κεντρική επιλογή του δυτικού ιμπεριαλιστικού αστικού συστήματος όχι για την προώθηση της δημοκρατίας και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, όπως υποκριτικά ισχυρίζεται, αλλά για τον περιορισμό τους, όχι για τη χειραφέτηση της κοινωνίας αλλά για τον κατακερματισμό και τη χειραγώγησή της.
Η επιβολή της woke και ΛΟΑΤΚΙ ατζέντας και η επιβολή της «πολιτικής ορθότητας» στοχεύει στο σπάσιμο της συλλογικής πάλης απέναντι στο αστικό σύστημα και προωθεί ένα πελώριο αποπροσανατολισμό με σκοπό να μείνει στο απυρόβλητο και να διαιωνιστεί το σύστημα της ιμπεριαλιστικής θηριωδίας και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.
Στοχεύει στο ξέπλυμα των εγκληματικών πολιτικών με το πλυντήριο της συμπερίληψης, προβάλλει τις θεωρίες των «πολλαπλών ταυτοτήτων» με επιπτώσεις στην ιδεολογική, κοσμοθεωρητική και ψυχολογική υπόσταση των νέων ανθρώπων, προωθεί τον κατακερματισμό της κοινωνίας σε ανταγωνιστικές αντιθέσεις, μεταξύ άνδρα – γυναίκας, ομοφοβισμού και μη, συντηρητισμού και «προοδευτισμού».
Η woke ατζέντα συνδέεται στενά με την «κουλτούρα της ακύρωσης». Η λογοκρισία και η καταγγελία σπουδαίων δημιουργημάτων του ανθρώπινου πολιτισμού (όπως τα ομηρικά έπη, αρχαίες τραγωδίες, έργα του Σαίξπηρ, αγάλματα και πίνακες, λογοτεχνικά και κινηματογραφικά αριστουργήματα του 19ου και 20ού αιώνα) και η απαγόρευση διδασκαλίας τους σε σχολεία ανθεί στις ΗΠΑ. Πρόκειται για μια σκοταδιστική αντίληψη και πρακτική που αδυνατεί να κατανοήσει ότι τα έργα αυτά δημιουργήθηκαν σε διαφορετικές κοινωνικές συνθήκες, σε ένα εντελώς διαφορετικό πολιτιστικό και αξιακό περιβάλλον από το σημερινό.
Η woke ατζέντα και η «κουλτούρα της ακύρωσης» δεν έχουν σχέση με τη μακρά πορεία του woke κινήματος που ξεκίνησε σαν έκφραση επαγρύπνησης (stay woke) απέναντι στις φυλετικές διακρίσεις, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, για να διευρυνθεί αργότερα, κατά τη δεκαετία του 1960, και να συμπεριλάβει τους αγώνες για εργασιακά και πολιτικά δικαιώματα, για τη γυναικεία χειραφέτηση, ενάντια στις διακρίσεις και την καταπίεση των ομοφυλόφιλων και βεβαίως το αντιπολεμικό κίνημα. Μια παράδοση μεγάλων αγώνων για κοινωνική δικαιοσύνη που διεύρυναν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και περηφάνια, σε πλήρη αντιδιαστολή με την κατευθυνόμενη από τα πάνω woke ατζέντα και το δικαιωματισμό.
Η εργαλειοποίηση των δικαιωμάτων και διεκδικήσεων των ομοφυλόφιλων και των τρανσέξουαλ φανερώνει ακριβώς το ξέπλυμα που υποκριτικά επιχειρεί το βάρβαρο ιμπεριαλιστικό και καπιταλιστικό σύστημα για να κρύψει την προχωρημένη σήψη του.
Αυτή η εργαλειοποίηση δεν ακυρώνει σε καμία περίπτωση τους πολύχρονους αγώνες που έδωσαν οι ομοφυλόφιλοι και τρανσέξουαλ στην πάλη τους για δημοκρατικά δικαιώματα, για την κατάκτηση της ισοτιμίας και το σπάσιμο του καταπιεστικού πέπλου του συντηρητισμού που ειδικά σήμερα ανασύρεται από άλλες μερίδες των κυρίαρχων τάξεων στον πλανήτη και τη χώρα μας.
Μικροαστικά ρεύματα και εργατική τάξη
Όσοι βλέπουν την επίκληση των δικαιωμάτων βλέπουν το δέντρο και όχι το δάσος.
