Το προηγούμενο διάστημα, η ελεγχόμενη από την αντιπολίτευση Εθνοσυνέλευση στη Βενεζουέλα βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα κρίσιμο γι’ αυτή δίλημμα: Συνέχεια των προσπαθειών για ανατροπή της κυβέρνησης του Νίκολας Μαδούρο με αρχηγό τον Χουάν Γκουαϊδό ή αναδίπλωση και αναθεώρηση της πολιτικής τακτικής και στρατηγικής; Μετά από μια σειρά αποτυχημένων προσπαθειών, το εγχείρημα του αχυράνθρωπου των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, παρά την όποια αρχική φόρα εκφυλίστηκε και γελοιοποιήθηκε. Παράλληλα ήρθαν στην επιφάνεια πληροφορίες τόσο για την κατάχρηση των πόρων ακόμη και αυτής της ψευτοβοήθειας των ΗΠΑ από το περιβάλλον του και τον ίδιο, όσο και για υποσχέσεις προς την κυβέρνηση της Αγγλίας για παραίτηση από τη διεκδίκηση της περιοχής δυτικά του ποταμού Εσεκίμπο στη Γουιάνα, μια διαχρονική διαμάχη Βενεζουέλας και Αγγλίας, με αντάλλαγμα την πολιτική στήριξη της αγγλικής κυβέρνησης, πράξη που ισοδυναμεί με εθνική προδοσία. Αυτά, αλλά και η προκλητικά φιλοαμερικάνικη στάση του Γκουαϊδό που τον έκανε όλο και πιο απεχθή στο λαό, οδήγησαν την Εθνοσυνέλευση να κρίνει ότι είναι τελειωμένη περίπτωση και να εκλέξει νέο πρόεδρο το στέλεχος της αντιπολίτευσης, Λουίς Πάρα, στις αρχές του Γενάρη. Η συνεδρίαση που κατέληξε στην εκλογή δεν ήταν ομαλή, καθώς ο Γκουαϊδό προσπάθησε να εισβάλει με τους τραμπούκους του στη διαδικασία για να αποτρέψει τις εις βάρος του εξελίξεις.

Αναμφίβολα η σημαντική αυτή εξέλιξη ήρθε και στα πλαίσια συμφωνίας που είχε επιτευχθεί από διάφορα κόμματα της αντιπολίτευσης και του κυβερνώντος PSUV τους προηγούμενους μήνες, όπου συμφωνήθηκε και η αναγνώριση της Εθνοσυνέλευσης από την κυβέρνηση. Ο Νίκολας Μαδούρο αναγνώρισε τον Λουίς Πάρα.

Οι αντιδράσεις του Γκουαϊδό υπήρξαν γελοίες και αξιοθρήνητες, με τον ίδιο να καταγγέλλει πραξικόπημα(!) και να πηδάει τα κάγκελα του κτηρίου της Εθνοσυνέλευσης προκειμένου να… αυτοανακηρυχθεί πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης, ώστε να συνεχίσει να ισχύει η… αυτοανακήρυξή του σε πρόεδρο της χώρας… Πράγματι μια κατάσταση που επιβεβαιώνει πως η πραγματικότητα ξεπερνά και τη φαντασία…

Θα περίμενε κανείς από τον Γκουαϊδό, που παριστάνει το λαοπρόβλητο ηγέτη, να στραφεί στο λαό που υποτίθεται ότι τον ανέδειξε για να αντιμετωπίσει τη διαμορφούμενη εναντίον του κατάσταση. Αυτός όμως, επειδή ακριβώς είναι αχυράνθρωπος των ιμπεριαλιστών και ιδιαίτερα των Αμερικάνων, στράφηκε αμέσως προς αυτούς. Ξεκίνησε διεθνή περιοδεία για να επιβεβαιώσει τη στήριξη των διεθνών προστατών του. Στα πλαίσια αυτής της περιοδείας, ιδιαίτερα προκλητική ήταν η παρουσία του στη Βουλή των Αντιπροσώπων στις ΗΠΑ, ως προσκεκλημένου στις προγραμματικές δηλώσεις του Τραμπ την 4η του Φλεβάρη, διαδικασία γνωστή ως ομιλία για την “Κατάσταση της Ένωσης”. Εκεί, ως παρακατιανός λακές φέρεται να υπερασπίστηκε δημόσια τις κυρώσεις και τους περιορισμούς των ΗΠΑ απέναντι στη ίδια του τη χώρα και το λαό της και μάλιστα απείλησε και με διεύρυνσή τους…

Επιστρέφοντας στο αεροδρόμιο του Καράκας, αρχικά μια γυναίκα τον έλουσε με νερό, ενώ κατά την επιβίβαση στο αυτοκίνητό του δέχθηκε τις έντονες αποδοκιμασίες από διαδηλωτές, αναγκάζοντάς τον να διακόψει τα κακοστημένα πανηγύρια με τους εναπομείναντες υποστηρικτές του και να φύγει κακήν κακώς.

