Ο Ετιέν Καρμπονί, άνεργος ηθοποιός σε φάση προσωπικού αδιεξόδου, ρίχνεται σε μια ασυνήθιστη περιπέτεια-πρόκληση: να ανεβάσει με μια ομάδα αμόρφωτων κατά βάση κρατουμένων σε γαλλική φυλακή το “Περιμένοντας τον Γκοντό” του Σάμιουελ Μπέκετ, από τα πλέον σύνθετα και δύσκολα στο ανέβασμά τους έργα του θεάτρου του παραλόγου.
Οι κρατούμενοι δυσκολεύονται ν’ ανταποκριθούν, και για παρατεταμένο χρονικό διάστημα εκμεταλλεύονται τις ώρες της πρόβας για να εκτονωθούν και να ξεφύγουν από την καταδίκη και τη μονοτονία του εγκλεισμού. Τα μικρά όμως διαλείμματα της ελευθερίας, η τριβή με την τέχνη αλλά και το πάθος του σκηνοθέτη-καθοδηγητή τους, επιδρούν καταλυτικά, και σταδιακά, συντελείται μια σειρά από μεταμορφώσεις: το αποτέλεσμα – και η “τελευταία πράξη” της παράστασης εκπλήσσει τους πάντες
.

Το εγχείρημα του Εμμανουέλ Κουρκόλ, η παρακολούθηση δηλ. του ανεβάσματος ενός θεατρικού έργου από κρατούμενους, δεν είναι πρωτότυπο. Έχει προηγηθεί το εμπνευσμένο “Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει”, η τελευταία ταινία των αδελφών Ταβιάνι το 2012 (Χρυσή Άρκτος στο φεστιβάλ του Βερολίνου)· ο Κουρκόλ άλλωστε βάσισε την κινηματογραφική του απόπειρα σε μια πραγματική ιστορία, το ανέβασμα του έργου του Μπέκετ από τον Σουηδό σκηνοθέτη Γιαν Γιένσον στα 1985, ο οποίος και συνεργάστηκε με κρατούμενους της φυλακής υψίστης ασφαλείας της Κούμλα. Η κατάληξη της ιστορίας ήταν ακόμα πιο πρωτότυπη: Η τελευταία παράσταση στο Βασιλικό Θέατρο του Γκέτεμποργκ εξελίχθηκε σε… απόδραση, γεγονός που ενθουσίασε τον Μπέ­κετ, ο οποίος είχε ήδη συναντηθεί επ’ αφορμή του ανεβάσματος με τον Γιένσον στο Παρίσι, όταν δε πληροφορήθηκε τα της τελικής έκβασης, φέρεται ν’ αναφώνησε: «το έργο μου δεν θα μπορούσε να έχει ιδανικότερη κατάληξη».

Η περιπέτεια των Σουηδών κρατουμένων και της απόδρασής τους αποτέλεσε ιδανικό καμβά για την κινηματογραφική απόπειρα του Γάλλου σκηνοθέτη, που κλιμακώνει ευρηματικά την πλοκή, ρίχνοντας το βάρος στους χαρακτήρες, εναλλάσσοντας καλοζυγισμένα τους δραματικούς με τους κωμικούς τόνους κι αφήνοντας την εικόνα να μιλήσει, θέτοντας τα κατ’ εξοχήν καίρια ερωτήματα: Ως πού εκτείνονται τα όρια της απελευθέρωσης δια της τέχνης; Και πόσο απέχει αυτή η απελευθέρωση από την πραγματική ελευθερία; Ο δρόμος του Ετιέν, δεν είναι αυτός των ερμηνευτών της παράστασής του, η σχέση όμως που χτίζεται κι η μεταξύ τους όσμωση λειτουργεί εξίσου λυτρωτικά για όλους· χαρακτηριστική είναι στη βάση αυτή η μεταλλαγή του “σκοτεινού” Καμέλ ή του αναλφάβητου Ζορντάν, αλλά και του ίδιου του σκηνοθέτη.

Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο ελληνικό περιοδικό “Αθηνόραμα”, ο Εμμανουέλ Κουρκόλ κατέθεσε, μεταξύ άλλων: «[…] Γνωριζόμαστε όλοι μεταξύ μας (ο ίδιος και οι παραγωγοί της ταινίας Ντάνι Μπουν, Ρομπέρ Γκεντιγκιάν και Μαρκ Μπορντούρ), και εν προκειμένω όλα ξεκίνησαν όταν έδωσα το σενάριο στον Μαρκ για να μου πει τη γνώμη του. Εκείνος ύστερα το μοίρασε στον Ρομπέρ, εκείνος στον Ντάνι και τα υπόλοιπα πήραν το δρόμο τους. Με βοήθησαν όλοι ισόποσα στο να βρω τις σταθερές της αφήγησης και να μπορέσω να ισορροπήσω τόσο ανάμεσα στα κωμικά στοιχεία όσο και στα πιο ανθρώπινα που εντοπίζονται στο δράμα. Χάρη σε αυτούς, επίσης, ήρθα σε επαφή με τον Καντ Μεράντ (Ετιέν Καρμπονί). […] Πρόκειται για έναν ήρωα ελάχιστα συμπαθητικό στο πρώτο μέρος του φιλμ, η συναισθηματική μεταστροφή του οποίου πρέπει να αναδειχθεί μέσω της ερμηνείας. Είναι ένας απαιτητικός ρόλος. Ήθελα να υπάρχει αυτή η αμφισημία που περιγράφεται, η συμπεριφορά του να έχει αντιφάσεις. […] Εδώ βρίσκεται σε σύγχυση, έχει πολλά νεύρα κι είναι παρορμητικός. Ωστόσο, αυτά τα συστατικά είναι σημαντικά για να συνειδητοποιήσει και στη συνέχεια να αποδεχθεί τα ελαττώματά του, ώστε να καταφέρει να ωριμάσει. […] Κάθε φορά που έρχεται στη φυλακή κάποιος από την κοινωνία κι ειδικά όταν πρόκειται για δάσκαλο, είναι υποχρεωμένος να μη ρωτήσει τίποτα σχετικά με τις αιτίες που αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται εκεί. Ο λόγος είναι για να μην επηρεαστούν οι μεταξύ τους σχέσεις και κυρίως, διότι διαδικασίες σαν το θέατρο, τους βοηθούν να βελτιωθούν ατομικά και σταδιακά να επανενταχθούν. […] Οφείλω να ομολογήσω πως δεν περίμενα αυτή τη βράβευση (της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου). Αλλά, φυσικά, ήμουν πανευτυχής και ένιωσα ιδιαίτερη τιμή που μου απονεμήθηκε αυτό το βραβείο […]. Έπειτα, ήταν μία κάπως λίγο πιο σημαντική νίκη για το γαλλικό σινεμά, αφού έχουμε συνηθίσει – εν μέρει δικαιολογημένα – οι κωμωδίες που παρακολουθούμε να έχουν αγγλοαμερικανική λογική».

Ρεαλισμός που παραπέμπει στο ντοκυμαντέρ, σχόλιο-καταδίκη του εγκλεισμού και του σωφρονιστικού συστήματος (εξαιρετικά εύγλωττη η σκηνή όπου ο φύλακας καταστρέφει το λούτρινο αρκουδάκι), μικρή πραγματεία για τον απελευθερωτικό χαρακτήρα της Τέχνης και την ελευθερία ως ύψιστο αγαθό, η ταινία του Κουρκόλ ανανεώνει ευφάνταστα το νέο γαλλικό σινεμά, ανεβάζοντας αισθητά τον πήχη.
Βραβείο καλύτερης κωμωδίας από την Ευρωπαϊκή Ακαδημία Κινηματογράφου.