Η ιδεολογική φύση αυτών των ρευμάτων του ποικιλώνυμου μικροαστισμού, είτε με την εκδοχή του «καναπέ» και της υποταγής στους αστικούς θεσμούς είτε με την εκδοχή του εξεγερτισμού, που αλληλοτροφοδοτούνται, οδηγούνται διαχρονικά να αντλούν εφόδια και εργαλεία από την ίδια δεξαμενή ιδεών με το αστικό σύστημα, με κοινό θεμέλιο λίθο την ιδεολογία του ατομισμού, και πίσω τους -ανεξάρτητα από βροντερές επαναστατικές διακηρύξεις- κρύβεται η απογοήτευση και η έλλειψη κάθε πίστης στην υπόθεση της ανατροπής του σάπιου εκμεταλλευτικού συστήματος, και εύκολα μετατρέπονται σε ουρά των αστικών θεωριών και της αστικής πολιτικής.
Με απόψεις που φτάνουν στο σημείο να ισχυρίζονται ότι ο καπιταλισμός είναι συνυφασμένος με την ετεροσεξουαλικότητα και, ως εκ τούτου, να θεωρούν ότι η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα είναι αντικαπιταλιστική και επαναστατική από τη …φύση των σεξουαλικών της επιλογών.
Ρεύματα απομακρυσμένα και αποξενωμένα από το μαρξισμό, που απορρίπτουν τον επαναστατικό ρόλο της εργατικής τάξης, αντικαθιστώντας την από τη θέση της πρωτοπορίας, με τα νέα υποκείμενα, της διανόησης, της νεολαίας -ειδικά της φοιτητικής- ή της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας.
Ρεύματα που, επί της ουσίας, ανεξάρτητα από διακηρύξεις, στρέφονται με καχυποψία και εχθρικότητα απέναντι στην εργατική τάξη και ρίχνουν λαϊκά στρώματα, που αδυνατούν να παρακολουθήσουν τις μεταμοντέρνες και «πρωτοποριακές» θεωρίες, στον καιάδα του συντηρητισμού και της οπισθοδρόμησης, σε αντιπαραβολή με ορισμένα πολιτικά άγουρα στρώματα φοιτητικής και όχι μόνο διανόησης που, στη βάση μιας αδιαμφισβήτητα θετικής και ανυψωμένης κοινωνικής ευαισθησίας, άκριτα υιοθετούν μια σειρά καινοφανείς θεωρίες, που λανσάρονται με τη λάμψη του νεωτερικού και μοντέρνου, θεωρίες σάπιες στην ουσία, όπως και το σύστημα που τις προωθεί.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα η χρήση του ουδέτερου γένους δίπλα στο αρσενικό και θηλυκό χρησιμοποιώντας την απόληξη @, όπως «φοιτητές/φοιτήτριες/φοιτητ@, εργατ@, εργαζόμεν@, μετανάστ@», και ούτω καθεξής, εκφέροντας αυτή την απόληξη και στον προφορικό λόγο.
Η διανόηση διαδραμάτισε ιστορικά και θα το ξανακάνει και στο μέλλον, μιλώντας γενικά, πρωτοπόρο επαναστατικό ρόλο στην ταξική πάλη, όταν συνδέθηκε ιδεολογικά με την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα. Όσο απομακρύνεται και αποκόπτεται από αυτά, πέφτει στα απόνερα της αστικής ιδεολογίας και μετατρέπεται σε προέκταση και εξάρτημα της πολιτικής της.
Ούτε εδώ θα ήταν άσκοπο να παραθέσουμε ένα απόσπασμα του Κάουτσκι, που παραθέτει ο Λένιν στο βιβλίο του «Ένα βήμα μπρος, δύο βήματα πίσω» (1904) με την επισήμανση ότι αποτελεί «ένα θαυμάσιο κοινωνικό και ψυχολογικό χαρακτηρισμό».
