ΝΔ, ΕΛΑΣ, ΠΑΣΟΚ ορκίζονται ότι τα προγράμματά τους είναι «πλήρως κοστολογημένα»,
ότι κινούνται δηλαδή απαρέγκλιτα μέσα στις μνημονιακές δεσμεύσεις
Τα επιδόματα ελεημοσύνης αποτελούν ένα διαρκή και προκλητικό
εμπαιγμό. Αυτό είναι το «μέρισμα που επιστρέφεται στην κοινωνία»…
Σε κεντρικό ζήτημα της παράδοξα μακράς προεκλογικής περιόδου που διανύουμε αναδεικνύονται τα λεγόμενα «κοστολογημένα προγράμματα», που εξαγγέλθηκαν με τυμπανοκρουσίες από το βήμα της ΔΕΘ. Οι τρεις επίδοξοι διαχειριστές της κυβερνητικής εξουσίας -ΝΔ, ΕΛΑΣ, ΠΑΣΟΚ-, όταν δεν αλληλοκατηγορούνται για το ποιος αντέγραψε τις εξαγγελίες του άλλου, διαγκωνίζονται και ορκίζονται ότι το δικό τους πρόγραμμα είναι πλήρως κοστολογημένο. Με άλλα λόγια, ότι κινείται απαρέγκλιτα μέσα στις δημοσιονομικές δεσμεύσεις της ΕΕ για το χρέος και τα πρωτογενή πλεονάσματα. Μέσα, δηλαδή, στο εξοντωτικό για το λαό μνημονιακό πλαίσιο, την ώρα που και τα τρία αυτά κόμματα, επανειλημμένα και ψευδέστατα, έχουν διακηρύξει το «τέλος των Μνημονίων» -το «επίσημο τέλος κάθε επιτήρησης», κατά την πρόσφατη πρωθυπουργική ρήση. Την υποταγή τους στις επιταγές των δανειστών την εμφανίζουν, μάλιστα, ως τεκμήριο πολιτικής σοβαρότητας και κυβερνητικής υπευθυνότητας.
Με αποκορύφωμα την κυβερνητική πρόθεση να ενσωματωθεί στο Σύνταγμα της χώρας μια ρήτρα «δημοσιονομικής σταθερότητας», ως δήθεν «συνταγματική προστασία από κάθε απειλή πτώχευσης»! Πρόκειται για μια επιχείρηση συνταγματικής θωράκισης του αντιλαϊκού πλέγματος εξουσίας.
Αναγορεύεται η μόνιμη λιτότητα και η νομιμοφροσύνη απέναντι στην ΕΕ σε υπέρτατο και απαραβίαστο κανόνα. Οι λαϊκές διεκδικήσεις για αυξήσεις σε μισθούς και συντάξεις, για δημόσια Υγεία και Παιδεία, για κοινωνική προστασία θα μπορούν να καταγγέλλονται όχι μόνο ως «δημοσιονομικά ανεύθυνες», αλλά και ως αντίθετες προς τη «συνταγματική τάξη». Είναι το επιστέγασμα του ίδιου μηνύματος που εκπέμπουν όλοι τους πως «δεν υπάρχει εναλλακτική» -ενός μηνύματος στην εμπέδωση του οποίου ο Αλ. Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ συνέβαλαν τα μέγιστα διαψεύδοντας με οδυνηρό τρόπο τις λαϊκές προσδοκίες κατά την περίοδο της διακυβέρνησής τους. Επιδιώκουν, έτσι, να υψώσουν ένα συνταγματικά κατοχυρωμένο προστατευτικό τείχος γύρω από τις αντιλαϊκές και αντδραστικές μεταρρυθμίσεις τους.
Τι άλλο χρειάζεται, λοιπόν, για να πιστοποιηθεί η ουσιαστική πολιτική τους σύμπλευση και η βαθύτερη στρατηγική τους σύγκλιση; Δεν αρκεί άραγε το κοινό, βαθιά αντιλαϊκό παρελθόν τους που σφραγίστηκε από την πιστή εφαρμογή των εντολών των δανειστών, και η σταθερή προσήλωσή τους στο ίδιο πλαίσιο εξάρτησης και υποτέλειας;
Πάνω σε αυτή την κοινή βάση στήνουν έναν γελοίο προεκλογικό καβγά για το ποιος μπορεί να εμφανιστεί ως ο αποτελεσματικότερος διαχειριστής ενός συστήματος που λεηλατεί το λαό και τη χώρα προς όφελος της ντόπιας πλουτοκρατίας και των ξένων προστατών της. Αυτό και μόνο κρύβεται πίσω από την αντιπαράθεσή τους για το αν η μία ή η άλλη εξαγγελία, η μία ή η άλλη προεκλογική υπόσχεση υπερβαίνει ή παραμένει εντός των δημοσιονομικών ορίων.
