Ψίχουλα στους εργαζόμενους, ατελείωτα εκατομμύρια στην ολιγαρχία...

Σε συνθήκες καραντίνας, απαγόρευσης κυκλοφορίας και εντεινόμενης καταστολής των διαδηλώσεων, η κυβέρνηση Μητσοτάκη ετοιμάζεται να νομοθετήσει συντάσσοντας ένα νέο αντεργατικό, αντισυνδικαλιστικό νομοσχέδιο με τίτλο «ρύθμιση θεμάτων της αγοράς εργασίας». Με αυτό το νομοσχέδιο η κυβέρνηση χτυπάει μία σειρά εργατικά δικαιώματα όπως είναι το ωράριο και η υπερωριακή αμοιβή, ενώ ταυτόχρονα επιχειρεί να ανατρέψει στοιχειώδη για τη λειτουργία των σωματείων συνδικαλιστικά δικαιώματα, με βασικά αυτό της απεργίας και της γενικής συνέλευσης.

Όσον αφορά το ωράριο, το νομοσχέδιο δίνει τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να απασχολούν τους εργαζομένους έως και 10 ώρες ημερησίως, χωρίς υπερωριακή αμοιβή, εφόσον εντός του ίδιου εξαμήνου εξοφλούν τις ώρες με αντίστοιχη μείωση ωρών ή ρεπό ή ημέρες άδειας. Για να εφαρμοστεί αυτό το μέτρο, η επιχείρηση θα μπορεί να παρακάμπτει το σωματείο -εφόσον αρνείται να υπογράψει επιχειρησιακή σύμβαση- και να προσφεύγει στο Ανώτατο Συμβουλίο Εργασίας, το οποίο θα εξετάζει τις προϋποθέσεις και αναλόγως θα εγκρίνει ή θα απορρίπτει.

Όσον αφορά τις υπερωρίες, το πλαφόν των 120 ωρών ανά έτος που ίσχυε μέχρι σήμερα θα αυξηθεί και θα επεκταθεί και στις βιομηχανικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις οι οποίες είχαν πλαφον υπερωριών 90 ώρες ανά έτος. Με τα ισχύοντα μέτρα, αν μία επιχείρηση ξεπερνούσε το ετήσιο πλαφόν υπερωριών ήταν υποχρεωμένη να καταβάλλει ημερομίσθιο προαυξημένο κατά 60%. Η σχεδιαζόμενη αύξηση του πλαφόν μειώνει το κόστος υπερωρίας για τις επιχειρήσεις και αντίστοιχα μειώνει την υπερωριακή αμοιβή για τους εργαζόμενους.

Η κατάργηση της Κυριακάτικης αργίας επεκτείνεται, αφού μεγαλώνει η λίστα των επιχειρήσεων που θα έχουν το δικαίωμα να λειτουργούν τις Κυριακές.

Η επίλυση συλλογικών διαφορών μεταξύ εργαζομένων και εργοδοσίας αφαιρείται από τις επιθεωρήσεις εργασίας και ανατίθεται στον ΟΜΕΔ, σε έναν οργανισμό στον οποίο κυριαρχούν οι εργοδοτικές ενώσεις και ο οποίος δεν έχει κανένα μηχανισμό ελέγχου της εργατικής νομοθεσίας. Αυτό συνεπάγεται περαιτέρω νομιμοποίηση της εργοδοτικής αυθαιρεσίας.