Γράφει λοιπόν ο Κάουτσκι:
«Σήμερα μας ενδιαφέρει και πάλι ζωτικά το ζήτημα του ανταγωνισμού ανάμεσα στους διανοούμενους (χρησιμοποιώ τις λέξεις διανοούμενος, διανόηση για να αποδώσω όχι μόνο τους ανθρώπους των γραμμάτων αλλά όλους τους μορφωμένους ανθρώπους, τους εκπροσώπους των ελεύθερων επαγγελμάτων γενικά, τους εκπροσώπους της πνευματικής εργασίας σε αντιδιαστολή από τους εκπροσώπους της σωματικής εργασίας) και στο προλεταριάτο. Οι συνάδελφοί μου (“ο Κάουτσκι είναι και ο ίδιος διανοούμενος, λόγιος και συντάκτης”, -σημείωση του Λένιν) συχνά θ’ αγανακτούν που αναγνωρίζω αυτό τον ανταγωνισμό. Ο ανταγωνισμός όμως αυτός υπάρχει πράγματι και θα ήταν τελείως άσκοπη τακτική (κι εδώ όπως και σ’ άλλες περιπτώσεις) να προσπαθεί κανείς ν’ απαλλαγεί, αρνούμενος το γεγονός αυτό. Ο ανταγωνισμός αυτός είναι ανταγωνισμός κοινωνικός, εκδηλώνεται σε τάξεις και όχι σε χωριστά άτομα. Ένας μεμονωμένος διανοούμενος, όπως και ένας μεμονωμένος κεφαλαιοκράτης, μπορεί να προσχωρήσει πέρα για πέρα στην ταξική πάλη του προλεταριάτου. Όταν συμβαίνει αυτό, ο διανοούμενος αλλάζει και το χαρακτήρα του. […]
Παρακάτω, όταν δεν θα υπάρχει ειδική εξήγηση, λέγοντας διανοούμενο, θα εννοώ μόνο το συνηθισμένο διανοούμενο που στέκει στη βάση της αστικής κοινωνίας και αποτελεί χαρακτηριστικό εκπρόσωπο της τάξης της διανόησης. Η τάξη αυτή βρίσκεται σε ορισμένο ανταγωνισμό με το προλεταριάτο.
Ο ανταγωνισμός αυτός διαφέρει από τον ανταγωνισμό ανάμεσα στην εργασία και το κεφάλαιο. Ο διανοούμενος δεν είναι κεφαλαιοκράτης. Είναι αλήθεια ότι το επίπεδο ζωής του είναι αστικό και είναι υποχρεωμένος να το διατηρεί χρησιμοποιώντας διάφορα μέσα, όσο καιρό δεν μετατρέπεται σε αλήτη. Ταυτόχρονα όμως είναι αναγκασμένος να πουλάει το προϊόν της εργασίας του, πολλές φορές και την εργατική του δύναμη – συχνά αποτελεί αντικείμενο εκμετάλλευσης του κεφαλαιοκράτη και υφίσταται ορισμένες κοινωνικές ταπεινώσεις. Συνεπώς, ο διανοούμενος δεν βρίσκεται σε κανένα οικονομικό ανταγωνισμό με το προλεταριάτο. Το επίπεδο όμως της ζωής του, οι συνθήκες της δουλειάς του δεν είναι προλεταριακές, κι από δω απορρέει ένας ορισμένος ανταγωνισμός στις διαθέσεις και στις σκέψεις του.
Ο προλετάριος δεν είναι τίποτε όσο παραμένει μεμονωμένο άτομο. Όλη του τη δύναμη, όλη του την ικανότητα για πρόοδο, όλες τις ελπίδες και τις προσδοκίες του τις αντλεί από την οργάνωση, από την προγραμματισμένη από κοινού δράση με τους συντρόφους του. Αισθάνεται τον εαυτό του μεγάλο και ισχυρό όταν αποτελεί μέρος ενός μεγάλου και ισχυρού οργανισμού. Ο οργανισμός είναι γι’ αυτόν τον παν, ενώ το μεμονωμένο άτομο, συγκριτικά με τον οργανισμό, σημαίνει πολύ λίγο. Ο προλετάριος διεξάγει την πάλη του με τεράστια αυτοθυσία, σαν ένα κομματάκι της ανώνυμης μάζας, χωρίς βλέψεις για ατομικό συμφέρον ή προσωπική δόξα, εκπληρώνει το καθήκον του σ’ οποιαδήποτε θέση κι αν τον βάλουν, τηρεί εθελοντική πειθαρχία που διαποτίζει όλα του τα αισθήματα, όλους τους λογισμούς του.
Εντελώς διαφορετική είναι η περίπτωση του διανοούμενου. Αυτός παλεύει με επιχειρήματα και όχι με την άλφα ή τη βήτα χρησιμοποίηση της δύναμης. Τα όπλα του είναι οι ατομικές του γνώσεις, η προσωπική του ικανότητα και οι ατομικές του πεποιθήσεις. Ο διανοούμενος μπορεί να αποκτήσει μια κάποια κοινωνική σπουδαιότητα μόνο χάρη στα ατομικά του προσόντα. Γι’ αυτό η πλήρης ελευθερία εκδήλωσης της προσωπικότητάς του, του φαίνεται ότι αποτελεί τον πρώτο όρο για μια επιτυχή δράση του. Ο διανοούμενος δύσκολα υποτάσσεται σε ένα ορισμένο σύνολο, δεχόμενος το ρόλο του υπηρεσιακού κομματιού αυτού του συνόλου, υποτάσσεται μόνο κατ’ ανάγκην και όχι προαιρετικά. Αναγνωρίζει την ανάγκη της πειθαρχίας μόνο για τις μάζες και όχι για τις διαλεχτές ψυχές. Τον εαυτό του φυσικά τον συγκαταλέγει στις διαλεχτές ψυχές…».