Αυτή ακριβώς η στρατηγική σύγκλιση διαμορφώνει και επιβάλλει έναν πολιτικό λόγο γεμάτο κενολογίες, βολικές γενικολογίες, σκόπιμες αοριστίες και ανούσια επικοινωνιακά πυροτεχνήματα. Ένα λόγο που επιστρατεύει την κινδυνολογία, τα ψεύτικα διλήμματα και τους εκβιασμούς προκειμένου να θολώσει την πραγματικότητα και να συγκαλύψει την κοινή τους στράτευση στην υπηρεσία του ίδιου αντιλαϊκού δρόμου. Οι δευτερεύουσες διαφορές και οι όποιες παραλλαγές της ίδιας κυρίαρχης και παγιωμένης πολιτικής διογκώνονται τεχνητά, ώστε να στηθεί η αναγκαία προεκλογική πόλωση. Μια πόλωση που αποσκοπεί στην εκτόνωση της λαϊκής οργής και στον εγκλωβισμό του λαού στο ίδιο αδιέξοδο: να επιλέξει τον επόμενο διαχειριστή της κακοδαιμονίας του.
Η κοινωνική κρίση εξαπλώνεται δραματικά
Σε μια εξουθενωμένη κοινωνία, με τη φτώχεια και την ανασφάλεια να θεριεύουν· σε μια χώρα λεηλατημένη από τους δανειστές και ασφυκτικά προσδεμένη στους σχεδιασμούς των ΗΠΑ και της ΕΕ, τα πραγματικά προβλήματα του λαού και της χώρας απουσιάζουν εκκωφαντικά από το δημόσιο πολιτικό διάλογο.
Στην Ελλάδα της «ευημερίας» του Κ. Μητσοτάκη βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη μια σκληρή ταξική πολιτική. Το λαϊκό εισόδημα συρρικνώνεται από τις συνεχείς και εξωφρενικές ανατιμήσεις στα είδη πρώτης ανάγκης, με αποτέλεσμα η λαϊκή οικογένεια να στερείται πλέον ακόμη και βασικά είδη διατροφής. Καθώς, μάλιστα, πλησιάζει η 15η Οκτωβρίου, ημέρα έναρξης της διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης, με τις τιμές του αργού πετρελαίου να καλπάζουν ανεξέλεγκτα και την κυβέρνηση να ψελλίζει πως θα κάνει «ό,τι μπορεί»…, με βάση τις «δυνατότητες που θα υπάρχουν», η ενεργειακή φτώχεια κινδυνεύει να προσλάβει εφιαλτικές διαστάσεις. Η θέρμανση από βασικό ανθρώπινο αγαθό μετατρέπεται σε προνόμιο ολίγων, ενώ την ίδια στιγμή οι μεγάλοι ενεργειακοί όμιλοι καταγράφουν εξοργιστική κερδοφορία.
Παράλληλα, η φορολογική αφαίμαξη του λαϊκού εισοδήματος και η υποχρηματοδότηση των κοινωνικών αναγκών -της Υγείας, της Παιδείας, της Πρόνοιας και του Πολιτισμού- έχουν προσλάβει πρωτοφανείς διαστάσεις. Τα «κόκκινα» δάνεια και οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την εφορία σκαρφαλώνουν σε ιλιγγιώδη ύψη, το δυσβάσταχτο κόστος της στέγασης συνθλίβει τα λαϊκά νοικοκυριά, ενώ οι πλειστηριασμοί και οι κατασχέσεις πολλαπλασιάζονται.
Η κοινωνική κρίση εξαπλώνεται δραματικά και προσλαμβάνει πλέον χαρακτηριστικά ανθρωπιστικής κρίσης. Ανάμεσα στις δέκα ευρωπαϊκές χώρες που εξετάζει το Βαρόμετρο Φτώχειας και Επισφάλειας 2026, η Ελλάδα και η Μολδαβία καταγράφουν σταθερά τις χειρότερες επιδόσεις σε μια σειρά κρίσιμων δεικτών.
Το νεοφιλελεύθερο αφήγημα της κυβέρνησης Μητσοτάκη περί «οικονομικής ανάπτυξης» δεν αφορά την κοινωνική πλειοψηφία. Οι λίγοι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι, οι κοινωνικές παροχές καταρρέουν και ολοένα μεγαλύτερα στρώματα του πληθυσμού οδηγούνται στη φτωχοποίηση, με τα επιδόματα ελεημοσύνης να αποτελούν ένα διαρκή και προκλητικό εμπαιγμό. Αυτό είναι το «μέρισμα που επιστρέφεται στην κοινωνία»…
Παλιά, φθαρμένα και δοκιμασμένα υλικά
Ο συνδυασμός της κλιμακούμενης αντιλαϊκής πολιτικής και των αλλεπάλληλων σκανδάλων, αποκαλύψεων και μεθοδεύσεων συγκάλυψής τους τροφοδοτεί τη λαϊκή αγανάκτηση και έχει εγκλωβίσει την κυβέρνηση σε μια τροχιά μη αναστρέψιμης πολιτικής απονομιμοποίησης. Όσο και να εξαγγέλλει -ενόψει εκλογών- αυξήσεις και επιδόματα στήριξης, τάχα, των ευάλωτων πολιτών, όσο και να κομπάζει για τα οικονομικά της «επιτεύγματα» και τα «φιλολαϊκά» της μέτρα, η ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική της διαψεύδει εκκωφαντικά κάθε ισχυρισμό περί «κοινωνικής ευαισθησίας».
