Οι πρόσφατες εκλογές, πέρα από την κυβερνητική αλλαγή, συνεχίζουν να τροφοδοτούν τις πολιτικές εξελίξεις. Μπορεί ο δικομματισμός να έφτασε το 71,38%, όμως τα αστικά επιτελεία γνωρίζουν ότι ο κόσμος ψήφισε ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ με «μισή καρδιά», μετά μάλιστα και το «χαμήλωμα» της απαιτητικότητας του λαού, στο οποίο συνέβαλε αποφασιστικά η ψευδεπίγραφη αριστερή πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι βέβαιοι ότι οι σκληρές πολιτικές τους θα προκαλέσουν λαϊκές αντιδράσεις.

Για το λόγο αυτό απεργάζονται σχέδια για την αναμόρφωση του αστικού πολιτικού συστήματος, στην κατεύθυνση της ενίσχυσης του διπολισμού, με στόχο την «κανονικότητα» και την όσο το δυνατόν μακροπρόθεσμη «σταθερότητα» του πολιτικού συστήματος.
Στα πλαίσια αυτά, ανοίγει μέρα με τη μέρα περισσότερο η συζήτηση για τον «μετασχηματισμό» του ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί μπορεί, σαν αποτέλεσμα της αντιλαϊκής του πολιτικής, να εισέπραξε την εκλογική ήττα, το υψηλό όμως ποσοστό του έδωσε τη δυνατότητα στον αρχηγό του να ισχυρίζεται ότι «κάθε άλλο παρά στρατηγική ήττα είναι».

Ο τίτλος της «Καθημερινής», ναυαρχίδας των αστικών ΜΜΕ, «Μεγάλη νίκη δίχως αντίστοιχη συντριβή», που απηχεί απόψεις του εγχώριου αστισμού αλλά και της Εσπερίας, είναι χαρακτηριστικός και προσδιορίζει μια «διπλή νίκη» για το σύστημα, με μια κυβέρνηση που στο έδαφος της προηγούμενης «ανεβάζει στροφές» στο ξεδίπλωμα της επίθεσης και με μια ισχυρή «αντιπολίτευση», που υπηρετεί με παραλλαγές το ίδιο σχέδιο.

Σε αυτή την κατεύθυνση, η ίδια εφημερίδα «καλεί» τον Αλ. Τσίπρα να αποφασίσει πλέον «σε τι κόμμα θέλει να ηγείται», να αφήσει πίσω του τα «βαρίδια του 3% και να μεταλλαχθεί σε ένα κεντροαριστερό κόμμα εξουσίας», βάζοντας πιο ψηλά τον πήχη για τη συμβολή του ΣΥΡΙΖΑ στη σταθερότητα του πολιτικού συστήματος.

Και εκείνος «σαν έτοιμος από καιρό», με το ψηλό ποσοστό που κατάφερε να κρατήσει, με την αποδοχή που έχει σε Βρυξέλλες, Βερολίνο και Ουάσιγκτον, αλλά και σε κύκλους της ντόπιας πλουτοκρατίας, ερμηνεύοντας το αποτέλεσμα ως συγχωροχάρτι για τα τεσσεράμισι χρόνια της αντιλαϊκής διακυβέρνησής τους, από το βράδυ των εκλογών προανήγγειλε «προγραμματική» και «υπεύθυνη αντιπολίτευση», «ώστε πιο ώριμοι να επιστρέψουμε σε θέσεις κυβερνητικής ευθύνης όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου», ωσότου δηλαδή η αστική τάξη τον χρειαστεί εκ νέου για κυβερνητικό διαχειριστή.

Στην κατεύθυνση αυτή προανήγγειλε οργανωτικές αλλαγές και προσαρμογές στον ΣΥΡΙΖΑ, για την «εδραίωση» του ΣΥΡΙΖΑ, ως του έτερου ισχυρού παίκτη στο πολιτικό σύστημα, για «τον νέο ισχυρό πολιτικό πόλο» και μάλιστα ως «βασικό εκφραστή της Κεντροαριστεράς».

Στα πλαίσια αυτής του της «υπευθυνότητας», «δεν κάνουμε αντιπολίτευση για την αντιπολίτευση, όπως έκανε η ΝΔ», αποφάσισε να ψηφίσει για πρόεδρο της Βουλής τον προτεινόμενο από τη ΝΔ, αφού και η ΝΔ ψήφισε για αντιπρόεδρο του Ευρωκοινοβουλίου τον Παπαδημούλη, ενώ «άρωμα» συνέχειας της ίδιας πολιτικής είχαν και οι παραδόσεις των υπουργείων απ’ τα στελέχη του σε αυτά της ΝΔ.

