Το νέο κύμα αντιλαϊκών μέτρων και οι κοινωνικές αντιδράσεις
Σε μία παρατεταμένη περίοδο που χαρακτηρίζεται από γεωπολιτικές και οικονομικές ανακατατάξεις στις οποίες εμπλέκονται οι μεγάλες οικονομικές και στρατιωτικές δυνάμεις του πλανήτη και οξύνεται ο ενδοϊμπεριαλιστικός ανταγωνισμός, βαθαίνει και γιγαντώνεται η κρίση στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες κυρίως της Δύσης. Οι ΗΠΑ και η Ευρώπη (κυρίως Γαλλία, Γερμανία, Βρετανία, Ιταλία) έχουν βυθιστεί σε μία οικονομική κρίση που εκτοξεύει το εξωτερικό τους χρέος και σημαίνει «συναγερμό» στις μεγάλες Τράπεζες.
Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα, βουβή αλλά άκρως επικίνδυνη απειλή: τη ραγδαία διόγκωση του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους. Μετά από μια περίοδο «φθηνού χρήματος» και αρνητικών επιτοκίων, οι διεθνείς αγορές προσγειώνονται απότομα σε μια νέα πραγματικότητα. Τι οδήγησε τη διεθνή οικονομία σε αυτό το σημείο, ποιες χώρες βρίσκονται στο «κόκκινο» και με ποιον τρόπο οι μακροοικονομικοί δείκτες μεταφράζονται σε καθημερινές πιέσεις για τον προϋπολογισμό κάθε λαϊκού νοικοκυριού;
Η λέξη «κρίση» δεν μας είναι άγνωστη. Ωστόσο, η σημερινή κρίση χρέους δεν μοιάζει με καμία από τις προηγούμενες. Δεν πρόκειται απλώς για την κατάρρευση ενός τραπεζικού κολοσσού, όπως το 2008, ούτε για ένα εντοπισμένο πρόβλημα της Ευρωζώνης, όπως η ελληνική κρίση του 2010. Σήμερα, το πρόβλημα είναι βαθύτερο και αφορά τόσο τις αναπτυγμένες όσο και τις αναπτυσσόμενες καπιταλιστικές οικονομίες. Σύμφωνα με τα στοιχεία διεθνών οικονομικών οργανισμών, το συνολικό παγκόσμιο χρέος (δημόσιο και ιδιωτικό) έχει ξεπεράσει κάθε ιστορικό προηγούμενο, φτάνοντας τα 365 τρισεκατομμύρια δολάρια, μετά από αύξηση περίπου 10 τρισ. δολαρίων στο πρώτο εξάμηνο του 2026. Τα ποσά που δαπανώνται μόνο για την πληρωμή τόκων έχουν φτάσει σε τεράστιες κλίμακες περίπου 2 τρισ. δολάρια ετησίως.
Όταν ο πληθωρισμός άρχισε να καλπάζει, απειλώντας τη σταθερότητα των οικονομιών, οι Κεντρικές Τράπεζες (με πρώτη την Federal Reserve των ΗΠΑ και στη συνέχεια την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) χρησιμοποίησαν το μοναδικό αποτελεσματικό «όπλο» που διέθεταν: την αύξηση των επιτοκίων. Η λογική ήταν απλή: αυξάνουμε το κόστος του χρήματος, μειώνουμε τη ζήτηση, πέφτουν οι τιμές. Ωστόσο, αυτή η κίνηση είχε μια σοβαρή παράπλευρη απώλεια. Τα ομόλογα και τα δάνεια με τα οποία χρηματοδοτούνται τα κράτη έγιναν ξαφνικά πανάκριβα. Χώρες που ανακύκλωναν το χρέος τους με επιτόκιο 1% βρέθηκαν ξαφνικά να δανείζονται με 4% ή 5%. Μεγάλο μέρος του υφιστάμενου χρέους εξακολουθεί μάλιστα να φέρει χαμηλά επιτόκια, συνεπώς το πλήρες κόστος δεν έχει ακόμη εμφανιστεί και το πρόβλημα κάθε άλλο παρά προσωρινό είναι.
Η κρίση δεν πλήττει όλους με τον ίδιο τρόπο. Εκτός από τις μεγάλες οικονομικά χώρες, πλήττονται και οι πιο φτωχές χώρες που είναι και οι περισσότερες. Πρόκειται για το πιο ευάλωτο κομμάτι. Χώρες στην Αφρική, τη Λατινική Αμερική και την Ασία, που έχουν δανειστεί σε ξένο νόμισμα, κυρίως δολάρια, βλέπουν το κόστος εξυπηρέτησης να γίνεται μη βιώσιμο. Όταν το τοπικό τους νόμισμα υποτιμάται και το δολάριο ακριβαίνει, η αποπληρωμή των δόσεων γίνεται αδύνατη, οδηγώντας σε στάσεις πληρωμών και προσφυγή στο ΔΝΤ. Αυτό βαθαίνει την εξάρτησή τους από τις καπιταλιστικές μητροπόλεις με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους λαούς τους.