Το γυναικείο ζήτημα, το κομμουνιστικό κίνημα και ο αστικός φεμινισμός
Το κομμουνιστικό κίνημα από τη γέννησή του έφερε στο προσκήνιο της πάλης το γυναικείο ζήτημα και με ιδεολογικό πυρήνα το μαρξισμό και στη συνέχεια το μαρξισμό-λενινισμό αντιμετώπισε θεωρητικά και πρακτικά το πρόβλημα της διπλής γυναικείας καταπίεσης.
Αν ιστορικά ο αστικός φεμινισμός, παράλληλα και ξεχωριστά για ένα διάστημα με το κομμουνιστικό κίνημα, ανέπτυξε μια θετική δραστηριότητα με το κίνημα των σουφραζετών προς τη διεκδίκηση ορισμένων αστικών δικαιωμάτων και ιδιαίτερα αυτό της ψήφου, στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο εξάντλησε τα όρια του και οδηγήθηκε στη χρεωκοπία με τη στήριξη του πολέμου και της άδικης ιμπεριαλιστικής σφαγής. Τη σκυτάλη αναπόφευκτα, για όλα τα βασικά ζητήματα που σχετίζονται με το γυναικείο ζήτημα, πήρε το κομμουνιστικό κίνημα και ιδιαίτερα, με το ξέσπασμα της Οκτωβριανής επανάστασης, με την πολιτική και νομική κατοχύρωση της ισότητας από τα πρώτα διατάγματα και κυρίως με το πελώριο έργο της σοβιετικής εξουσίας και του σοσιαλισμού για την κατοχύρωση της ισότητας στην πράξη.
«Η κάθε μαγείρισσα πρέπει να μάθει να κυβερνάει»,διακήρυξε ο Λένιν, σηματοδοτώντας την απαρχή ενός τιτάνιου έργου εκπολιτιστικού και μορφωτικού, πρακτικής κοινωνικής στήριξης της γυναίκας και της μητρότητας, χτυπήματος των κοινωνικών προκαταλήψεων που ευνοούν την ανισότητα των φύλων, για το τράβηγμα της εργαζόμενης και αγρότισσας γυναίκας από το ατομικό νοικοκυριό στην οικονομική και πολιτική διαχείριση της νέας κοινωνίας.
Αν και το καπιταλιστικό σύστημα, στην αναζήτηση εργατικών χεριών, άνοιξε το δρόμο της γυναίκας προς την παραγωγή, αυτό το πρώτο σπάσιμο των οικιακών δεσμών της γυναικείας τυραννίας έμεινε στα μισά, καθώς το αστικό σύστημα διαιωνίζει και αναπαράγει όλα τα ιδεολογικά δεσμά, τις θρησκευτικές και κοινωνικές προκαταλήψεις των προηγούμενων αιώνων για την υποδεέστερη θέση της γυναίκας. Και αν την έβγαλε σε ένα βαθμό από το σπίτι, την υποδούλωσε μαζί με τον άντρα στα δεσμά της μισθωτής δουλείας και της καπιταλιστικής σκλαβιάς.
Κάτω από την επίδραση της Οκτωβριανής επανάστασης, η θέση της γυναίκας άλλαξε στην παγκόσμια ιστορία. Οι εργαζόμενες γυναίκες, μετά την Οκτωβριανή επανάσταση στη Σοβιετική Ένωση, και στον καπιταλιστικό κόσμο, με οδηγό τις κομμουνιστικές ιδέες και δυνάμεις, μέσα από το εργατικό και λαϊκό κίνημα, μέσα από το επαναστατικό κίνημα, συχνά με το όπλο στο χέρι, κατακτούν ένα νέο ολόκληρο κόσμο στο δρόμο προς την ισότητα. Στη χώρα μας, δεν είναι λίγα τα ονόματα των γυναικών που πρωτοστάτησαν στους ταξικούς και εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες, φτάνοντας στην κυβέρνηση του βουνού να κατοχυρώνεται για πρώτη φορά το δικαίωμα της ψήφου και της ισότιμης εκλογής και εκπροσώπησης.
