Σε λίγες μέρες θα συμπληρωθούν τέσσερις μήνες πολέμου στην Ουκρανία. Καθώς οι διεθνείς συνέπειες της μαι­νόμενης αντιπαράθεσης ανάμεσα στα δύο ιμπε­ριαλιστικά στρατόπεδα, της Ρωσίας και της Δύσης, γίνονται ολοένα και πιο βαριές, με τις ιμπεριαλιστικές ηγεσίες να βρίσκονται αντιμέτωπες όχι μόνο με το πρόβλημα του κόστους αυτού του πολέμου αλλά και με τις κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις που δημιουργεί στις χώρες τους και παγκόσμια, μια συζήτηση έχει ανοίξει μέσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα για το πώς θα συνεχισθεί και πού θα καταλήξει αυτή η σύγκρουση.

Η χρονική παράταση αυτού του πολέμου παραμένει σαν το κύριο στοιχείο της εξελισσόμενης αντιπαράθεσης, με το Ρώσο εισβολέα να επιδιώκει να εδραιώσει και να επεκτείνει την κυριαρχία του στα Ουκρανικά εδάφη που κατακτά και με τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ να συνεχίζουν τον πόλεμο των οικονομικών κυρώσεων κατά της Ρωσίας και τη στρατιωτική ενίσχυση της κυβέρνησης του ανδρεικέλου τους, Ζελένσκυ, με στόχο να φθείρουν τις δυνάμεις της Ρωσίας. Ωστόσο, μέσα σε αυτήν την κύρια εξέλιξη έχει αρχίσει να εισχωρεί σταδιακά και το στοιχείο που πριν λίγες εβδομάδες διατυπώθηκε από τους κύκλους των ευρωπαϊκών ηγεσιών ως «κόπωση του πολέμου» και το οποίο με το πέρασμα των εβδομάδων κα­ταλαμβάνει όλο και περισσότερο χώρο στις δημόσιες πολιτικές και διπλωματικές παρεμβάσεις και στην αρθρογραφία ισχυρών μέσων ενημέρωσης τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ.

Σε αυτό έχουν συντελέσει και επιδρούν:
Πρώτο, οι εξελίξεις στο πεδίο του πολέμου όπου παρ’ όλο που οι δυτικοί -και πρώτα απ’ όλα οι ΗΠΑ και η Βρετανία- ανακοινώνουν ότι θα παραδώσουν στην Ουκρανία σύγχρονα πυραυλικά συστήματα μεγάλου βεληνεκούς, ωστόσο, οι ίδιοι παραδέχονται πως «η Μόσχα επιτυγχάνει σταδιακά τους στόχους της στο πεδίο», όπως έγραψαν οι «New York Times», ενώ έκθεση των μυστικών υπηρεσιών τους αποτυπώνει τη δύσκολη θέση στην οποία έχουν περιέλθει οι Ουκρανικές δυνάμεις. Οι ρώσικες στρατιωτικές δυνάμεις διευρύνουν τα εδάφη που καταλαμβάνουν στην Ανατολική Ουκρανία και, μετά την κατάληψη ενός ακόμη βιομηχανικού κέντρου, του Σεβε­ροντονέτσκ, θα έχουν υπό τον πλήρη έλεγχό τους και την περιφέρεια του Λουγκάνσκ. Παράλληλα μεθοδεύουν την ενσωμάτωση των κατειλημμένων περιοχών στη Ρωσία, καθώς έγινε γνωστό πως προωθούνται τα σχέδια να χορηγηθούν ρωσικά διαβατήρια στις ανατολικές και νότιες περιοχές της Ουκρανίας που ελέγχει η Ρωσία (Μαριούπολη, Χερσώνα και Μελιτόπολη, Ζαπορίζια κλπ), να εισαχθεί ως νόμισμα το ρούβλι και να γίνουν δημοψηφίσματα για την ένταξη των περιοχών στη Ρωσία. Βλέποντας, μάλιστα, να επιτυγχάνει τους στόχους που είχε με την έναρξη του πολέμου αναγγείλει, ο Πούτιν επανήλθε με νέες διακηρύξεις μεγαλορώσικου επεκτατισμού λέγοντας ότι «το πεπρωμένο» της Ρωσίας είναι η «επιστροφή και ενίσχυση» των εδαφών της και προσομοίασε την πολιτική του με εκείνη του τσάρου Μεγάλου Πέτρου -με αφορμή τα 350 χρόνια από τη γέννησή του- που πολέμησε τη Σουηδία και «επέστρεψε» εδάφη στη Ρωσία.

Δεύτερο, οι αντιθέσεις που εκδηλώνονται μέσα στο δυτικό στρατόπεδο, καθώς ο πόλεμος και οικονομικές κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας έχουν ανοίξει τον ασκό του Αιόλου για την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία, με τους ανέμους τής ενεργειακής, της επισιτιστικής και πληθωριστικής κρίσης να σαρώνουν και να αναστατώνουν όλα τα κεφαλαιοκρατικά κέντρα και ιδιαίτερα αυτά της Ευρώπης που πλήττεται δριμύτερα.

