Καταιγιστικές είναι οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών στη μεθόριο Συρίας – Τουρκίας, αλλά και ευρύτερα στη Μέση Ανατολή, με επίκεντρο την επιχείρηση του τουρκικού στρατού «Πηγή Ειρήνης» και την αμερικανο-τουρκική συμφωνία για πενθήμερη «εκεχειρία» καθώς και την ρωσο-τουρκική συμφωνία. Το διπλωματικό παζάρι της Τουρκίας με τις δύο βασικές ανταγωνιζόμενες δυνάμεις ΗΠΑ και Ρωσία, τόσο στη Συρία όσο και στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου, με τον τουρκικό στρατό να έχει εισβάλει στη Συρία, οδηγεί σε συμφωνίες ερήμην της Συρίας και των άλλων χωρών, στραπατσάρει κάθε έννοια ανεξαρτησίας και κυριαρχίας θυμίζοντας πρακτικές αποικιοκρατίας. Με υποκριτικό ενδιαφέρον για την εδαφική ακεραιότητα της Συρίας και το μέλλον των Κούρδων, εισβάλλουν, κατέχουν, κομματιάζουν και διαμοιράζουν εδάφη μιας πολύπαθης χώρας, στήνουν δήθεν ζώνες ασφαλείας, και όλα αυτά στο όνομα της καταπολέμησης της “τρομοκρατίας” και οργανώσεων τύπου ISSIS που οι ίδιοι δημιούργησαν και εξόπλισαν.

