Από τη Δευτέρα, 15/09, ο Πάνος Ρούτσι, πατέρας του 22χρονου Ντένις, ενός από τους 57 νεκρούς του εγκλήματος των Τεμπών, βρίσκεται σε απεργία πείνας. Αίτημά του η εκταφή της σορού του γιου του ώστε να γίνει ταυτοποίηση αλλά και να διενεργηθούν τοξικολογικές εξετάσεις. Από τη στιγμή της έναρξης της απεργίας, λαός και νεολαία, στάθηκαν στο πλευρό του Π. Ρούτσι, με το κύμα συμπαράστασης και αλληλεγγύης να φουντώνει και να λαμβάνει μαζικά χαρακτηριστικά στις κινητοποιήσεις της 21ης και της 28ης Σεπτεμβρίου. Χιλιάδες αλληλέγγυου κόσμου συγκεντρώθηκαν στους δρόμους της Αθήνας και πολλών πόλεων της χώρας για να στηρίξουν τον απεργό πείνας και να διαδηλώσουν για ακόμα μία φορά ενάντια στην κυβερνητική εγκληματική πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων, της εγκατάλειψης των σιδηροδρόμων, της φτώχειας, της εξαθλίωσης της ζωής της πλειοψηφίας του λαού και της νεολαίας. Για να διεκδικήσουν να μη συγκαλυφθεί το έγκλημα στα Τέμπη και να αποδοθεί δικαιοσύνη.

Σε πρώτη φάση, το μπαλάκι της ευθύνης ώστε να δοθεί εντολή για την εκταφή βρέθηκε από τα χέρια του ενός στα χέρια του άλλου, γεγονός το οποίο πιστοποίησε τον απροκάλυπτο εμπαιγμό σε βάρος του απεργού πείνας, των συγγενών των θυμάτων και ολόκληρης της κοινωνίας. Έτσι, η κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η υπόθεση αυτή αποτελεί αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης, ο Άρειος Πάγος, το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, αποποιήθηκε της ευθύνης αυτής, η οποία εν τέλει καταλογίστηκε στον Πρόεδρο των Εφετών Λάρισας…

Όλο αυτό το διάστημα, κυβέρνηση και «λειτουργοί» της Δικαιοσύνης παλινωδούν μεταξύ προκλητικών έως κυνικών δηλώσεων από τη μία και φαινομενικής προσπάθειας αναίρεσης αυτών από την άλλη, αποτέλεσμα της πίεσης που δέχονται από τη λαϊκή οργή που εγείρει το κεφάλαιο των Τεμπών. Είναι ενδεικτικό ότι τη μία μέρα ο υπουργός Δικαιοσύνης, Φλωρίδης, (ο υπουργός του «όποιος μιλάει για μπάζωμα είναι για τα μπάζα»), ισχυρίστηκε με θράσος ότι «ουδέποτε τέθηκε ζήτημα επί 2,5 χρόνια ταυτοποίησης των σορών των θυμάτων στα Τέμπη» και ότι «το εξώδικο Ρούτσι καταλήγει χωρίς να υπάρχει αίτημα εκταφής για ταυτοποίηση». Σημειωτέον, ο Π. Ασλανίδης, συγγενής θύματος, είχε καταθέσει ήδη τρία τέτοια αιτήματα μέχρι τη στιγμή που έγινε η εν λόγω δήλωση. Λίγο αργότερα, ωστόσο, και υπό το βάρος της κοινωνικής κατακραυγής που έχει ξεσηκώσει το ζήτημα, ο ίδιος ο Φλωρίδης αναγκάστηκε να αναδιπλωθεί και να μιλήσει για «ενδεχόμενη έμμεση αναφορά του Ρούτσι στο ζήτημα αυτό» ενώ προανήγγειλε… ως εκτίμηση πως σύντομα θα υπάρξει εισαγγελική απόφαση για το θέμα.