Αυτή την αναστάτωση ήλθαν να απεικονίσουν διαδοχικά άρθρα στα πιο μεγάλα παγκόσμια αστικά μέσα ενημέρωσης, που έφεραν στο προσκήνιο αντιθέσεις και συζητήσεις που σημειώνονται στο δυτικό στρατόπεδο με αντικείμενο το ποιοι χειρισμοί πρέπει να γίνουν στην Ουκρανική κρίση. Το CNN έθεσε ωμά τα ερωτήματα «αν είναι προτιμότερη η συνδιαλλαγή με τον Βλαντιμίρ Πούτιν ή η απομόνωσή του». Αν «θα έπρεπε το Κίεβο να κάνει πα­ραχωρήσεις για τον τερματισμό του πολέμου». Αν «αξίζουν τις παράπλευρες ζημίες οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας». Επισημαίνει πως «αυξάνει η ανησυχία ότι όσο η σύγκρουση συνεχίζεται θα αυξάνονται και οι επιπτώσεις του πολέμου, αίσθημα που αντανακλάται στη λεπτή αλλαγή που χρησιμοποιείται στη γλώσσα των ΗΠΑ το τελευταίο διάστημα» και αποκαλύπτει ότι γίνονται παρασκηνιακές συζητήσεις μέσα στις οποίες έχει τεθεί το πλαίσιο τεσσάρων σημείων που πρότεινε η Ιταλία, που περιλαμβάνει τη δέσμευση της Ουκρανίας σε ουδετερότητα όσον αφορά το ΝΑΤΟ με αντάλλαγμα εγγυήσεις ασφαλείας, αλλά και το «κατά πόσο πρέπει να επιβληθούν νέες κυρώσεις εις βάρος της Μόσχας, διότι αξιωματούχοι ανησυχούν ότι νέες σκληρές κυρώσεις, προς τις χώρες που δεν συμμορφώνονται με τους περιορισμούς των ΗΠΑ στις ρωσικές εξαγωγές ενέργειας, θα μπορούσαν να αναστατώσουν ακόμη περισσότερο τις αγορές ενέργειας και φοβούνται ότι τέτοιου είδους αποφάσεις θα μπορούσαν να πλήξουν και την ενότητα του ΝΑΤΟ».

Η γαλλική «Le Monde» έγραψε ότι η συζήτηση για τον πόλεμο στην Ουκρανία «εγείρει εντάσεις με τις ΗΠΑ και κόβει στα δύο την Ευρώπη. Διχασμένη Ευρώπη. Από τη μια, είναι οι χώρες της Βαλτικής και η Πολωνία συν το Ηνωμένο Βασίλειο, που υποστηρίζουν τη συνέχιση του πολέμου και στηρίζονται στις ΗΠΑ. Από την άλλη βρίσκονται η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιταλία που κρατούν μια πιο μετριοπαθή γραμμή».
Η περιγραφή της αντικατοπτρίζει, από τη μια, τις δηλώσεις του Γάλλου Προέδρου Μακρόν ότι χρειάζεται ειρηνευτική συμφωνία που δεν πρέπει να «ταπεινώσει» τη Ρωσία, όπως τη Γερμανία το 1918 και, από την άλλη, τις δηλώσεις του Βρετανού πρωθυπουργού Μπ. Τζόνστον ότι οποιαδήποτε πίεση εκ μέρους των Δυτικών προς την Ουκρανία να αποδεχθεί έναν «κακό» συμβιβασμό με τη Ρωσία θα ήταν «ηθικά αποκρουστική». Αντικατοπτρίζει το ότι οι μεν Ιταλία και Ουγγαρία έχουν καλέσει την ΕΕ να ζητήσει ρητά μια εκεχειρία στην Ουκρανία και ειρηνευτικές συνομιλίες με τη Ρωσία, αλλά από την άλλη η Πολωνία ασκεί κριτική στους ηγέτες της Γαλλίας και της Γερμανίας γιατί επικοινωνούν με τον Πούτιν. Αυτά τα γεγονότα οδήγησαν την πρωθυπουργό της Εσθονίας να πει πως «η ευρωπαϊκή ενότητα σχετικά με την απάντηση στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία αποδεικνύεται δύσκολο να διατηρηθεί ενόψει των επιπτώσεων του πολέμου στην ευρωπαϊκή οικονομία».

Στην έκφραση των παραπάνω αντιθέσεων θα πρέπει να συμπεριληφθεί και η εμφάνιση της Α. Μερκελ, η οποία «κα­τηγορούμενη» για την πολιτική των κυβερνήσεών της απέναντι στη Ρωσία, βγήκε μετά τρεις μήνες σιωπής της για να δηλώσει πως «δεν ζητά συγγνώμη» τόσο για τις συμφωνίες του Μινσκ, όσο και για τον αποκλεισμό της Ουκρανίας από το ΝΑΤΟ.
Μέσα σε αυτό το κλίμα πραγματοποιήθηκε, τις τελευταίες μέρες, και η η πρώτη κοινή επίσκεψη των ηγετών της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας στο Κίεβο.

