Όπως τότε έτσι και τώρα...

Οι παροχές “εξυπηρετήσεων” στις ΗΠΑ αποτελεί διαχρονικά μια σταθερή γραμμή της εξωτερικής πολιτικής που ασκούν οι κυβερνήσεις της εγχώριας μεγαλοαστικής τάξης. Η περιβόητη “συμμαχία” με τις ΗΠΑ έχει οικοδομηθεί και οικοδομείται ως μια αλυσίδα πολιτικών, οικονομικών και στρατιωτικών “συνεργασιών” που έχει διαμορφώσει ένα πυκνό πλέγμα εξάρτησης της χώρας μας από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Περιέχει διαδοχικές ληστρικές οικονομικές συμφωνίες σε βάρος της Ελλάδας και εκχωρήσεις εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στις ΗΠΑ, όπως η παραχώρηση σημείων της ελληνικής επικράτειας στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις της (αμερικάνικες βάσεις κλπ).

Με αυτό το βαρύ αντάλλαγμα της ξένης εξάρτησης, η ντόπια μεγαλοαστική τάξη έχει πλέξει και προσπαθεί να πλέξει μια ασπίδα της, απέναντι σε ό,τι θεωρεί εξωτερική ή εσωτερική απειλή για τα συμφέροντά της. Σε αυτό αναζητά πάντα “προστασία” -με μοιραίες συνέπειες για τη χώρα κατά περιόδους- ειδικά όταν δέχεται ισχυρές πιέσεις, όπως αυτές που δημιουργεί η ένταση με την Τουρκία, το δυνάμωμα της τελευταίας και η κλιμάκωση των ενεργειών της σε βάρος εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας.

Σαν συνέπεια των τελευταίων, η “καταφυγή” και πάλι στην αμερικάνικη “προστασία” διαπέρασε την ελληνική εξωτερική πολιτική και με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ αλλά και τώρα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της ημερήσιας διάταξης της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης της ΝΔ. Έχει αποτυπωθεί έντονα στη συμφωνία για το “Στρατηγικό Διάλογο Ελλάδας-ΗΠΑ” που ξεκίνησε το 2018 και στην ανανέωση της Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας ΗΠΑ-Ελλάδας, μέσα από τις οποίες ενισχύθηκαν η πρόσδεση της Ελλάδας στην αμερικανική πολιτική και οι στρατιωτικές “διευκολύνσεις” και συνεργασίες της με τις ΗΠΑ στην περιοχή.

Με αυτόν τον τρόπο ελπίζει η ντόπια μεγαλοαστική τάξη να “αντιρροπήσει” την πίεση της Τουρκίας και γι’ αυτό με την κυβέρνηση του Τραμπ υπέγραψε τις παραπάνω συμφωνίες υποτέλειας αλλά και ώθησε παραπέρα τις αμερικανόπνευστες συνεργασίες της με το Ισραήλ και την Αίγυπτο. Τα επιτελεία του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών και της ελληνικής κυβέρνησης κάνουν τώρα τους λογαριασμούς τους για το πώς θα συνεχίσουν αυτήν την πολιτική μετά την ανάληψη της ηγεσίας των ΗΠΑ από τον Μπάιντεν. Και οι σκέψεις τους ήδη διαχέονται και δημόσια, μέσα από άρθρα μεγάλων αστικών μέσων ενημέρωσης που γράφουν πως “το ερώτημα που απασχολεί κορυφαίους κυβερνητικούς και διπλωματικούς κύκλους των Αθηνών μετά την ανάληψη των καθηκόντων από τη νέα αμερικανική κυβέρνηση υπό τον πρόεδρο Τζο Μπάιντεν” είναι αν η Ελλάδα “μπορεί να αποτελέσει γεωπολιτικό αντίβαρο έναντι της Τουρκίας στους σχεδιασμούς των Ηνωμένων Πολιτειών”. Στις σκέψεις τους διατυπώνεται ευκρινώς η ανησυχία ότι “η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να βλέπει την Ελλάδα και την Τουρκία ως συγκοινωνούντα δοχεία σε αυτό που παραδοσιακά ονομάζεται «νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ» και ότι “η οπτική αυτή αναμφίβολα θα βαρύνει στη διαμόρφωση της νέας αμερικανικής στρατηγικής για την περιοχή άμεσου γεωστρατηγικού ενδιαφέροντος της Ελλάδος”.