Και επειδή πολλά λέγονται το τελευταίο διάστημα για τη «διάκριση δικαστικής και εκτελεστικής εξουσίας», για «μη παρέμβαση στη Δικαιοσύνη» κλπ -και δια στόματος του κυβερνητικού εκπροσώπου, Π. Μαρινάκη- αξίζει να ανατρέξει κανείς στις δηλώσεις της προέδρου του Αρείου Πάγου στο συνέδριο για τη Δικαιοσύνη, η οποία υποστήριξε ότι: «Αίτημα όλων είναι η έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Κάποιοι άνθρωποι δεν θέλουν να ξεκινήσει η δίκη. Να μην παρασύρονται οι συγγενείς από πρόθυμους που τους συμπαραστέκονται αλλά έχουν άλλους σκοπούς». Νουθεσίες στους συγγενείς με πολιτικά υπονοούμενα και σπόντες… Αξίζει, επίσης, να θυμηθεί κανείς τις δηλώσεις του Κ. Μητσοτάκη αμέσως μετά το έγκλημα στα Τέμπη, ο οποίος, ως άλλος δικαστής, έσπευσε να βγάλει «πόρισμα» κατηγορώντας το σταθμάρχη ως υπαίτιο… Η απόλυτη διάκριση των εξουσιών!

Ωστόσο, απόλυτο εμπαιγμό και υποκρισία αποτελεί κάθε λέξη του Κ. Μητσοτάκη: «Στο ζήτημα της απεργίας πείνας του Π. Ρούτσι, που απασχολεί το τελευταίο διάστημα τη δημόσια συζήτηση, θέλω να πω ότι η πολιτεία πρέπει να στέκεται με ευαισθησία δίπλα στους ανθρώπους που πονούν, ακόμη κι όταν την αμφισβητούν. Αυτό επιτάσσει η ανθρωπιά και ο πολιτισμός μας…Κι ας μην ξεχνάμε ότι νέες αέναες καθυστερήσεις (σσ που θα προέκυπταν από τη διενέργεια τοξικολογικών εξετάσεων) μπορεί να οδηγήσουν ακόμη και σε παραγραφές αδικημάτων, που θα ήταν η απόλυτη ασέβεια στη μνήμη των νεκρών» (28/09/2025). Κάπου εδώ μάλλον ο πρωθυπουργός κατηγορεί τους συγγενείς των θυμάτων, όπως τον Π. Ρούτσι, για ασέβεια της μνήμης των νεκρών… παιδιών τους καθώς με τα «καμώματά» τους μπορεί να προκαλέσουν «αέναες καθυστερήσεις»… Αυτό θα πει ευαισθησία, ανθρωπιά και πολιτισμός! Αλλά και η ενασχόληση με το αίτημα του Π. Ρούτσι από κυβέρνηση και δικαστικό προσωπικό, ενώ ο πρώτος έμπαινε ήδη στη δεύτερη εβδομάδα της απεργίας πείνας, αποτελεί το απαύγασμα της ευαισθησίας… Αν συνυπολογίσει κανείς την «τσαντιροκατάσταση» του κυβερνητικού φερεφώνου, Πορτο­σάλτε, και την ενόχληση του Θ. Πλεύρη, ο οποίος υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να συνδέεται το κομμάτι του Άγνωστου Στρατιώτη με άλλα μνημεία ή με μια μόνιμη διαμαρτυρία, τότε μιλάμε για απόλυτη ανθρωπιά και πολιτισμό!