Το μήνυμα των εκλογών μεταφράστηκε από τον Τσίπρα σε «εντολή μετασχηματισμού μας με γοργά βήματα, από ένα κόμμα με τεράστια αναντιστοιχία μελών και ψηφοφόρων σε μια μεγάλη παράταξη, σε ένα σύγχρονο και μαζικό, αριστερό, προοδευτικό κίνημα, με βαθιές ρίζες και ισχυρούς δεσμούς στον εργαζόμενο λαό και στην κοινωνία».

Ήδη το μήνυμα για «πλατιά καμπάνια οργανωτικής ανασυγκρότησης», ώστε μέχρι το Συνέδριο τα οργανωμένα μέλη του κόμματος να φτάνουν τουλάχιστον το 10% των ψηφοφόρων του, με έμφαση όπως ειπώθηκε στους νέους, μεταφέρθηκε στη συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας και της Κεντρικής Επιτροπής, ενώ το φθινόπωρο έρχεται το Συνέδριο, που θα επισφραγίσει τις εξαγγελθείσες αλλαγές στο κόμμα.

Καθίσταται προφανής η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ, μέσα από την «πολιτική και οργανωτική διεύρυνση», να διαμορφώσει τις εξελίξεις στο χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, ντύνοντας με «αριστερό μανδύα» τις βαθιά αντιλαϊκές του θέσεις και με τη σχεδιαζόμενη «γείωσή» του σε «κοινωνικούς χώρους», να εγκλωβίσει, να ενσωματώσει και να χειραγωγήσει εργατικά – λαϊκά στρώματα.

Συμβολική ήταν από την άποψη αυτή η συνεδρίαση της «Προοδευτικής Συμμαχίας» στα γραφεία της ΔΗΜΑΡ, η συγκρότηση της Γραμματείας με ρετάλια του ΠΑΣΟΚ (Χρήστος Κοκκινοβασίλης, Αντώνης Κοτσακάς, Νίκος Μπίστης, Γιώργος Παναγιωτόπουλος, Παναγιώτης Παναγιώτου, Γιάννης Ραγκούσης, Στέφανος Τζουμάκας, Θεοχάρης Τσιόκας, Δημήτρης Χατζησωκράτης κλπ), ο διορισμός ως διευθυντή της Κοινοβουλευτικής ομάδας του «ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία» του Γραμματέα της ΔΗΜΑΡ Θεοχαρόπουλου, η συνολική μεταφορά του κέντρου βάρους από τον ΣΥΡΙΖΑ στην Προοδευτική Συμμαχία.

Μέλη της «Προοδευτικής Συμμαχίας» τάχτηκαν μάλιστα υπέρ της άμεσης εκλογής του Αλέξη Τσίπρα από τη βάση του κόμματος, με τον Α. Κοτσακά, παλιό οργανωτικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ και «δεξί» χέρι του Τσοχατζόπουλου, να διευκρινίζει ότι «το σημερινό μοντέλο κόμματος με οργανώσεις βάσης, ενδιάμεσες νομαρχιακές επιτροπές, κεντρικές επιτροπές, δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της συγκυρίας» και να επικαλείται ως θετικό «προηγούμενο» που πρέπει να αξιοποιήσει ο ΣΥΡΙΖΑ συνταγές, όπως του Κόρμπιν στη Μ. Βρετανία και του Σάντερς στις ΗΠΑ.

Αποκωδικοποιώντας τις κινήσεις Τσίπρα για ένα ευρύτερο «άνοιγμα» στο χώρο του παλιού ΠΑΣΟΚ και της λεγόμενης κεντροδεξιάς, με ένα κόμμα απόλυτα ελεγχόμενο από τον αρχηγό του, η «Αυγή» χαρακτηρίζει «παρελθόν» την εποχή που «μοιραζόταν τον ίδιο χώρο με αριστεριστές» και σημειώνει ότι τώρα πια δεν χρειάζονται «δεκανίκια» και «βαρίδια».

Βέβαια ο ίδιος, αλαζών και οπορτουνιστής, θέλοντας να έχει τον τελευταίο λόγο, δήλωσε: «Δεν είμαι έτοιμος για λεπτομέρειες, ούτε εγώ, ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε εσείς, αλλά αυτό που σχεδιάζουμε είναι αποδεκτό από την ολότητα του ΣΥΡΙΖΑ».

