Δεν θα μπορούσε κανένας να αναλύσει την κοινωνία αν δεν χρησιμοποιούσε -όπως έχουμε γράψει πολλάκις- τη μέθοδο του υλισμού με κορωνίδα το σχήμα των αντιθέσεων. Στη φυσική ζωή γράφουμε «αντιθέσεις», στην ιστορικοπολιτική διαπάλη εφαρμόζουμε και το σχήμα «αντιφάσεις», αφού συμπεριλαμβάνουμε τον ανθρώπινο παράγοντα με τις ταλαντεύσεις και τις δολιχοδρομίες του.
Ένας συνεπής επαναστάτης και ένα ανάλογο κίνημα οφείλει να φτάνει τις αντιθέσεις ως το έσχατο απόγειό τους που είναι η κοινωνική ανατροπή, η αλλαγή του «κοινωνικού κλάσματος». Ένας ρεφορμιστής και τα ανάλογα κινήματα, ρεύματα κλπ «κουκουλώνουν» τις αντιθέσεις και προσπαθούν να βρουν μέτρα και μέσα επιβίωσης του υπάρχοντος καπιταλιστικού συστήματος. Λατρεύουν την ισορροπία, τη συνεννόηση, το δοσμένο συσχετισμό, το αστικό κοινοβούλιο, την τάξη και ασφάλεια και απεχθάνονται τη γνωστή ρήση (Μάο) «μεγάλη αναταραχή, θαυμάσια κατάσταση».
Σε ένα ρωσικό παραμύθι, ένα μικρό αλλά θαρραλέο ψάρι προσπαθούσε να πείσει τον κοκοβιό, που απολάμβανε την ησυχία και τεμπελιά της φωλιάς του, πως η ζωή είναι «εκεί έξω», στα ταξίδια, στις φουρτούνες, στη θάλασσα και όχι στην ηρεμία του «καναπέ». Στις δοσμένες συνθήκες οι συνειδητοποιημένοι εργάτες και οι κομμουνιστές χειροκροτούν την κίνηση των μαζών, την απεργία, την κατάληψη, τη διαδήλωση, αναγνωρίζοντας πως αυτά είναι σχολεία των μαζών και των πρωτοπόρων ανθρώπων. Αντίθετα, αστοί, μικροαστοί, επαγγελματίες ψεύτες, δημοσιολόγοι της συμφοράς βλέπουν ακαταστασία, ανωμαλίες, κλείσιμο δρόμων που τους καθυστερούν στα ψώνια, απειλή.
Μικρογραφία των παραπάνω είναι η αστική βουλή όπου 300 εθνοπατέρες και εθνομητέρες λένε το λογύδριό τους και ύστερα κάθονται σαν μαθητές στη θέση τους. Πώς θα το ’λεγε ο ποιητής (Γ. Ρίτσος) με την άδεια παράφρασής μας: «όταν μιλούν τσουγκρίζουνε τα γυαλικά στα ράφια». Έτσι θα πρέπει να αισθάνονται οι φορείς του κατεστημένου όταν μιλούν οι «κάτω», οι επαναστάτες, αυτοί που δεν βολεύονται με λιγότερο ουρανό, λιγότερο δίκιο, λιγότερη ελευθερία.
Στον πόλεμο του Κόλπου οι συμβιβασμένοι εργάζονται και εύχονται για ηρεμία και ιμπεριαλιστική ειρήνη. Όλοι εμείς που βλέπουμε δύο μέτρα παρά πέρα ευχόμαστε και εργαζόμαστε για νίκη του Ιράν, της Παλαιστίνης, των λαών, να «φάει σκόνη» ο ιμπεριαλισμός, ο πόλεμος και ο φασισμός. Αυτό σημαίνει με πιο πολιτικούς όρους, να οξυνθούν οι αντιθέσεις, να φτάσουν τα πράγματα
στις εσχατιές τους, να κερδίσει η απεραντοσύνη των σκοπών μας, κόντρα στο ψέμα και την εφησυχασμένη καθημερινότητα που γεννάει φόβο και τεμπελιά.
Μόνο που για να έρθουν τα πράγματα «αριστερόστροφα», θα πρέπει να διακρίνουμε τα πραγματικά μεγέθη. Το μπόι μας, το μπόι του αντιπάλου, τις τάξεις, την ψευδή συνείδηση που γεννιέται από χίλιες μπάντες, την ταξική πάλη στις πραγματικές και όχι φανταστικές διαστάσεις της. Να βάλουμε απέναντι στη μελαγχολία των αριθμών, την αισιοδοξία της βούλησής μας, τουτέστιν να μη δεχτούμε την συγκαιρινή στατικότητα, αλλά τη δυναμική της κίνησης. Να οξύνουμε τις αντιθέσεις σημαίνει ότι ολημερίς και ολονυχτίς εργαζόμαστε, μιλάμε, γράφουμε, διαβάζουμε, σχεδιάζουμε πάνω στον καμβά της απεριόριστης αισιοδοξίας μας πως οι σημερινές εικόνες περιγελώνται από το αύριο, από τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων. Πως τη σχετική ηρεμία θα διαδεχτεί η αναταραχή. Πως η όξυνση των αντιθέσεων είναι εφικτή. Πως το κοινωνικό συντηρητικό κλάσμα θα ανατραπεί.
Πώς θα το ’λεγε μεταφορικά ο Μπ. Μπρεχτ; «Μιλούν για το ποτάμι που πλημμύρισε, αλλά δε μιλούν για τις όχθες που το περιορίζουν».