Όσο και αν ψάξουμε να βρούμε τα θεμέλια των κατακτήσεων της γυναίκας προς την ισότητα δεν θα τα βρούμε αλλού, παρά στους μεγάλους επαναστατικούς αγώνες διεθνώς, θα τα βρούμε στο Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας, με το 1/3 του να είναι γυναίκες, θα τα βρούμε στον κατοπινό αγώνα της εργατικής τάξης, ανδρών και γυναικών απέναντι στον κοινό αντίπαλο, την αστική πολιτική, την καπιταλιστική και ιμπεριαλιστική εξουσία.
Και όχι έξω από αυτόν, όπως σήμερα υποδεικνύει ο αστικός φεμινισμός και οι απόψεις του μικροαστικού φεμινισμού της αναρχίας, όπου το πρόβλημα της γυναικείας καταπίεσης είναι οι άντρες συλλήβδην και γενικώς, αθωώνοντας το καπιταλιστικό σύστημα και σπάζοντας την ενότητα και το κοινό μέτωπο των εργαζομένων και των καταπιεσμένων.
Αν η Καμάλα Χάρις, γυναίκα, μαύρη και θιασώτης της ΛΟΑΤΚΙ ατζέντας, εκλεγόταν στην κυβέρνηση, για τις γυναίκες εργαζόμενες των ΗΠΑ, μαύρες ή λευκές και οποιουδήποτε σεξουαλικού προσανατολισμού, και για τις καταπιεζόμενες γυναίκες του πλανήτη δεν θα άλλαζε απολύτως τίποτε, γιατί δεν θα άλλαζε ούτε στο ελάχιστο ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας των ΗΠΑ. Όπως δεν άλλαξε, ούτε κατά ένα εκατοστό, η θέση των μαύρων εργαζόμενων στις ΗΠΑ από την εκλογή του Ομπάμα. Όπως δεν αλλάζει ούτε κατ’ ελάχιστο η θέση των εργαζομένων γυναικών αν στο τιμόνι της εργοδοσίας τους βρίσκεται γυναίκα.
Για τις εργαζόμενες γυναίκες όλου του κόσμου το πραγματικό ζήτημα είναι η κοινή πάλη και ο κοινός αγώνας με τους εργαζομένους άντρες ενάντια στο σύστημα της ιμπεριαλιστικής υποδούλωσης και την καπιταλιστικής σκλαβιάς. Και το ίδιο ζήτημα αφορά όλους τους εργαζόμενους, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διάκριση, όχι μόνο φύλου, αλλά και φυλής και χρώματος και θρησκείας και σεξουαλικού προσανατολισμού. Σε αυτόν τον κοινό αγώνα, που δίνει και τη μόνη ουσιαστική προοπτική -όπως και στο παρελθόν έτσι και στο παρόν και στο μέλλον- είναι που σπάνε πράγματι, σε μεγαλύτερη κοινωνική κλίμακα, οι ποικίλες προκαταλήψεις, οι κοινωνικές προλήψεις και καχυποψίες, οι επιζήμιες διαιρέσεις και ο κατακερματισμός των δυνάμεων που έχουν κάθε συμφέρον να ενωθούν και να παλέψουν.
Και αποτελεί καθήκον για το κομμουνιστικό κίνημα όχι μόνο η ενίσχυση των προϋποθέσεων για τον πιο μαζικό, ενιαίο και αποφασιστικό αγώνα απέναντι στο σύστημα της εκμετάλλευσης, αλλά και η ενίσχυση παράλληλα όλων των προϋποθέσεων για το χτύπημα και το ξερίζωμα όλων των προκαταλήψεων και η πάλη για το ξεπέρασμα όλων των διακρίσεων και για την κατοχύρωση από το αστικό σύστημα όλων των δικαιωμάτων ισονομίας και ισοπολιτείας όλων των ανθρώπων.
Μαρξισμός, γυναίκα και οικογένεια
Ο μαρξισμός από τη γέννησή του τοποθέτησε σωστά στην ιστορική του διάσταση το γυναικείο ζήτημα.