Όσον αφορά τις απολύσεις, από την ημέρα προειδοποίησης μέχρι και την ημέρα ολοκλήρωσης της απόλυσης ο εργοδότης δικαιούται να αξιώσει να μην προσέρχεται ο εργαζόμενος στην εργασία, αλλά παρ’ όλα αυτά να μισθοδοτείται. Το μέτρο αυτό ουσιαστικά απομονώνει τον απολυμένο εργαζόμενο από τους συναδέλφους του, του αφαιρεί το δικαίωμα πάλης ενάντια στην απόλυσή του μέσα από το χώρο δουλειάς, του αφαιρεί τη δυνατότητα συλλογής στοιχείων που μπορεί να χρησιμοποιήσει εναντίον της εργοδοσίας. Στη πραγματικότητα η εργοδοσία με αυτό τον τρόπο διασφαλίζει την άμεση απομάκρυνση από το χώρο δουλειάς εργαζόμενων οι οποίοι -εφόσον βρίσκονται αντιμέτωποι με καταγγελία σύμβασης και άρα δεν τους έχουν απομείνει και πολλά για να χάσουν- είναι πιο εύκολο να κοντραριστούν, να αντισταθούν και να παλέψουν ενάντια στις εργοδοτικές μεθοδεύσεις και στις ίδιες τις απολύσεις.

Η υπερωριακή αμοιβή είναι προσαυξημένη του ημερομισθίου ακριβώς επειδή ο εργαζόμενος εξαντλεί τις δυνάμεις του και εργάζεται πέρα από τον χρόνο που προβλέπεται ώστε να μπορεί να ξεκουράζεται και να έχει ελεύθερο χρόνο. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν συμβαίνει στη πράξη, αφού η υπερωριακή και μάλιστα απλήρωτη εργασία αποτελεί καθεστώς για ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του ιδιωτικού τομέα. Παρ’ όλα αυτά η νομοθετική κατοχύρωση του εργοδότη να επιβάλλει υπερωριακή εργασία έως και 10 ώρες χωρίς πρόσθετη αμοιβή και η αύξηση του πλαφόν των υπερωριών αποτελούν ένα πολύ μεγάλο χτύπημα στις εργασιακές συνθήκες. Δίνει τη δυνατότητα στους εργοδότες να επιβάλλουν εξαντλητικό εργασιακό καθεστώς με πλήρη ευελιξία στο ωράριο, μειώνει το εργατικό κόστος, μειώνει επί της ουσίας τους μισθούς, κάνει τον εργαζόμενο λάστιχο και επιχειρεί να καταργήσει τα απομεινάρια της κατοχυρωμένης 8ωρης πενθήμερης εργασίας.

Ταυτόχρονα η κατάργηση του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας στρώνει το έδαφος στην επέλαση της εργοδοτικής αυθαιρεσίας.

Ωμές αντεργατικές
παρεμβάσεις στη λειτουργία των συνδικάτων

Σε περίπτωση απεργίας ορίζεται προσωπικό ασφαλείας σε ποσοστό τουλάχιστον 40% για τους ΟΤΑ, το Δημόσιο, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, καθώς και τις επιχειρήσεις εκείνες που η λειτουργία τους κρίνεται κρίσιμη για το κοινωνικό σύνολο. Δεν διευκρινίζεται πώς ακριβώς θα ορίζεται μία επιχείρηση ως «κρίσιμη για το κοινωνικό σύνολο». Είναι ξεκάθαρο όμως ότι από τη στιγμή που οι μισοί εργαζόμενοι θα δουλεύουν ως προσωπικό ασφαλείας, προκειμένου «να μην παρακωλύεται η λειτουργία της επιχείρησης», τότε επί της ουσίας δεν υφίσταται απεργία. Επίσης είναι βέβαιο ότι ο διακαής πόθος κυβέρνησης και εργοδοσίας είναι η καθολική εφαρμογή αυτού του αντιδραστικού μέτρου, ώστε να ξεμπερδέψουν με τον βραχνά της απεργίας.

Όσον αφορά τις γενικές συνελεύσεις, το σωματείο θα πρέπει να παρέχει πραγματική πρακτική δυνατότητα συμμετοχής και ψήφου εξ αποστάσεως, ηλεκτρονικώς και ιδίως για τη λήψη απόφασης απεργίας.

