Καθώς ένας πολύ δύσκολος χειμώνας πλησιάζει, τα μαντάτα από παντού είναι εξαιρετικά ανησυχητικά. Το 2026 βαδίζει προς το τέλος του μέσα από σκοτεινά μονοπάτια σε ολόκληρο τον πλανήτη. Οι εστίες αντιθέσεων, συγκρούσεων, καταστροφής και πολέμου πληθαίνουν, οι ανταγωνισμοί των ισχυρών οξύνονται και οι κίνδυνοι για τους λαούς μεγαλώνουν. Ο συνεχιζόμενος πόλεμος στην Ουκρανία, η σιωνιστική θηριωδία στην πολυβασανισμένη Παλαιστίνη που εξακολουθεί παρά τη δήθεν «εκεχειρία», η ευρύτερη πολεμική ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή με την αμερικανο-ισραηλινή επίθεση εναντίον του Ιράν και τη νέα κλιμάκωση στην Υεμένη συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα στο ασταθές και γοργά μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.
Οι εξελίξεις αυτές διαπλέκονται με τις βαθιές αντιφάσεις της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας. Εδώ και δεκαοκτώ χρόνια, μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης του 2008, σημειώνονται διαδοχικοί κλονισμοί, που κρατούν την παγκόσμια οικονομία σε περιδίνηση. Σήμερα, οι προειδοποιήσεις για τον κίνδυνο μιας νέας οικονομικής καταιγίδας πληθαίνουν -ακόμη και από τα ίδια τα διεθνή οικονομικά επιτελεία του καπιταλισμού- καθώς καταγράφεται εκτόξευση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων και του κόστους δανεισμού, ως απόρροια του δυσθεώρητου χρέους ισχυρών κρατών (ΗΠΑ, Ιαπωνία, Γαλλία, Βρετανία, Ιταλία).
Οι προειδοποιήσεις αυτές συνοδεύονται από υποδείξεις-τελεσίγραφα για τη διαμόρφωση «δημοσιονομικού χώρου», ώστε να εξασφαλίζεται η εξυπηρέτηση του χρέους και η πληρωμή των διογκούμενων τόκων. Πίσω από την τεχνοκρατική αυτή γλώσσα προδιαγράφονται νέα ένταση της φοροληστείας των λαϊκών στρωμάτων και ακόμη σκληρότερη λιτότητα. Ταυτόχρονα, η πολιτική και κοινωνική κρίση απλώνεται και βαθαίνει, με διαφορετική ένταση και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, σε όλο τον καπιταλιστικό κόσμο· από τη μητρόπολή του και τις ισχυρές χώρες μέχρι τις πιο αδύναμες και εξαρτημένες.
Κοινωνική ασφυξία, στρατιωτικοποίηση της οικονομίας και λαϊκή αντίσταση
Η ενεργειακή κρίση, η ακρίβεια και ο πληθωρισμός πλήττουν τις ήδη εξουθενωμένες κοινωνίες σε όλο τον πλανήτη. Η στεγαστική κρίση γίνεται καθημερινός βραχνάς για ολοένα ευρύτερα λαϊκά στρώματα. Οι φυσικές καταστροφές και η περιβαλλοντική κρίση ενισχύουν το γενικό δραματικό αποτύπωμα στη ζωή και τα δικαιώματα των λαών. Την ίδια στιγμή, τεράστιοι πόροι θυσιάζονται στο βωμό των εξοπλισμών.
Η καπιταλιστική εκμετάλλευση εντείνεται, η φτωχοποίηση μεγάλων τμημάτων του παγκόσμιου πληθυσμού βαθαίνει και οι ταξικές αντιθέσεις οξύνονται. Ο παγκόσμιος καπιταλισμός σαρώνει, παράλληλα, εργατικά και λαϊκά δικαιώματα και κατακτήσεις, εντείνει τον αυταρχισμό, την ανοιχτή αντιλαϊκή βία και τρομοκρατία, επιβάλλει στρατοκρατικά καθεστώτα «έκτακτης ανάγκης».
Η ΕΕ βιώνει μια παραλυτική κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από μια βαθιά οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση και από μεγάλη συρρίκνωση και εξασθένιση του διεθνούς ρόλου και της επιρροής της. Με τη Γερμανία σε τροχιά αποβιομηχάνισης και τη Γαλλία να βυθίζεται σε μια πρωτοφανή παρακμή, η πολεμική προετοιμασία και η στρατιωτικοποίηση της οικονομίας αναγορεύονται πλέον σε υπέρτατη προτεραιότητα των Βρυξελλών.