Ας περάσουμε όμως στην ουσία. Πέρα από τους δικονομικούς όρους που εκτοξεύονται αφειδώλευτα από τα κοινοβουλευτικά έδρανα, τα τηλεοπτικά πάνελ, τον ηλεκτρονικό τύπο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι οποίοι συγχύζουν και αποπροσανατολίζουν, το ζήτημα είναι βαθιά πολιτικό και έχει να κάνει με την περιστολή του αυτονόητου δικαιώματος ενός πατέρα να μάθει ποια ήταν η αιτία θανάτου του παιδιού του, ενός ανθρώπου να μάθει γιατί σκοτώθηκε ο συγγενής του. Γιατί μόνο σαν περιστολή μπορεί να εκληφθεί η απόφαση για εκταφή μόνο για ταυτοποίηση αλλά όχι για τοξικολογικές. Οι ισχυρισμοί κυβέρνησης και Δικαιοσύνης ότι δήθεν θα καθυστερήσει η δίκη και ότι, εφόσον υφίστανται τρεις πραγματογνωμοσύνες που αποδεικνύουν ότι δεν υπήρχε παράνομο φορτίο, οι τοξικολογικές είναι περιττές, αποτελούν φθηνές δικαιολογίες. Το ζήτημα είναι βαθιά πολιτικό, γιατί σε κάθε περίπτωση έχει να κάνει με την αδιάκοπη προσπάθεια της κυβέρνησης να συγκαλύψει το έγκλημα αυτό. Οι ιδιωτικοποιήσεις, η υπολειτουργία με το πετσοκομμένο προσωπικό και τα απαρχαιωμένα συστήματα ασφάλειας, το μπάζωμα του χώρου αμέσως μετά τη σύγκρουση, η μη πραγματοποίηση τοξικολογικών άμεσα με την παραβίαση αντίστοιχων πρωτοκόλλων, η μη συμπερίληψη στη δικογραφία πορισμάτων όπως αυτό για την ελλιπή πυρασφάλεια ή αυτό του Γενικού Χημείου του Κράτους συνθέτουν το ψηφιδωτό του εγκλήματος. Η Δικαιοσύνη, βαδίζοντας στην κυβερνητική γραμμή, δίνει το πράσινο φως για την έναρξη της δίκης, παρά τα αναπάντητα αιτήματα των συγγενών και τη μη ενσωμάτωση σημαντικών στοιχείων στο φάκελο της ανάκρισης. Η κυβερνητική πρεμούρα για τη δίκη έχει να κάνει στην πραγματικότητα με την ακατάσχετη αγωνία να κλείσει η υπόθεση των Τεμπών με το μικρότερο δυνατό πολιτικό κόστος για τη ΝΔ, για να παραγραφεί σε τελική ανάλυση το δικό της «αδίκημα», το έγκλημα των Τεμπών. Έγκλημα το οποίο βαραίνει το κόμμα της ΝΔ πρωτίστως αλλά και όλα τα αστικά κόμματα που βρέθηκαν στο κυβερνητικό τιμόνι εφαρμόζοντας τις ίδιες καταστροφικές για το λαό πολιτικές (ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ). Όμως, θα πρέπει να το ξαναπούμε: η απογοήτευση και η απέχθεια απέναντι σε αυτά τα κόμματα δεν θα πρέπει να οδηγεί στο βολικό για το αστικό σύστημα συμπέρασμα «ΟΛΟΙ ΙΔΙΟΙ ΕΙΝΑΙ». Η έκκληση για τη μη συμμετοχή κομμάτων στις διάφορες κινητοποιήσεις, εν προκειμένω για τα Τέμπη γενικά και για τον απεργό πείνας Π. Ρούτσι ειδικά, ακόμα κι αν έχει τις «αγνές» ρίζες της στα παραπάνω συναισθήματα, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το δημοκρατικό δικαίωμα κάθε ανθρώπου να διεκδικεί με τον τρόπο που εκείνος πιστεύει ότι θα αποφέρει καρπούς στους λαϊκούς αγώνες, οργανωμένα ή όχι. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε, ότι πριν από 80 και κάτι χρόνια, αγωνιστές, ως επί το πλείστον μέλη ενός κόμματος, του ηρωικού Κομμουνιστικού Κόμματος, έχυναν το αίμα τους για να μπορεί ο σημερινός άνθρωπος να συζητάει και να επικοινωνεί τις απόψεις του, να διεκδικεί και να περπατάει στους δρόμους είτε ως ανένταχτος είτε ως ενταγμένος σε κόμμα, σε συλλογικότητα, σε σωματείο, σε σύλλογο, όπως είναι αυτός των Τεμπών.