Ουσιαστικά καταργείται ο θεσμός της Γενικής Συνέλευσης ως ανώτατου οργάνου λήψης αποφάσεων των σωματείων με τη φυσική παρουσία των εργαζομένων και γίνεται ωμή παρέμβαση στα καταστατικά των συνδικαλιστικών οργάνων και ενώσεων. Η Γενική Συνέλευση αποτελεί το ανώτατο όργανο αποφάσεων ενός σωματείου, ακριβώς επειδή οι εργαζόμενοι συνέρχονται σε αυτή, συναντιούνται, συνομιλούν, σπάνε τον φόβο, καταθέτουν προτάσεις, διαφωνούν, αλλάζουν γνώμη, και τελικά αποφασίζουν με τρόπο που ορίζεται από τα ίδια τα καταστατικά τους. Η γενική συνέλευση είναι η διαδικασία εκείνη κατά την οποία πραγματοποιείται ουσιαστικός διάλογος και αντιπαράθεση, είναι η διαδικασία εκείνη με την οποία οι εργαζόμενοι κατανοούν τη δυναμή τους. Η ηλεκτρονική ψηφοφορία επιχειρεί να σπάσει αυτή τη δύναμη, επιχειρεί να καταργήσει επί της ουσίας τις ζωντανές μαζικές συλλογικές διαδικασίες. Θέλει τους εργαζόμενους απομονωμένους, ο καθένας μόνος του πίσω από έναν υπολογιστή να ψηφίζει, να δρα και να κρίνει υπό τον φόβο και την τρομοκρατία του εργοδότη.

Όσον αφορά την περιφρούρηση απεργίας, απαγορεύει τις καταλήψεις χώρων και εισόδων και την άσκηση «ψυχολογικής ή σωματικής βίας» διαφορετικά η απεργία καθίσταται παράνομη και όσοι συμμετέχουν σε κατάληψη ή βιαιοπραγούν τελούν ποινικώς κολάσιμη πράξη. Ως ψυχολογική βία μπορεί σύμφωνα με τους νομοθέτες να θεωρηθεί η προσπάθεια εργαζομένων να πείσουν τους συναδέλφους τους για το χρέος που έχουν απέναντι στην απεργία, τα συλλογικά τους δικαιώματα και το σωματείο, ως σωματική βία μπορεί να θεωρηθεί η προσπάθεια αποτροπής εισόδου απεργοσπαστών στον εργασιακό χώρο. Η πρακτική της περιφρούρησης με όλα τα συνδικαλιστικά μέσα είναι αυτή που μπορεί να διασφαλίσει μαζί με την μαζική συμμετοχή την νικηφόρα έκβαση της απεργίας, τα κεκτημένα της οποίας είναι συλλογικά που σημαίνει ότι τα απολαμβάνουν όλοι, απεργοί και απεργοσπάστες.

Όσον αφορά το μητρώο, καθιστά προϋπόθεση για την άσκηση του συνδικαλιστικού δικαιώματος την απογραφή στο ήδη νομοθετημένο Γενικό Μητρώο, ενώ το δικαίωμα συλλογικής διαπραγμάτευσης αναγνωρίζεται μόνο στις οργανώσεις που έχουν εγγραφεί στα νομοθετημένα ψηφιακά μητρώα. Το μέτρο αυτό μαζί με την ηλεκτρονική ψηφοφορία συνιστούν πλήρη έλεγχο της λειτουργίας της δράσης και των μελών ενός σωματείου από το κράτος και την εργοδοσία.

Το νομοσχέδιο αυτό στην πραγματικότητα αποτελεί μία τομή στην εργοδοτική επίθεση αφού βάζει ταφόπλακα σε θεμελιώδη εργασιακά κεκτημένα όπως είναι το ωράριο και η υπερωριακή αμοιβή, ενώ ταυτόχρονα παρεμβαίνει στο συνδικαλιστικό νόμο και τα καταστατικά των σωματείων με στόχο να αφαιρέσει κάθε δυνατότητα αντίδρασης και αντίστασης των εργαζομένων απέναντι στην εργοδοσία, χτυπώντας τα δύο βασικά στηρίγματα και όπλα του συνδικαλιστικού κινήματος, τη γενική συνέλευση και την απεργία.