Ανησυχία που εντείνεται ακόμα περισσότερο γιατί διακρίνουν στο Δημοκρατικό κόμμα και στην κυβέρνηση των ΗΠΑ ότι είναι “ευρύτατα διαδεδομένη” η άποψη πως “η Δύση και οι ΗΠΑ δεν έχουν την πολυτέλεια «να χάσουν την Τουρκία» καθώς εξακολουθεί, λόγω μεγέθους, να αποτελεί “αναντικατάστατο εταίρο” ενώ υπάρχουν και “λιγότεροι” που “πιστεύουν, αγνοώντας τις εξελίξεις των τελευταίων δύο ετών, ότι η Άγκυρα θα μπορούσε να αναλάβει ακόμη και ρόλο περιφερειακού “υπεργολάβου” των αμερικανικών σχεδιασμών στην περιοχή, αναλόγως της έκτασης της αναπροσαρμογής της αμερικανικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Μεσόγειο”.

Κάνοντας αυτές τις διαγνώσεις τα εγχώρια επιτελεία της κυβέρνησης και του υπουργείου Εξωτερικών και φοβούμενα ότι η αμερικάνικη πολιτική μπορεί να κινηθεί προς διευθετήσεις που θα πιέζουν εντονότερα την Ελλάδα για να παζαρέψει εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα, προσανατολίζονται στην προετοιμασία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής για να πλειοδοτήσει σε παροχές διευκολύνσεων και παροχών της Ελλάδας προς τις ΗΠΑ, ώστε οι τελευταίες να την κρατήσουν σε μια θέση “γεωπολιτικού βοηθού” τους στους σχεδιασμούς τους στην περιοχή, που θα λειτουργεί -πιστεύουν- ως “αντίβαρο” στην πίεση της Τουρκίας. Και η πολιτική συνταγή που επεξεργάζονται είναι η διαμόρφωση ενός σχεδίου ενεργειών το οποίο -όπως γράφτηκε- “θα «κουμπώνει» στα σχέδια των ΗΠΑ, καθώς η Ουάσιγκτον αναζητεί έναν επαναπροσανατολισμό των σχέσεών της με την Άγκυρα”. Ένα σχέδιο με το οποίο“η Αθήνα να μπορεί να πείσει την αμερικανική πλευρά ότι συνιστά έναν «παίκτη» επιπέδου Πολωνίας, Ινδίας, Αιγύπτου, ακόμη και Ισραήλ, ένα κομβικό κράτος για την αμερικανική στρατηγική -σε μία περίοδο αυξανόμενης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης με την Κίνα σε όλα τα επίπεδα”.

Και πώς σχεδιάζει να “κουμπώσει” με τα σχέδια των ΗΠΑ την εξωτερική πολιτική της η κυβέρνηση της ΝΔ; Με το να της προσφέρει ένα ελκυστικό για τις ΗΠΑ πακέτο προτάσεων συνεργασίας που περιέχει:

-Νέα αναθεώρηση της Συμφωνίας Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας για την οποία η αμερικανική πλευρά ζητεί να έχει ευρύτερη χρονική διάρκεια (να μην ανανεώνεται ετησίως) και την προσθήκη νέων τοποθεσιών της Ελλάδας (υπάρχει αμερικάνικη πρόταση για 20 νέες τοποθεσίες, όπου συμπεριλαμβάνονται και ελληνικά νησιά), στις οποίες θα μπορούν να σταθμεύουν αμερικανικές δυνάμεις.

-Αγορά αμερικάνικων φρεγατών για το ελληνικό ναυτικό, η οποία συνδυάζεται με την αγορά των ναυπηγείων Ελευσίνας από αμερικάνικη εταιρεία.

-Αγορά αμερικάνικων αεροσκαφών F-35­, 5ης γενιάς.

Πρόκειται για προτάσεις-στοιχεία μιας πολιτικής που με αντάλλαγμα την εκποίηση της εθνικής κυριαρχίας της Ελλάδας στις ΗΠΑ και τη μετατροπή της Ελλάδας σε στρατιωτικό προγεφύρωμα και σε πελάτη των εξοπλισμών των ΗΠΑ επιδιώκει “αγορά” αμερικάνικης “προστασίας”.

Με την ενίσχυση της πολιτικοοικονομικής και στρατιωτικής επικυριαρχίας των ΗΠΑ στη χώρα μας και κάνοντας την Ελλάδα ακόμα πιο πρόθυμο εργαλείο της διεθνούς επιθετικής πολιτικής των ΗΠΑ, η κυβέρνηση της ΝΔ υπολογίζει να έχει “πλάτη” για να αντεπεξέλθει στην πίεση της Τουρκίας.

Αλλά αυτή η πολιτική ιμπεριαλιστικής καθυπόταξης της χώρας που εγκλωβίζει τα εθνικά ζητήματά της στα δίκτυα της πολιτικής των ΗΠΑ στην περιοχή, όπως έχει φανεί επανειλημμένα και στο παρελθόν, δεν οδηγεί παρά σε αδιέξοδα που αφήνουν πίσω τους εθνικές ζημιές, καταχρέωση του ελληνικού κράτους, βαριά χαράτσια για τον καθημαγμένο ελληνικό λαό και μια Ελλάδα πιο βαθιά εξαρτημένη.