***

Την τροχιά που θα πάρει στη συνέχεια η ιμπεριαλιστική αντιπαράθεση Δύσης και Ρωσίας θα την προσδιορίσουν και οι αναμενόμενες στο τέλος Ιούνη αποφάσεις των συνόδων του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Το αναμφισβήτητο είναι ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει γίνει τροφοδότης μιας πυρετώδους στρατιω­τικοποίησης και στις δυο πλευρές των αντιπαρατιθέμενων. Το μπλοκ των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ ενισχύει τις στρατιωτικές δυνάμεις του σε όλο το τόξο από τη Βαλτική ως τη Μαύρη Θάλασσα και για την ενίσχυση αυτής της στρατιωτικής παρουσίας επισκέφθηκε και ο Γερμανός καγκελάριος, Ολ. Σολτς, τη Λετονία και τη Λιθουανία.

Σε αντίρροπη κατεύθυνση, η Ρωσία προωθεί την ισχυροποίηση του Οργανισμού Συνθήκης για τη Συλλογική Ασφάλεια (ΟΣΣΑ) και σύμφωνα με το Ρώσο ΥΠΕΞ, Σ. Λαβρόφ, ο ΟΣΣΑ «έχει αναλάβει τη δέσμευση να εμποδίσουν οποιαδήποτε οργάνωση -στην προκειμένη περίπτωση, το ΝΑΤΟ- να διεκδικήσει έναν εξαιρετικό ρόλο σε γεγονότα και διαδικασίες που σχετίζονται με την ασφάλεια στην ευρωατλαντική περιοχή».
Το κλίμα αυτής της εντεινόμενης στρατιωτικοποίησης υπο­γράμμισαν και οι δηλώσεις του Γάλλου προέδρου Μακρόν, ότι χρειάζονται αυξημένοι προϋπολογισμοί στρατιωτικών δαπανών και συνολι­κότερες προσαρμογές σε «οικονομία πολέμου» μέσα στο νέο «γεωπολιτικό περιβάλλον».

Μέσα σε αυτό το επικίνδυνο πολεμοχαρές πλαίσιο που διαμορφώνει η αντιπαράθεση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, η κυβέρνηση Μητσοτάκη εμφανίζεται σε ένα ρόλο δουλοπρεπή υπηρέτη των ιμπεριαλιστικών και πολεμικών επιδιώξεων της Δύσης. Όπως αποκαλύφθηκε δια στόματος του Γερμανού καγκελαρίου Ολ. Σολτς, η κυβέρνηση Μητσοτάκη συμφώνησε να στείλει τεθωρακισμένα στην Ουκρανία με «αντάλλαγμα» αυτά να αντικατασταθούν με προμήθεια γερμανικών τανκς!

Η συμφωνία επιχειρήθηκε σκανδαλωδώς να κρατηθεί κρυφή από την κυβέρνηση της ΝΔ και, όταν της ζητήθηκε να ενη­μερώσει τη Βουλή για το περιεχόμενο της συμφωνίας της με τη Γερμανία, το αρνήθηκε προκλητικά και προσπάθησε να την δικαιολογήσει με ψελλίσματα ότι είναι συμφωνία «παροχής συνδρομής στην Ουκρανία σε πλήρη εναρμόνιση με σχετικές αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ», είτε ότι είναι «απόρρητο», είτε ότι αφορά «απαρ­χαιωμένα και άχρηστα συστήματα», ενώ ο υπουργός Άμυνας -στην προσπάθειά του να υπεραμυνθεί την κυβερνητική θέση- δεν δίστασε να στραφεί και κατά των Ελλήνων στρατιωτικών, απειλώντας ότι «θα εγείρει θέμα στους αρχηγούς για το ελβετικό τυρί που είναι το σύστημα πληροφοριών που διαρρέουν από τα Επιτελεία ή από τις μονάδες»!

Οι κυβερνητικές αντιδράσεις δείχνουν σε ποια έσχατα όρια υποτέλειας έχει φτάσει η κυβερνητική πολιτική προκειμένου να εξυπηρετήσει τους δυτικούς ιμπεριαλιστές προστάτες της, αφαιρώντας εξοπλισμούς από τη χώρα κατ’ εντολή των αμερικανοΝΑΤΟικών, σε μια στιγμή μάλιστα που ισχυρίζεται ότι απειλείται στρατιωτικά από την Τουρκία, και οδηγώντας την χώρα σε εξαιρετικά επικίνδυνα μονοπάτια πολεμικής εμπλοκής και στρατιωτικής στοχοποίησης, όπως άλλωστε το έχουν δείξει οι προειδοποιήσεις της Ρωσίας αλλά και το πρόσφατο συμβάν της καταδρομικής κατάληψης των δύο ελληνόκτητων δεξαμενόπλοιων από το Ιράν ως απάντηση στην κράτηση ιρανικού πλοίου και πετρελαίου που έκανε η κυβέρνηση Μητσοτάκη κατ’ εκτέλεση αμερικανο-ΝΑΤΟικής εντολής.