Στο βιβλίο του «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους», ο ΄Ενγκελς γράφει:
«Η γυναίκα, παραμερισμένη από τη συμμετοχή της στην κοινωνική παραγωγή, έγινε η πρώτη υπηρέτρια. Μονάχα η μεγάλη βιομηχανία της εποχής μας της άνοιξε ξανά το δρόμο προς την κοινωνική παραγωγή – και πάλι μόνο στην προλετάρισσα. Ωστόσο, όσο είναι υποχρεωμένη να εκπληρώνει τα καθήκοντά της στην ιδιωτική υπηρεσία της οικογένειας, μένει αποκλεισμένη από την κοινωνική παραγωγή και δεν μπορεί να κερδίζει τίποτα. Αν θέλει να πάρει μέρος στην κοινωνική εργασία και να βγάλει το ψωμί της ανεξάρτητα, δεν είναι σε θέση να εκπληρώνει τα οικογενειακά της καθήκοντα. Κι όπως στο εργοστάσιο, το ίδιο συμβαίνει στη γυναίκα σε όλους τους κλάδους δουλειάς ως την ιατρική και τη δικηγορική. Η νεότερη ξεχωριστή οικογένεια στηρίζεται πάνω στην ανοιχτή ή σκεπασμένη σπιτική σκλαβιά της γυναίκας, και η νεότερη κοινωνία είναι μια μάζα που τα μόριά της αποτελούνται μονάχα από ατομικές οικογένειες».
Και δεν υποδεικνύει ο Ένγκελς καμία άλλη λύση, παρά το σάρωμα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής:
«Αλλάζει όμως σημαντικά και η κατάσταση των γυναικών, όλων των γυναικών. Με το πέρασμα των μέσων παραγωγής σε κοινή ιδιοκτησία παύει η ατομική οικογένεια να είναι η οικονομική μονάδα της κοινωνίας. Το ατομικό νοικοκυριό μετατρέπεται σε κοινωνικό λειτούργημα. Η περιποίηση και ανατροφή των παιδιών γίνεται δημόσια υπόθεση».
Στο ίδιο κείμενό του, ο Ένγκελς τοποθέτησε σωστά και το ζήτημα των σεξουαλικών σχέσεων:
«Αυτό λοιπόν που μπορούμε σήμερα να υποθέσουμε για τη ρύθμιση των σεξουαλικών σχέσεων, ύστερα από το επικείμενο σάρωμα της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, έχει κυρίως αρνητικό χαρακτήρα, περιορίζεται συνήθως σε ό,τι πρόκειται να λείψει. Τι όμως θα προστεθεί; Αυτό θα κριθεί όταν αντρωθεί μια νέα γενιά μια γενιά από άντρες που ποτέ στη ζωή τους δεν θα έχουν βρεθεί στην ανάγκη να αγοράσουν με λεφτά ή με άλλα κοινωνικά μέσα το δόσιμο μιας γυναίκας και μια γενιά από γυναίκες που ποτέ δεν θα έχουν βρεθεί στην ανάγκη να δοθούν σε έναν άντρα για κανένα άλλο λόγο εκτός από την αληθινή αγάπη, ούτε να αρνηθούν το δόσιμο στον αγαπημένο τους από το φόβο μπρος στις οικονομικές συνέπειες. Όταν θα υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι, θα γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια αυτά που πιστεύουμε σήμερα ότι θα πρέπει να κάνουν. Θα φτιάξουν τη δική τους ζωή και τη δική τους αντίστοιχη κοινή γνώμη για τις πράξεις του καθενός και – τελεία και παύλα».
Στο έργο του «Η καταγωγή της οικογένειας, της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους», ο μεγάλος επαναστάτης εξετάζει τα τρία αυτά ζητήματα ενιαία και αλληλένδετα μέσα στην ιστορική τους σύνδεση και με επιστημονικό τρόπο περιγράφει την εξέλιξή τους και την ιστορική προοπτική για το μετασχηματισμό τους μέσα από την επαναστατική ανατροπή του κεφαλαιοκρατικού συστήματος.
«Σύμφωνα με την υλιστική αντίληψη το καθοριστικό στοιχείο στην ιστορία είναι σε τελευταία ανάλυση: η παραγωγή και η αναπαραγωγή της άμεσης ζωής. Αυτή όμως με τη σειρά της έχει διπλό χαρακτήρα. Από τη μια μεριά η παραγωγή των μέσων συντήρησης, αντικειμένων για τη διατροφή, το ντύσιμο, την κατοικία και των εργαλείων που χρειάζονται γι’ αυτά. Από την άλλη μεριά η παραγωγή των ίδιων των ανθρώπων, η αναπαραγωγή του είδους» (Από τον πρόλογο της πρώτης έκδοσης, 1884).