Η ΝΔ και ο Κ. Μητσοτάκης έχουν κλείσει οριστικά τον κύκλο της ισχυρής πολιτικής τους επικράτησης. Η βαθιά κρίση και αποσάθρωση που εκδηλώνονται στη ΝΔ και η βαθμιαία αποδόμηση του ίδιου του πρωθυπουργού δεν κρύβονται πίσω από την κυβερνητική προπαγάνδα. Φανερές δυσαρέσκειες, γκρίνιες και εντάσεις, δημόσιες διαφοροποιήσεις και οι αναδυόμενοι «δελφίνοι» αποτελούν αδιάψευστα τεκμήρια των βαθιών ρηγμάτων στο εσωτερικό του κυβερνητικού κόμματος.
Ο Αντ. Σαμαράς, με το κυοφορούμενο κόμμα του και το δεξιό εθνικοπατριωτικό πολιτικό του στίγμα, επιταχύνει τις σχετικές διεργασίες και ασκεί ισχυρές πιέσεις στο κυβερνών κόμμα. Αποβλέπει στη συσπείρωση δυσαρεστημένων νεοδημοκρατών -πολιτικών παραγόντων και ψηφοφόρων- καθώς και τμημάτων του κατακερματισμένου ακροδεξιού χώρου πέραν της ΝΔ.
Μια βαθιά ανασύνθεση και αναδιανομή πολιτικών ρόλων βρίσκεται σε εξέλιξη και στο χώρο της λεγόμενης Κεντροαριστεράς, με μοναδικό στόχο τη διασφάλιση της συνέχειας της ίδιας αντιλαϊκής πολιτικής. Κεντρικό ζήτημα αντιπαράθεσης αποτελεί η δυνατότητα κάθε κομματικού σχηματισμού και κάθε νέου «σωτήρα» να συμβάλει στην απομάκρυνση του Κ. Μητσοτάκη. Εκεί εξαντλείται η αντιπαράθεσή τους, μέσα από γενικολογίες και ανέξοδες διακηρύξεις, την ώρα που τα πραγματικά, μεγάλα προβλήματα του λαού και του τόπου, σε μια συγκυρία όπου τα σκοτάδια πυκνώνουν, απουσιάζουν κραυγαλέα από την πολιτική τους ατζέντα.
Στο επίκεντρο αυτών των παρασκηνιακών διεργασιών και των σχεδιασμών ισχυρών οικονομικών και πολιτικών κέντρων βρίσκεται ο Α. Τσίπρας με την ΕΛ.Α.Σ., η παρουσία του οποίου προκαλεί νέα περιδίνηση στο ΠΑΣΟΚ. Παρά τις επίμονες προσπάθειες να αναστηλωθεί και να προβληθεί ως ο βασικός εναλλακτικός πόλος κυβερνητικής διαχείρισης, το ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να αγκομαχά, βυθισμένο σε διαρκή εσωτερική κρίση και καθηλωμένο σε χαμηλά ποσοστά.
Η ανασύνθεση τόσο του χώρου της λεγόμενης Κεντροαριστεράς όσο και της Δεξιάς και Ακροδεξιάς βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Το φάντασμα των πρώτων μνημονιακών χρόνων -με την κατάρρευση παραδοσιακών κομματικών σχηματισμών, τη γενικευμένη απαξίωση και τη βαθιά κρίση του αστικού πολιτικού συστήματος- επιστρέφει, κλείνοντας μια σύντομη παρένθεση σχετικής «σταθερότητας». Αν και η ΝΔ εξακολουθεί να διατηρεί την πρωτοκαθεδρία, με σημαντική απόσταση από το όποιο δεύτερο κόμμα, η εμφάνιση νέων κομματικών σχηματισμών προαναγγέλλει σημαντικές ανακατατάξεις στο πολιτικό σκηνικό.
Ποιοι θα είναι οι νέοι συσχετισμοί, ποιες ισορροπίες θα προκύψουν και πώς ακριβώς θα διαμορφωθεί ο νέος πολιτικός χάρτης είναι ακόμη πρόωρο να εκτιμηθεί. Το βέβαιο είναι ότι οι διεργασίες αυτές δεν αποβλέπουν σε μια πραγματική αλλαγή πολιτικής. Παλιά, φθαρμένα και δοκιμασμένα υλικά επανασυσκευάζονται και παρουσιάζονται ως «νέες λύσεις». Αλλάζουν οι κομματικές επιγραφές, αναδιατάσσονται οι πολιτικές συμμαχίες και ανακυκλώνονται τα πρόσωπα, με κοινό πάντοτε στόχο: να παραμείνει άθικτος ο ίδιος αντιλαϊκός δρόμος της εξάρτησης, της υποτέλειας και της κοινωνικής λεηλασίας.