Ωστόσο, την Τρίτη 11η Φεβρουαρίου, ανακοινώθηκε η σύλληψη του θείου του Γκουαϊδό Χουάν Χοσέ Μαρκέζ που τον συνόδευε στην περιοδεία του στο εξωτερικό. Η κατηγορία είναι ότι εισήγαγε στη χώρα ποσότητα εκρηκτικής ύλης C4 που ήταν κρυμμένη μέσα σε μπαταρίες και φιάλες αρωμάτων. Ο Γκουαϊδό ισχυρίστηκε ότι ο θείος του συνελήφθη ως αντίποινα για το σόου στην ομιλία του Τραμπ και ότι “εξαφανίστηκε βίαια από τη δικτατορία”. Ωστόσο, ο αντιπρόεδρος της χώρας Ντιοσντάντο Καμπέλο απάντησε με ψυχραιμία ότι ο Μαρκέζ δεν “εξαφανίστηκε” αλλά απλώς κρατείται επειδή έφερε απαγορευμένα υλικά στην πτήση της επιστροφής και παρουσίασε φωτογραφικό υλικό με τα σχετικά ευρήματα. Παράλληλα γνωστοποίησε ότι ο Γκουαϊδό αναχώρησε για την περιοδεία του, παραβιάζοντας την απαγόρευση εξόδου από τη χώρα εις βάρος του.

Πάντως είναι ειρωνικό να μιλάει ο Γκουαϊδό για “βίαιη εξαφάνιση από τη δικτατορία” όταν ένας από τους πιο στενούς συμμάχους του, ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα Έλιοτ Άμπραμς, είναι αναμεμιγμένος με πολλές αμερικανοστήρικτες δικτατορίες στη Λατινική Αμερική τη δεκαετία του ’80, που εξαφάνισαν χιλιάδες πολίτες των χωρών αυτών.


Κακοδικία που ισοδυναμεί με αθώωση για τους υπερασπιστές της πρεσβείας της Βενεζουέλας στις ΗΠΑ τον περασμένο
Απρίλιο και Μάιο


Η δίκη αφορούσε τη δίωξη των Άντριεν Πάιν, Μάργκαρετ Φλάουερς, Κέβιν Ζις και Ντέηβιντ Πωλ ως πρωτοστάτες της Συλλογικότητας Προστασίας της Πρεσβείας της Βενεζουέλας. Στις 14 Φεβρουαρίου έγινε γνωστό ότι οι ένορκοι δε μπόρεσαν να ομοφωνήσουν ή να συγκεντρώσουν την απαραίτητη πλειοψηφία ώστε οι ακτιβιστές να καταδικαστούν για “παρεμπόδιση προστατευτικών λειτουργιών του State Department”. Οι εν λόγω Αμερικάνοι ακτιβιστές είχαν κλειστεί στην πρεσβεία της Βενεζουέλας στις ΗΠΑ την περασμένη Άνοιξη, σε μια προσπάθεια να προστατευθεί το προσωπικό της αλλά και να τηρηθεί η διεθνής νομοθεσία, καθώς η πρεσβεία βρέθηκε σε πολιορκία από αστυνομικές δυνάμεις και τραμπούκους υποστηρικτές του Γκουαϊδό στις ΗΠΑ. Η πολιορκία διήρκησε 37 μέρες και έληξε με την έφοδο πρακτόρων στην πρεσβεία και τη σύλληψη των ακτιβιστών.

Ο ανώτατος δικαστής, Μπέριλ Α. Χάουελ, σε μια ειδεχθή προσπάθεια υποστήριξης των κατηγόρων και προκειμένου να εξασφαλίσει την καταδίκη των αγωνιστών, περιόρισε το εύρος της υπόθεσης μόνο στο διάστημα μεταξύ 13 και 16 Μαΐου, υποχρεώνοντας τους κατηγορούμενους να μιλήσουν αποκλειστικά και μόνο για τα γεγονότα των ημερών αυτών. Απαγορεύτηκε στους κατηγορούμενους να αναφερθούν στη διεθνή νομοθεσία που αφορά τις πρεσβείες και στη Συνθήκη της Γενεύης. Τους απαγορεύτηκε επίσης να αναφέρουν ότι ο Νίκολας Μαδούρο είναι πρόεδρος της Βενεζουέλας και ότι αυτός και άλλα στελέχη της κυβέρνησής του ενέκριναν την παρουσία τους στην πρεσβεία. Αυτός ο περιορισμός της υπόθεσης είχε ως σκοπό να θέσει την παρουσία των ακτιβιστών στην πρεσβεία εκτός πλαισίου πολιτικών εξελίξεων της περιόδου, ώστε αυτοί να αντιμετωπισθούν ως κοινοί καταληψίες. Το σχέδιο ωστόσο δεν ευόδωσε καθώς το σώμα των ενόρκων δεν πείσθηκε, τουλάχιστο όχι όσο χρειαζόταν για μια καταδίκη, με αποτέλεσμα ο δικαστής να αναγκασθεί να ανακοινώσει κακοδικία και η δίκη να λήξει χωρίς καταδίκη των υπερασπιστών της πρεσβείας.