Η λειτουργία των σωματείων με τρόπο που να διασφαλίζεται η μαζική συμμετοχή των εργαζομένων, οι γενικές συνελεύσεις και η απεργία, υπονομεύονται πολλά χρόνια τώρα από τις ίδιες τις συνδικαλιστικές ηγεσίες με κύριους υπεύθυνους τις δυνάμεις της ΠΑΣΚΕ και της ΔΑΚΕ. Ιδιαίτερα στον ιδιωτικό τομέα, σε πολλά σωματεία δεν συγκαλούνται καν γενικές συνελεύσεις και -όπου αυτό γίνεται- συνήθως είναι άμαζες, οι συλλογικές διαδικασίες απαξιώνονται και το ίδιο συμβαίνει και με τις απεργίες. Ο εργοδοτικός συνδικαλισμός σε πολλούς κλάδους και σωματεία είναι απροκάλυπτος, ενώ συνολικά η ηγεσία του συνδικαλιστικού κινήματος συμβιβάζεται ολοένα και περισσότερο με τις επιταγές κεφαλαίου, εργοδοσίας και κράτους. Αυτό όμως δεν φαίνεται να είναι αρκετό. Θέλουν να ξεμπερδεύουν και νομοθετικά. Επιχειρούν να ελέγξουν κάθε συνδικαλιστική δράση, χτυπάνε με κάθε τρόπο το δικαίωμα στην απεργία, χτυπάνε τις συλλογικές διαδικασίες ακόμα και αν σήμερα δεν διασφαλίζεται η μαζικότητα σε αυτές, γιατί γνωρίζουν ότι οι εργαζόμενοι έχουν τη δυνατότητα και τη δύναμη να ανασυγκροτήσουν τα σωματεία τους και τη συνδικαλιστική δράση, έχουν τη δυνατότητα και τη δύναμη να μαζικοποιήσουν τις συλλογικές διαδικασίες, έχουν τη δυνατότητα και τη δύναμη να απεργήσουν μαζικά, να ενώσουν τον αγώνα τους με άλλους εργαζόμενους και να τον κλιμακώσουν, να περιφρουρήσουν τον αγώνα τους από απεργοσπαστικούς μηχανισμούς, έχουν τη δυνατότητα και τη δύναμη να απομονώσουν τις συνδικαλιστικές ηγεσίες που σήμερα ελέγχουν τα σωματεία και να τις ανατρέψουν, έχουν τη δυνατότητα και τη δύναμη να νικάνε!

Αυτή τη δυνατότητα θέλουν να την αφαιρέσουν, να τους αφοπλίσουν πλήρως καθιστώντας οποιαδήποτε προσπάθεια συλλογικής δράσης παράνομη, καθιστώντας την προσπάθεια περιφρούρησης ενός αγώνα κολάσιμη ποινικά πράξη, καθιστώντας τις απεργίες παράνομες, καταχρηστικές και μισές, καθιστώ­ντας τα ίδια τα σωματεία παράνομα.

Αυτός είναι ο στόχος τους και η συγκυρία μοιάζει ευνοϊκή. Στο όνομα της πανδημίας και της προστασίας της υγείας μας, απαγορεύουν τις συναθροίσεις, καταστέλλουν τις συγκεντρώσεις και τις διαδηλώσεις, επιχειρούν να φιμώσουν τους εργαζόμενους και το λαό την ίδια στιγμή που νομοθετούν τον εργασιακό μεσαίωνα, τον οικονομικό στραγγαλισμό και την απαγόρευση της συλλογικής συνδικαλιστικής δράσης.

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο επιχειρούν να απαγορεύσουν και τον τριήμερο εορτασμό του Πολυτεχνείου.

Να μην τους αφήσουμε! Αυτό το νομοσχέδιο δεν πρέπει να περάσει, πρέπει να μείνει στα χαρτιά! Στις 26 Νοέμβρη πρέπει να διασφαλιστεί η μαζική συμμετοχή στην απεργία, να δοθεί η μάχη σε κάθε σωματείο ώστε να πειστεί κάθε εργαζόμενος για την αναγκαιότητα της πάλης ενάντια σε αυτό το αντιδραστικό, κατάπτυστο νομοσχέδιο.