Το αμερικανικό δημόσιο χρέος έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο φτάνοντας πάνω από 40 τρισ. δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί σε περισσότερο από 120% του ΑΕΠ, αγγίζοντας επίπεδα που προκαλούν ανησυχία στους αναλυτές της Wall Street. Αν και οι ΗΠΑ έχουν το προνόμιο να τυπώνουν το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα (δολάριο), το κόστος των τόκων που πληρώνει το αμερικανικό κράτος κάθε χρόνο ξεπερνά πλέον τις αμυντικές δαπάνες της χώρας.
Στην Ιαπωνία, το δημόσιο χρέος υπερβαίνει το διπλάσιο του ΑΕΠ, ενώ το γεν παραμένει αδύναμο και οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων έχουν φθάσει στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 30 ετών. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έχει προειδοποιήσει ότι το παγκόσμιο χρέος πλησιάζει σε επίπεδα που έχουν να καταγραφούν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και αναμένεται να ξεπεράσει το 100% του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Το φαινόμενο αυτό επιδεινώνεται στην Ευρώπη, λόγω των επιπτώσεων βασικά στον τομέα της ενέργειας από τους πολέμους στην Ουκρανία και πρόσφατα στο Ιράν, και αφορά πλέον όλες τις χώρες, όπως και τη δική μας. Όπως και στο παρελθόν, έτσι και τώρα τα βάρη αυτής της κρίσης φορτώνονται στις τσέπες των λαϊκών στρωμάτων. Τα αστικά οικονομικά κέντρα προετοιμάζουν επώδυνα αντιλαϊκά μέτρα που θα θεσμοθετηθούν στους επικείμενους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Οι εξελίξεις αυτές έχουν ήδη πυροδοτήσει λαϊκές αντιδράσεις και μαζικές κινητοποιήσεις σε χώρες όπως Γαλλία, Ισπανία, Βέλγιο, Βρετανία, Γερμανία. Καθώς μαθητές, φοιτητές και εργαζόμενοι κλιμακώνουν τις κινητοποιήσεις σε ολόκληρη τη Γαλλία, η δημοσιονομική κατάσταση της χώρας προκαλεί ολοένα μεγαλύτερη αναταραχή στις αγορές και στις Βρυξέλες. Οι αποδόσεις των γαλλικών ομολόγων πλησιάζουν το 5%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2002, ενώ το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους αναμένεται να ξεπεράσει τα 90 δισ. ευρώ. Το γαλλικό δημόσιο χρέος πλησιάζει το 120% του ΑΕΠ, ενώ ο στόχος για το δημοσιονομικό έλλειμμα το 2027 προβλέπει τη μείωσή του στο 5%. Η προσπάθεια επίτευξης του στόχου γίνεται δυσκολότερη όσο αυξάνεται το κόστος δανεισμού και μεγαλώνει το ποσό που απαιτείται για την εξυπηρέτηση των υφιστάμενων υποχρεώσεων. Σύμφωνα με τις προβλέψεις, οι ετήσιες πληρωμές τόκων ενδέχεται να ξεπεράσουν τα 90 δισ. ευρώ, υπερβαίνοντας τις προβλεπόμενες δαπάνες για την άμυνα ή την εκπαίδευση.

Η κυβέρνηση Λεκορνί βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με ένα διπλό μέτωπο: πρέπει να περιορίσει το δημοσιονομικό έλλειμμα και να πείσει ότι μπορεί να ελέγξει την πορεία του χρέους, χωρίς να εντείνει την κοινωνική δυσαρέσκεια και την πολιτική αστάθεια ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027. Οι πιέσεις αποκτούν ευρύτερη ευρωπαϊκή διάσταση, καθώς μια επιδείνωση της κατάστασης στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης θα μπορούσε να αναζωπυρώσει τους φόβους για επέκταση της κρίσης χρέους και των λαϊκών αντιδράσεων.
Η δημοσιονομική πίεση έρχεται να προστεθεί σε ένα ήδη τεταμένο κοινωνικό περιβάλλον. Οι μαθητικές κινητοποιήσεις επικεντρώνονται σε αιτήματα για προσλήψεις εκπαιδευτικών και ανακαινίσεις σχολικών μονάδων, με τους διαδηλωτές να υποστηρίζουν ότι οι σχετικές υπηρεσίες είναι ήδη ανεπαρκώς χρηματοδοτημένες. Η προσπάθεια της κυβέρνησης να συγκρατήσει τις δαπάνες συγκρούεται έτσι με τις απαιτήσεις για περισσότερους πόρους στην εκπαίδευση και σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες. Η κοινωνική ένταση αποκτά πρόσθετη πολιτική βαρύτητα ενόψει των εκλογών του 2027. Η Μαρίν Λεπέν έχει παρουσιάσει εναλλακτικό προϋπολογισμό που προβλέπει περικοπές ύψους 125 δισ. ευρώ σε βάθος πενταετίας, στο πλαίσιο της δέσμευσής της για μείωση του ελλείμματος. Από την άλλη πλευρά, ο Ζαν-Λικ Μελανσόν έχει προτείνει τη διαγραφή μέρους του δημόσιου χρέους.
