Η μεγαλύτερη συνδικαλιστική συνομοσπονδία της Πορτογαλίας, CGTP (Confederação Geral dos Trabalhadores Portugueses), ανακοίνωσε το Σάββατο 8 Νοεμβρίου τη διεξαγωγή γενικής απεργίας στις 11 Δεκεμβρίου μετά τη μαζική κινητοποίηση στην πρωτεύουσα Λισαβόνα ενάντια στη σαρωτική νεοφιλελεύθερη αναθεώρηση του εργατικού δικαίου που προωθεί η κεντροδεξιά κυβέρνηση μειοψηφίας με σύμμαχο την άκρα δεξιά.

Ο πρωθυπουργός Λουίς Μοντενέγκρο δήλωσε ότι η μεταρρύθμιση, που θα αναθεωρήσει πάνω από 100 άρθρα του εργατικού δικαίου, έχει σκοπό να αυξηθεί η παραγωγικότητα και η ευελιξία στην αγορά εργασίας.
Περίπου 100.000 διαδηλωτές έκαναν πορεία το Σάββατο σε δρόμους της πορτογαλικής πρωτεύουσας και κατέκλυσαν την κεντρική της λεωφόρο φωνάζοντας «όχι στο σχέδιο μεταρρύθμισης του εργατικού δικαίου» και καλώντας την κυβέρνηση να ανακαλέσει την απόφαση.
Η CGTP αναφέρει ότι η μεταρρύθμιση που παρουσίασε η κυβέρνηση, εάν εφαρμοστεί, θα αποτελέσει ένα τεράστιο πισωγύρισμα για τα δικαιώματα των εργαζομένων. «Το περιεχόμενό του όχι μόνο δεν αντιμετωπίζει τα προβλήματα που ήδη υπάρχουν στην εργατική νομοθεσία, με κανόνες που βλάπτουν τους εργαζόμενους και τα δικαιώματά τους και που πρέπει να καταργηθούν, αλλά τα επιδεινώνει επίσης. Είναι μια ολοκληρωμένη απάντηση στις απαιτήσεις του κεφαλαίου, τις οποίες οι εργοδότες χειροκροτούν. Αυτή η συντονισμένη επίθεση σε ένα ευρύ φάσμα δικαιωμάτων περιέχει προτάσεις που στοχεύουν στη διαιώνιση και επιδείνωση των χαμηλών μισθών, στην εντατικοποίηση της απορρύθμισης του ωραρίου εργασίας, στον πολλαπλασιασμό των λόγων και στην παράταση των περιόδων επισφαλούς απασχόλησης, στην περαιτέρω διευκόλυνση των απολύσεων και στον περιορισμό της υπεράσπισης και της επαναπρόσληψης των εργαζομένων, επιδιώκοντας την επιβολή απόλυσης χωρίς βάσιμο λόγο. Επίσης, επιτίθεται στα δικαιώματα μητρότητας και πατρότητας, προωθεί τη λήξη/καταστροφή των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, αμφισβητεί την αρχή της ευνοϊκότερης μεταχείρισης σε περισσότερα θέματα, επιτίθεται στην ελευθερία των συνδικάτων και στο δικαίωμα στην απεργία, επιβάλλοντας περιορισμούς που βλάπτουν βαθιά αυτά τα θεμελιώδη δικαιώματα. Αυτές οι προτάσεις αντιβαίνουν σε ό,τι είναι απαραίτητο και απαιτούμενο για τους εργαζόμενους και για τη χώρα».

Η τρέχουσα στρατηγική, όπως αναφέρει η συνομοσπονδία, επιδιώκει να αποδυναμώσει τα εργασιακά δικαιώματα καθώς και το δικαίωμα στην υγεία, την εκπαίδευση, την κοινωνική προστασία, τη στέγαση, μεταξύ άλλων. Αυτές οι επιλογές, επιπλέον, διευκρινίζονται στον προτεινόμενο Κρατικό Προϋπολογισμό για το 2026, ο οποίος, εάν εγκριθεί, θα αποτελέσει ένα ακόμη μέσο για την υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών.
Το σχέδιο μεταρρύθμισης είναι «μια από τις μεγαλύτερες επιθέσεις που εξαπολύθηκαν ποτέ εναντίον των εργαζομένων» στην Πορτογαλία, τόνισε ο γενικός γραμματέας της CGTP, Τιάγκου Ολιβέιρα, κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης στη Λισαβόνα.

Η Πορτογαλία των 10,6 εκατομμυρίων ανθρώπων είναι μία από τις φτωχότερες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, με τα επίσημα στοιχεία να δείχνουν ότι πάνω από το 50% των εργαζομένων αμείβεται με λιγότερα από 1.000 ευρώ το μήνα (2024). Ο κατώτατος μισθός είναι 870 ευρώ, από τους χαμηλότερος στην ΕΕ. Οι διαδηλωτές κρατούσαν πλακάτ ζητώντας να φτάσει στα 1.050 ευρώ το 2026.
Ο Μοντενέγκρο επιδιώκει να εξασφαλίσει την υιοθέτηση της μεταρρύθμισης από το κοινοβούλιο με τις ψήφους της κεντροδεξιάς Δημοκρατικής Συμμαχίας του και του κόμματος της άκρας δεξιάς Σέγκα (Αρκετά), της παράταξης της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Η πάλη θα διεξαχθεί στους δρόμους, ενάντια στους εκλογικούς συσχετισμούς.

Στις πρόωρες βουλευτικές εκλογές που είχαν διεξαχθεί στις 19 Μαΐου του 2025 προέκυψε δεκακομματική βουλή με την κεντροδεξιά Δημοκρατική Συμμαχία (AD) στην εξουσία (από το 2024) και την ενίσχυση της θέσης του πρωθυπουργού και ηγέτη του PSD, Λουίς Μοντενέγκρο. Ο κεντροδεξιός συνασπισμός επικράτησε με το 31,79% των ψήφων και 91 έδρες. Το ακροδεξιό κόμμα Chega («Αρκετά») έγινε δεύτερη πολιτική δύναμη, λαμβάνοντας το 22,76% των ψήφων και 60 έδρες. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα PS ήρθε τρίτο με 22,83%, χάνοντας σχεδόν το 5% της δύναμής του από το 2024, κάτι που μεταφράζεται σε μόνο 58 κοινοβουλευτικές έδρες, δηλαδή απώλεια 20 εδρών.
Στις δημοτικές εκλογές που έγιναν στις 13 Οκτωβρίου 2025, το κεντροδεξιό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (PSD) του Μοντενέγκρο, μόνο του ή σε συνασπισμό, εξέλεξε 136 δημάρχους σε σύνολο 308, έναντι 126 για το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PS), το οποίο ήταν ο νικητής των προηγούμενων τοπικών εκλογών το 2021. Η άκρα δεξιά κέρδισε τους πρώτους τρεις δήμους στην ιστορία της.