Οι στρατιωτικές δαπάνες των κρατών-μελών προβλέπεται να εκτιναχθούν στο ιστορικό ρεκόρ των 454 δισ. ευρώ το 2026, την ίδια ώρα που οι λαϊκές ανάγκες συνθλίβονται ανηλεώς στη μέγγενη της «δημοσιονομικής πειθαρχίας» και του αναθεωρημένου Συμφώνου Σταθερότητας. Η περιβόητη «ευρωπαϊκή ασφάλεια» επιστρατεύεται συστηματικά για να νομιμοποιήσει νέες κοινωνικές θυσίες, να επιβάλει ένα ιδιότυπο κλίμα πολεμικής συστράτευσης και να εμφανίσει τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των ευρωπαϊκών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ως δήθεν κοινά συμφέροντα των λαών.
Σε αυτές τις συνθήκες, η λαϊκή αντίσταση στην Ευρώπη εκδηλώνεται με απεργίες και μαζικές κινητοποιήσεις. Στη Γαλλία, μαθητές και εκπαιδευτικοί ξεσηκώνονται ενάντια στην υποβάθμιση της δημόσιας Παιδείας, αντιμετωπίζοντας ακραία αστυνομική βία και μαζικές συλλήψεις. Στην Ισπανία, εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλώνουν ενάντια στα δυσβάσταχτα ενοίκια και τις εξώσεις, διεκδικώντας το δικαίωμα στη στέγη. Στην Πορτογαλία, την Ιταλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία, τη Σερβία, την Αλβανία και την Τσεχία, εργαζόμενοι και νεολαία απαντούν με απεργίες και κινητοποιήσεις. Οι αγώνες αυτοί φανερώνουν ότι η συσσωρευμένη αγανάκτηση αναζητά διέξοδο στη συλλογική δράση, παρά τις προσπάθειες επιβολής φόβου, πειθάρχησης και κοινωνικής σιωπής.
Η «ανάπτυξή» τους: η φτωχοποίηση του λαού
Σε αυτό το ζοφερό διεθνές περιβάλλον, η οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση βαθαίνει και στην Ελλάδα. Η ακρίβεια καλπάζει και το λαϊκό εισόδημα εξανεμίζεται. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη εξακολουθεί να αναμασά το γνωστό αφήγημα περί «ισχυρής οικονομίας» και «στήριξης των ευάλωτων» και να προβάλλει το δικό της «success story», ενώ στην πραγματικότητα οι κρίσιμοι οικονομικοί δείκτες επιδεινώνονται και τα καμπανάκια από διεθνείς οργανισμούς (πρόσφατα από το ΔΝΤ) χτυπούν προειδοποιητικά, διαψεύδοντας τα κυβερνητικά «επιτεύγματα»…
Η χώρα μας, βαθμιαία από την επιβολή των Μνημονίων και μετά, έχει μετατραπεί σε μια απέραντη οικονομική ζώνη φθηνής εργατικής δύναμης, όπου καταργούνται στοιχειώδη εργασιακά και συνδικαλιστικά δικαιώματα και ελευθερίες, η εργασία εντατικοποιείται ακραία και απουσιάζουν στοιχειώδη μέτρα προστασίας των εργαζομένων. Εξαθλιώθηκε ο λαός της, ξεπουλήθηκαν ο πλούτος και οι υποδομές της. Και τα εργατικά δυστυχήματα, κάθε χρόνο, γίνονται και περισσότερα. Ο φόρος αίματος στους χώρους δουλειάς γίνεται όλο και πιο βαρύς. Φέτος, μέσα στο πλήθος των μεμονωμένων θανατηφόρων περιστατικών, μετά το πολύνεκρο εργοδοτικό έγκλημα στη Βιολάντα, προστέθηκε το εργατικό δυστύχημα στον Ασπρόπυργο και, πιο πρόσφατα, η νέα τραγωδία στη Motor Oil. Πίσω από τις κυβερνητικές θριαμβολογίες για την «ανάπτυξη», αποκαλύπτεται το βαρύ τίμημα που πληρώνει η εργατική τάξη: εξαντλητική δουλειά, ανασφάλεια και ανθρώπινες ζωές θυσιασμένες στο βωμό του κέρδους.