Όλα τα παραπάνω έρχεται να επιβεβαιώσει η ετήσια έκθεση του ΔΝΤ για τις παγκόσμιες οικονομικές προοπτικές που εστιάζει στους κινδύνους που απειλούν την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία. Η συνέχιση του πολέμου στη Μέση Ανατολή και οι υψηλές τιμές της ενέργειας, η διόγκωση του δημόσιου χρέους και οι αβεβαιότητες γύρω από τις επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη συνθέτουν ένα περιβάλλον αυξημένων κινδύνων, με τις δυνατότητες των κυβερνήσεων να απορροφούν νέα πλήγματα να περιορίζονται. «Η παγκόσμια οικονομία έχει επιδείξει ανθεκτικότητα, αλλά αυτή η ανθεκτικότητα φτάνει στα όριά της, γι’ αυτό πρέπει να περάσουμε από την απλή αντιμετώπιση των κρίσεων στην ανασυγκρότηση», δήλωσε η επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, Σιλβάνα Τενρέιρο, σε συνέντευξη Τύπου. «Πρέπει να αποκαταστήσουμε τα δημοσιονομικά περιθώρια. Πρέπει να ανασυγκροτήσουμε την ανθεκτικότητα της πλευράς της προσφοράς».
Σύμφωνα με το ΔΝΤ, ένας ακόμη κίνδυνος αφορά τα αυξημένα δημόσια χρέη και τα δημοσιονομικά ελλείμματα. Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι η άνοδος του κόστους δανεισμού και οι πιέσεις στις αγορές κρατικών ομολόγων μπορούν να περιορίσουν ακόμη περισσότερο τα δημοσιονομικά περιθώρια. Γι’ αυτό ζητά «αξιόπιστα μεσοπρόθεσμα σχέδια δημοσιονομικής προσαρμογής, με στόχο την ανασυγκρότηση των αποθεμάτων ασφαλείας απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις», δηλαδή νέα ολομέτωπη επίθεση στους λαούς.
Παράλληλα, ανησυχία προκαλεί η έκρηξη των επενδύσεων στην Τεχνητή Νοημοσύνη. Το ΔΝΤ αναγνωρίζει ότι αυτές στηρίζουν σήμερα την οικονομική δραστηριότητα, επισημαίνει όμως ότι η μελλοντική κερδοφορία τους παραμένει αβέβαιη, σημειώνοντας πως ενδεχόμενη αναθεώρηση των προσδοκιών θα μπορούσε να προκαλέσει απότομη διόρθωση στις χρηματαγορές, με επιπτώσεις στις επενδύσεις και στην ευρύτερη οικονομία. Περιγράφει δηλαδή το πρόβλημα υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου που βρίσκεται «στο DNA» του καπιταλιστικού συστήματος και οδηγεί σε μια νέα καπιταλιστική κρίση. Σύμφωνα με το Ταμείο, μόλις 32 οικονομίες αναμένεται πλέον να αντιπροσωπεύουν το 95% της παγκόσμιας ανάπτυξης, έναντι 54 στις εκτιμήσεις του περασμένου Απρίλη.
Οι εξελίξεις αυτές δεν αφορούν μόνο τις τράπεζες και τα κρατικά ταμεία. Η κρίση χρέους δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα τεχνικό ζήτημα που αφορά μόνο τους τραπεζίτες και τους υπουργούς Οικονομικών. Στην πραγματικότητα, οι επιπτώσεις της φτάνουν πολύ γρήγορα στον οικογενειακό προϋπολογισμό κάθε σπιτιού. Αυτό το γνωρίζουμε στην Ελλάδα «από πρώτο χέρι» αφού εδώ και 15 χρόνια ζούμε με τις επιπτώσεις της. Αυτό σημαίνει μείωση μισθών και συντάξεων, ανεργία, φορολογία, λιγότερα κονδύλια για τα δημόσια νοσοκομεία, υποβάθμιση της παιδείας, καθυστερήσεις σε έργα υποδομής, πάγωμα των κοινωνικών επιδομάτων κλπ.
Συμπερασματικά, η σημερινή κρίση χρέους δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός, ούτε μια κακή συγκυρία. Είναι το νομοτελειακό αποτέλεσμα ενός νεοφιλελεύθερου καπιταλιστικού οικονομικού μοντέλου που εφαρμόζεται πλέον σε παγκόσμια κλίμακα και που έχει εκτοξεύσει την ιδιωτική επιχειρηματική κερδοφορία σε βάρος του ήδη παραλυμένου και ουσιαστικά ανύπαρκτου κοινωνικού τομέα των οικονομιών. Το βάρβαρο αυτό πρόσωπο του μοντέλου της ακραίας εκμετάλλευσης του κόσμου της εργασίας, οξύνει τις αντιθέσεις και οδηγεί αναγκαστικά τους λαούς στο δρόμο της αντίστασης.











