Έχουμε αναφερθεί πολλές φορές και από πολλές αφετηρίες για το ρόλο και τη δύναμη της κυρίαρχης ιδεολογίας. Η τελευταία τρυπώνει σε όλες τις εκφάνσεις της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής, πολλές φορές παραμονεύει σε περίεργα μέρη. Τα κοινωνικά υποκείμενα (άτομα, ομάδες, συλλογικότητες) στιγματίζονται από την επενέργεια της κυρίαρχης τάξης και τείνουν ακριβώς να της μοιάσουν ακόμα και όταν δεν το καταλαβαίνουν. Έτσι, το αντιδραστικό μοιάζει με την κανονικότητα και η τελευταία σέρνει από το ποδάρι μικρές και μεγάλες στιγμές μας. 

Η λεγόμενη αστική δημοκρατία επιβάλλεται ως το αιώνιο και απαρασάλευτο καθεστώς λες και υπήρχε από «θεού δοσμένη». Αλλά το πιο παράδοξο -που θέλουμε να ανιχνεύσουμε- είναι η ταυτότητα των κομμουνιστών. Η καθολική στράτευσή τους στο πλευρό των καταπιεζόμενων μαζών και των ταξικών αγώνων, η ανιδιοτέλειά τους, η καθαρότητα και η απεραντοσύνη των σκοπών τους. Ακριβώς αυτό που τους κάνει να διαφέρουν από τις υπόλοιπες πολιτικές «φυλές». Tους αστούς, τους φασίστες, τους ρεβιζιονιστές, τους αναρχικούς, τους δαιμονισμένους χωρίς λόγο, τους κάθε λογής απολίτικους που σέρνουν το μηδενικό τους πάνω στη στενή φλούδα της γης. Από την ίδρυση των πρώτων κομμουνιστικών ομίλων, την Α΄ Διεθνή, την προδοτική Β΄ Διεθνή ως το παλιρροϊκό κύμα της Οκτωβριανής Επανάστασης της Γ΄ Διεθνούς, του αντιφασιστικού πολέμου, την Κίνα, τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα στο γ΄ κόσμο, την Πολιτιστική Επανάσταση, τις μεγάλες απεργίες, τον αντιαμερικανικό αντιιμπεριαλιστικό αγώνα, ο τίτλος του κομμουνιστή ήταν τίτλος τιμής. Το σφυροδρέπανο και η κόκκινη σημαία σύμβολα αγώνα, ισάξια του ιερού σκοπού, έμπνευση για τους κομμουνιστές, τρόμος για τους αντιπάλους. Χιλιάδες άνθρωποι σε όλο τον κόσμο, παράνομοι, καταδιωγμένοι, εξορισμένοι προτίμησαν το θάνατο παρά να προδώσουν την κομμουνιστική ταυτότητά τους.

Ώσπου η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού -που θα είναι και το κύκνειο άσμα του καπιταλισμού- έφερε τα πάνω-κάτω. Η κομμουνιστική ιδεολογία και πολύ περισσότερο η εφαρμοσμένη σοσιαλιστική πολιτική σε ΕΣΣΔ και Κίνα λοιδορήθηκε, συκοφαντήθηκε, στρεβλώθηκε. Τόνοι μελανιού, χιλιάδες εκπομπές, τσαλακωμένοι διανοούμενοι, σχολεία, εκκλησία, στρατός στοιχήθηκαν με ένα σκοπό. Να κάνουν τις μάζες να στέκονται μακριά από το «Κ», να το προσπερνούν, να το μισούν, να το αποστρέφονται. Έτσι στο σημερινό κοινωνικοπολιτικό σύστημα μπορείς εύκολα να δηλώνεις οπαδός μιας ομάδας ή αίρεσης, να είσαι υπερασπιστής των ζώων και του περιβάλλοντος, θαυμαστής του βούδα και της ανατολικοδυτικής μόδας, πρόσκοπος, υγιεινιστής, βιγκανοθρεμμένος και ό,τι άλλο πλασάρεται εκτός από ένα: να είσαι κομμουνιστής, κομμουνίστρια. 

Εμείς για λόγους ιστορικούς, δίπλα στον τίτλο του κομμουνιστή προσθέσαμε εκείνον του μαρξιστή-λενινιστή ακριβώς για να διαφοροποιηθούμε από τα ψευδώνυμα και το ρεβιζιονισμό. Κάθε ένταξη των ανθρώπων σε ένα ευρύτερο σύνολο, με άλλα λόγια, όπως λένε οι διανοούμενοι, το «συνανήκειν» είναι απόλυτα εξηγήσιμο και οικείο. Εμείς δεν λοιδορούμε τους ανθρώπους που διάλεξαν μία ορισμένη ομάδα για να ζήσουν ευτυχέστεροι, ανέμελα ή δημιουργικά για αυτούς. Εξηγούμε τα παραπάνω με τη θεωρία της πραγματικής ή ψεύτικης συνείδησης (αλλά αυτό είναι σχόλιο για αργότερα). Ωστόσο βλέπουμε τον περίγυρο ιδιαίτερα νέων συντρόφων να αποτρέπει τη στράτευση στον αγώνα. Οι αιτιάσεις είναι πολλές: «αυτοί απέτυχαν», «τι θες τα μπλεξίματα», «κοίτα τη δουλειά σου καλύτερα», «οι εποχές άλλαξαν, πού θυμήθηκες τώρα τον κομμουνισμό» και άλλα παρόμοια, παρεμφερή, καθημερινά και ανόητα. Έτσι, η ανώτερη ποιότητα του ανθρώπου, αυτό που τον βγάζει από το ραχάτι, την αμορφωσιά, την απαιδευσιά και την αλλοτρίωση υπονομεύεται συστηματικά.

Θυμόμαστε περιγραφικά σε ένα ποίημα του Μπέρτολτ Μπρεχτ μία εργάτρια που δικάζεται σηκώνεται όρθια, τραγουδάει τη Διεθνή και φωνάζει στο δικαστή της «σήκω πάνω ανθρωπάκι, αυτό που ακούς είναι η Διεθνής». Πώς θα το λέγαμε αλλιώτικα; Ναι είμαστε περήφανοι που λεγόμαστε κομμουνιστές!