Η κοινωνική ασφυξία αποτυπώνεται ακόμη και στις επίσημες καταγραφές. Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ, το 27,5% του πληθυσμού, σχεδόν 2,8 εκατομμύρια άνθρωποι, βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Το ποσοστό αυξήθηκε σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, αποκαλύπτοντας τι σημαίνει η περιβόητη «ανάπτυξη» για πλατιά λαϊκά στρώματα. Πίσω από τους αριθμούς βρίσκονται οικογένειες που περιορίζουν ακόμη και στοιχειώδεις ανάγκες, αδυνατώντας να εξασφαλίσουν μια αξιοπρεπή ζωή. Η ακρίβεια λειτουργεί ως μηχανισμός βίαιης φτωχοποίησης.
Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό σκηνικό, οι κυβερνητικές παρεμβάσεις εξαντλούνται σε επικοινωνιακά τεχνάσματα και «συμφωνίες κυρίων» με τη βιομηχανία και τα σούπερ μάρκετ, αφήνοντας ανέγγιχτο τον πυρήνα της αισχροκέρδειας. Πρόκειται για έναν άθλιο εμπαιγμό που επιστρατεύεται ως άλλοθι για τη συνέχιση της ίδιας σκληρής γραμμής. Την ίδια στιγμή μοιράζονται ψίχουλα επιβίωσης και επιδόματα ελεημοσύνης, που -και αυτά- προέρχονται από τη λεηλασία των λαϊκών στρωμάτων. Και πάντα μέσα στο αυστηρό πλαίσιο των «δημοσιονομικών αντοχών» της χώρας…
Όσο για την ενεργειακή φτώχεια, αυτή κινδυνεύει να προσλάβει εφιαλτικές διαστάσεις. Η θέρμανση, από βασικό ανθρώπινο αγαθό, μετατρέπεται σε προνόμιο για λίγους, την ώρα που οι μεγάλοι ενεργειακοί όμιλοι καταγράφουν εξοργιστική κερδοφορία. Η κυβερνητική πολιτική των δήθεν επιδοτήσεων αποτελεί μνημείο πολιτικής εξαπάτησης. Η κυβέρνηση βαφτίζει «κοινωνική στήριξη» τα προσωρινά ψίχουλα, διατηρώντας ακέραιη τη ληστρική φορολογία στα καύσιμα. Και επισείει την ανάγκη έγκρισης της ΕΕ για τη μείωση των φόρων ως βολικό πολιτικό πρόσχημα, ώστε να συνεχίζεται απρόσκοπτα η αφαίμαξη των νοικοκυριών.
Την ώρα που για τις λαϊκές ανάγκες προβάλλονται διαρκώς «δημοσιονομικοί περιορισμοί» και απαιτούνται οι εγκρίσεις της ΕΕ, το μεγάλο κεφάλαιο απολαμβάνει πλήθος φορολογικών «ευεργετημάτων» και απαλλαγών, προκλητικά υπερκέρδη και ένα νομικό πλαίσιο που ενθαρρύνει και απογειώνει την εργοδοτική αυθαιρεσία και απληστία. Χαρακτηριστικό των «καιρών» είναι ότι οι δύο μεγάλοι διυλιστηριακοί όμιλοι (Motor Oil και HELLENiQ ENERGY) κατέγραψαν ιστορικά ρεκόρ στην κερδοφορία, ενώ εξωφρενικά είναι και τα κέρδη στις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ.
Το στεγαστικό πρόβλημα παίρνει διαστάσεις κοινωνικής μάστιγας. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το 2025 τα νοικοκυριά στην Ελλάδα διέθεταν κατά μέσο όρο το 34,6% του εισοδήματός τους για στέγαση, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ. Το δικαίωμα στην κατοικία συνθλίβεται κάτω από το βάρος των ενοικίων και των λογαριασμών.
Η κατοικία αντιμετωπίζεται ως πεδίο επενδύσεων και κερδοφορίας. Αποκαλυπτική αυτής της νεοφιλελεύθερης πολιτικής είναι η πρόσφατη πρόταση του πρωθυπουργού «build to rent». Αντί για ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα κοινωνικής και προσιτής κατοικίας, η κυβέρνηση επιλέγει να μετατρέψει τη στεγαστική κρίση σε νέα ευκαιρία κερδοφορίας για το κεφάλαιο. Μια αδιανόητη μεθόδευση προκειμένου να ικανοποιήσει την απληστία των μεγαλοκατασκευαστών.