Η οικογένεια της κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας, ως βασική οικονομική, κοινωνική και αναπαραγωγική μονάδα, που βιώνει τους οικονομικούς και κοινωνικούς καταναγκασμούς του συστήματος, θα ξεπεραστεί με το ξεπέρασμα της καπιταλιστικής κοινωνίας, και από την άποψη αυτή δεν αποτελεί παρά μια ιστορική κατηγορία που θα παραχωρήσει τη θέση της σε νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Όμως αυτό αποτελεί ζήτημα που προϋποθέτει άλλους ριζικά διαφορετικούς οικονομικούς και κοινωνικούς όρους που σήμερα φυσικά δεν υπάρχουν.
Και βεβαίως δεν αποτελεί ζήτημα βούλησης κάποιων, ούτε ζήτημα εγκεφαλικών επινοήσεων έξω από τα αντικειμενικά δεδομένα της ιστορικής εξέλιξης.
Για το ζήτημα του αυτοπροσδιορισμού
Τέλος, σε σχέση με το ζήτημα του αυτοπροσδιορισμού. Κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού του, όπως και κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να επιλέξει αν θα έχει ή όχι και ποιες θρησκευτικές πεποιθήσεις και καμία διάκριση δεν μπορεί να υπάρχει στα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα μεταξύ των ανθρώπων στη βάση τέτοιων κατηγοριοποιήσεων. Το κύριο καθήκον που έθεσε το κομμουνιστικό κίνημα, αναγνωρίζοντας και διακηρύσσοντας εδώ και πολλά χρόνια ως αυτονόητο αυτό το δικαίωμα και παλεύοντας για αυτό, είναι το καθήκον της συνένωσης όλων των εργαζομένων, όλων των καταπιεσμένων ανεξάρτητα από θρησκευτικές πεποιθήσεις και ανεξάρτητα από το πώς αυτοπροσδιορίζονται, στο μέτωπο της ταξικής πάλης.
Αυτό που αποτελεί την κύρια πλευρά του ζητήματος ωστόσο δεν αποτελεί λόγο αφοπλισμού του κομμουνιστικού κινήματος από την πάλη ενάντια στον ιδεαλισμό, τη μεταφυσική, τις δοξασίες και τις παραδοξολογίες κάθε είδους. Το αντίθετο. Την προϋποθέτει.
Από την καθημερινή ειδησιογραφία ανασύρονται πολλά παραδείγματα ατομικής και συλλογικής υπερβολής που δείχνουν το ψυχολογικό και ιδεολογικό υπόβαθρο του αστικού δικαιωματισμού και του αστικού και μικροαστικού αυτοπροσδιορισμού που παίρνει τη μορφή μιας νέας μεταμοντέρνας θρησκευτικής δοξασίας και μεταφυσικού ανορθολογισμού.
Ενίσχυση της ακροδεξιάς
Η σχετική συζήτηση για τις νέες μορφές οικογένειας και τους πολλαπλούς γονείς, για τα πολλαπλά φύλα και τις πολλαπλές ταυτότητες, η «πολιτική ορθότητα» που φτάνει στα άκρα του εκχυδαϊσμού της γλώσσας και η «κουλτούρα της ακύρωσης», που με το ένστικτό τους αποστρέφονται πλατιά λαϊκά στρώματα, αποτελούν επικίνδυνο λίπασμα για τις ακροδεξιές και φασιστικές δυνάμεις, όταν μάλιστα αυτή η συζήτηση βρίσκει τη μαχητική της στήριξη από δυνάμεις που προέρχονται από τα αριστερά του πολιτικού χάρτη.
Οι ακροδεξιές δυνάμεις σηκώνοντας τη σημαία της σταυροφορίας της υπεράσπισης των πατροπαράδοτων αξιών και θεσμών σε όλο το δυτικό κόσμο, από τον Τραμπ της Αμερικής μέχρι τους ακροδεξιούς και φασίστες της Ευρώπης, βρίσκουν πρόσφορο έδαφος να απλώσουν τις σκοταδιστικές τους αντιλήψεις φορώντας τη μάσκα της λογικής και της ηθικής, επικαλούμενοι ακόμα και την επιστήμη απέναντι στους ανορθολογισμούς των κοινωνικών φύλων και της «συμμαχίας» της «νεοφιλελεύθερης ανήθικης αγοράς» και της «μαρξιστικής αριστεράς», όπως βολικά και δημαγωγικά λένε.