Πιο «αναλυτικός», ο Ν. Παππάς, θέλει «ένα ενιαίο, μεγάλο και λαϊκό κόμμα», που το «έχει ανάγκη ο προοδευτικός χώρος», ένα κόμμα «με σοβαρά ερείσματα στην κοινωνία, στα συνδικάτα, στην αυτοδιοίκηση», η απουσία των οποίων προβληματίζει από καιρό την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, όπου ακόμα το ΚΙΝΑΛ διατηρεί θέσεις τις οποίες εποφθαλμιά η Κουμουνδούρου. Εκείνο που ζητείται από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ είναι «να εκφράσουμε και πολίτες που μπορεί να μην αυτοπροσδιορίζονται ως αριστεροί, αλλά προγραμματικά πιστεύουν σε εμάς».

Είναι προφανές, λοιπόν, ότι «τα βιολιά χτυπάνε» και για το ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ, όπου οι διεργασίες άρχισαν, με τον Π. Σκουρλέτη, γραμματέα του ΣΥΡΙΖΑ  να ενθαρρύνει με δηλώσεις του φωνές στο εσωτερικό του ΚΙΝΑΛ, όπως αυτή του προσφάτως παραιτηθέντα Στ. Μαλέλη και με την Φ. Γεννηματά να καταγγέλλει «κάποιους» μέσα στο κόμμα της που «αρχίζουν το βιολί της ουράς του δήθεν προοδευτικού πόλου του ΣΥΡΙΖΑ». 

Απηχώντας και αναπαράγοντας τις κινήσεις αυτές της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, πληθαίνουν οι φωνές, για «μια σύγχρονη πληθυντική Αριστερά», για «επανίδρυση του πολιτικού και κοινωνικού χώρου που εδράζεται στο ιστορικό παρελθόν της αριστεράς, της οικολογίας και της σοσιαλδημοκρατίας», για «προοδευτική παράταξη» κλπ, ενώ η συζήτηση αυτή φέρνει στην επιφάνεια, ως μέρος των ίδιων σχεδίων εγκλωβισμού αριστερών συνειδήσεων και την επιχείρηση νεκρανάστασης της «αριστερής πτέρυγας» στο εσωτερικό του.

Είναι ξεκάθαρο, λοιπόν, ότι μέσα από όλες αυτές τις μεθοδεύσεις, αναζητείται η πολιτική σταθερότητα του συστήματος με ασφαλείς τις κυβερνητικές εναλλαγές, μέσα από ένα νέο μεταμνημονιακό διπολισμό, που βέβαια δεν θα διαφέρει ουσιαστικά από τον «πάλαι ποτέ δικομματισμό, όπου είχαμε τη δεξιά παράταξη και την κεντροαριστερά», επειδή, σύμφωνα με τον γραμματέα του ΣΥΡΙΖΑ Σκουρλέτη, τώρα πλέον «ο ένας εκ των δύο πόλων έχει σαν βασικό κορμό ένα κόμμα της Αριστεράς, τον ΣΥΡΙΖΑ», γιατί ακριβώς ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πλέον ένα αστικό κόμμα, που δεν έχει καμιά σχέση με την Αριστερά που τόσο δυσφήμισε.


Φαίνεται τελικά ότι ο Αλέξης Τσίπρας, «εκλεκτός» πλέον ηγέτης για ντόπιους και ξένους παράγοντες, «τα κατάφερε» να ξεκαθαρίσει το κόμμα του από τις «συνιστώσες» του προκυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ, να «αποκεφαλίσει» «αμφισβητίες» τύπου Κωνσταντοπούλου και αθεράπευτους, «γκρινιάρηδες», κλασικούς ρεφορμιστές, τύπου Αλαβάνου και Λαφαζάνη, να έχει ένα απόλυτα ελεγχόμενο από τον ίδιο αστικό κόμμα και να δηλώνει θρασύτατα ότι «ζητούμενο δεν είναι να αλλάξουμε τις αξίες μας, τις ιδέες μας, τις αρχές μας, αλλά τη φόρμα για να υπηρετήσουμε καλύτερα αυτές τις αξίες», όταν στην πράξη έδειξε ότι οι αξίες που υπηρετεί είναι οι αξίες διαιώνισης της κυριαρχίας του αστικού-καπιταλιστικού συστήματος, της ενίσχυσης της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας, της εξάρτησης και της υποτέλειας.