Επί της ουσίας, ο μεταφυσικός ανορθολογισμός, η ιδεαλιστική προσέγγιση, η άρνηση του υλισμού είναι παρόμοια. Από τη μια προβάλλονται μεσαιωνικές, ρατσιστικές και αντιεπιστημονικές αντιλήψεις, οι θεόσταλτες πατροπαράδοτες σχέσεις της οικογένειας, οι ανώμαλοι ομοφυλόφιλοι, τα αντιμεταναστευτικά και ξενοφοβικά κηρύγματα, ο παραδοσιακός ρόλος της γυναίκας και του άντρα, η χριστιανική ηθική, και από την άλλη οι αντιδραστικές θεωρίες του κοινωνικού φύλου, οι θεωρίες που αρνούνται την αντικειμενική πραγματικότητα και ανατρέπουν τους νόμους της ιστορικής εξέλιξης, όπου δεν είναι οι υλικοί όροι ύπαρξης που καθόρισαν την εξέλιξη της ανθρωπότητας και τις ιδέες της, αλλά προηγούνται οι ιδεολογικές κατασκευές που αυτές καθόρισαν την ανθρώπινη εξέλιξη.
Το δίπολο συντηρητισμού και «προοδευτισμού» της woke ατζέντας, είναι ψεύτικο και τροφοδοτεί την κοινή συνισταμένη του ανορθολογισμού.
Οι δυνάμεις του τραμπισμού και της ακροδεξιάς στης ΗΠΑ αξιοποιώντας τους ανορθολογισμούς των νεόκοπων θεωριών της «ρευστότητας του φύλου» του «άφυλου ανθρώπου», των «πολλαπλών ταυτοτήτων» και της woke ατζέντας, ενισχύθηκαν στο δρόμο προς την εξουσία και με τον ίδιο τρόπο ενισχύονται και οι ακροδεξιές δυνάμεις σε όλη την Ευρώπη φέρνοντας στο προσκήνιο μια νέα ακόμη πιο σκοτεινή εποχή.
Στη χώρα μας ο Μητσοτάκης, που πριν ένα χρόνο διακήρυττε τα «δικαιώματα των μειονοτήτων», μετά την εκλογή του «νέου σερίφη» έσπευσε να προσαρμοστεί στα πλαίσια της αντί woke ατζέντας κάνοντας στροφή 180 μοιρών και να μιλήσει ενάντια στην «τυραννία των μειοψηφιών».
Είναι φανερό ότι όλες αυτές οι αντιεπιστημονικές θεωρίες του κοινωνικού φύλου που αρνούνται την αντικειμενική πραγματικότητα και οι αντιλήψεις που εμφανίζονται με το μανδύα του προοδευτισμού και της δήθεν υποστήριξης των δικαιωμάτων τροφοδοτούν εκείνη ακριβώς την πολιτική, την πολιτική της ακροδεξιάς που ακόμη περισσότερο τα καταπατά.
Ενισχύουν και τροφοδοτούν την πολιτική της ακροδεξιάς που στρέφεται απειλητικά ενάντια σε κάθε λαϊκό δικαίωμα, εξυψώνει τις κοινωνικές προκαταλήψεις, την περιθωριοποίηση και το στιγματισμό ανθρώπων, που πράττει πογκρόμ κατά κοινωνικών μειονοτήτων.
Παίρνοντας θέση ενάντια στη woke ατζέντα, κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών και αστικών κύκλων, και την ψευτοεπιστημονική θεωρία του κοινωνικού φύλου, παίρνουμε ταυτόχρονα θέση ενάντια στην αντιδραστική αντί woke ακροδεξιά ατζέντα παραθέτοντας το απόσπασμα της απόφασης του 7ου συνεδρίου του Μ-Λ ΚΚΕ:
«Το Μ-Λ ΚΚΕ στέκεται απέναντι σε κάθε μορφή προκατάληψης φύλου, χρώματος, θρησκείας και σε κάθε μορφή διάκρισης που στιγματίζει, διαιρεί και χωρίζει τους εργαζόμενους στον αγώνα τους για τη ζωή και για την πρόοδο, για τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής τους, για μια κοινωνία πραγματικά ελεύθερη, χειραφετημένη και ανθρώπινη. Και έτσι στεκόμαστε απέναντι σε κάθε είδους διάκριση ή προκατάληψη με βάση το σεξουαλικό προσανατολισμό απέναντι στους ομοφυλόφιλους και διεκδικούμε την ισότιμη αντιμετώπισή τους και τα δικαιώματα που σχετίζονται με την ελεύθερη διαμόρφωση σχέσεων, τη συμβίωση και τον γάμο».