Η αμερικανο-τουρκική συμφωνία

Παρά τις θριαμβολογίες, κυρίως από την πλευρά των ΗΠΑ, ότι πέτυχαν μια καλή συμφωνία που βάζει τάχα τέλος στο αιματοκύλισμα των λαών της περιοχής, η αλήθεια είναι τελείως διαφορετική.
Η αμερικανο-τουρκική συμφωνία σηματοδοτεί την έναρξη ενός νέου κύκλου αντιπαραθέσεων και ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και με βεβαιότητα περιέχει το σπέρμα μιας μελλοντικής νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης στην περιοχή, όπως έγινε άλλωστε και με τις προηγούμενες δύο πολεμικές επιχειρήσεις της Τουρκίας στο εσωτερικό της Συρίας.
Στο διευρυμένο παζάρι που είναι σε εξέλιξη και αφορά μοιρασιά αγορών, πλουτοπαραγωγικών πηγών και σφαιρών επιρροής στη βόρεια Συρία, είναι ενδεικτικές οι κινήσεις των ΗΠΑ, που δηλώνουν αποφασισμένες να διατηρήσουν έναν ισχυρό πυρήνα στρατιωτικής δύναμης σε πετρελαιοπηγές της ανατολικής Συρίας. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα των αντεγκλήσεων και των ανταγωνισμών, προκάλεσε αίσθηση η δήλωση του ΥΠΕΞ των ΗΠΑ, Πομπέο, ότι ο Τραμπ είναι «πλήρως προετοιμασμένος» για να αναλάβει στρατιωτική δράση εναντίον της Τουρκίας, αν προκύψει ανάγκη. «Προτιμούμε την ειρήνη από τον πόλεμο» δήλωσε συγκεκριμένα ο Πομπέο, για να προσθέσει: «Ωστόσο, σε περίπτωση που απαιτείται κινητική δράση ή στρατιωτική δράση, θα πρέπει να γνωρίζετε ότι ο πρόεδρος Τραμπ είναι πλήρως προετοιμασμένος να αναλάβει αυτή τη δράση». Ο ίδιος δεν διευκρίνησε βέβαια ποια είναι η «κόκκινη γραμμή» που θα οδηγούσε σε στρατιωτική δράση εναντίον της Αγκυρας και πρόσθεσε ότι η Ουάσιγκτον θα χρησιμοποιήσει «οικονομικές και διπλωματικές δυνάμεις», προτού στραφεί σε στρατιωτική δράση.
Οι αντιδράσεις από τη μεριά των Κούρδων των «Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων» (SDF) ήταν διφορούμενες και όχι ενιαίες. Ο διοικητής Μαζλούμ Αμπντί ήταν ο πρώτος που την επικρότησε, δηλώνοντας πως θα κάνει ό,τι μπορεί για να πετύχει η συμφωνία «εκεχειρίας». Ωστόσο, άλλο ανώτερο στέλεχος των Κούρδων, η Ραζάν Χίμπο, απέρριψε τη συμφωνία, δηλώνοντας ότι οι Κούρδοι θα αρνηθούν να ζήσουν υπό τουρκική κατοχή και θα αντισταθούν.
Ενδεικτικό εξάλλου του δαιδαλώδους παζαριού ανάμεσα σε όλους τους παίκτες της περιοχής, για το ρόλο τους την επόμενη μέρα, είναι πως αμέσως μετά τη συμφωνία της 17ης Οκτώβρη στην Αγκυρα, οι Πομπέο και Πενς πήγαν στο Ισραήλ, όπου συναντήθηκαν με τον Νετανιάχου, σε μία προσπάθεια να τον καθησυχάσουν για τις μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις των συμφωνηθέντων.
Ο Νετανιάχου, πρωθυπουργός της χώρας που δολοφονεί τον Παλαιστινιακό λαό και κατέχει εδάφη της Συρίας, ήταν από τους πρώτους που καταδίκασε την τουρκική επίθεση στη Β.Α. Συρία, «χύνοντας δάκρυα» για τους Κούρδους μαχητές, καθώς είχε επενδύσει πολλά σε βάρος των τουρκικών και συριακών γεωπολιτικών συμφερόντων μέσω της μελλοντικής δημιουργίας κουρδικού κρατιδίου. Οι Πομπέο και Νετανιάχου υποστήριξαν ότι συζήτησαν πώς θα αντιμετωπίσουν το Ιράν «και άλλες προκλήσεις στην περιοχή». Ωστόσο, στο Ισραήλ έχει σημάνει τελευταία «συναγερμός», καθώς δεν είναι λίγοι αυτοί που «ανησυχούν» για τη μετατόπιση του ενδιαφέροντος των Αμερικανών ιμπεριαλιστών από τη Μέση Ανατολή. Δεν είναι, από την άλλη, τυχαίο πως οι ρωσικές στρατιωτικές επιτυχίες στο συριακό έδαφος ανάγκασαν τον Νετανιάχου να έχει τακτικές συναντήσεις και με τον Πούτιν.

Η ρωσοτουρκική συμφωνία

Αλλο ένα κομμάτι στο πολύπλοκο ενδοϊμπεριαλιστικό παζάρι για την «επόμενη μέρα» της μοιρασιάς στη Συρία αποτελεί το «Μνημόνιο κατανόησης» στη Β.Α. Συρία, που αποφάσισαν μετά από τη σχεδόν 7ωρη συνάντησή τους στο Σότσι, οι Πούτιν, Ερντογάν. Αυτό προβλέπει την έναρξη κοινών περιπολιών Ρώσων και Τούρκων στρατιωτών σε μία «ζώνη ασφαλείας» σε βάθος 10 χλμ. μέσα στο συριακό έδαφος από την περιοχή που έχουν αναπτυχθεί οι Τούρκοι με τη λεγόμενη επιχείρηση «Πηγή Ειρήνης» και την απομάκρυνση των Κούρδων ενόπλων σε βάθος περίπου 32 χλμ. από τα τουρκο-συριακά σύνορα. Οι υπουργοί Εξωτερικών Λαβρόφ, και Τσαβούσογλου, εξειδικεύοντας τα βασικά σημεία της συμφωνίας, που προφανώς έχει ασάφειες, ανακοίνωσαν στους δημοσιογράφους πως ξεκινά μία νέα περίοδος «εκεχειρίας» 150 ωρών, στη διάρκεια της οποίας θα γίνει η απομάκρυνση ομάδων ένοπλων μαχητών των κουρδικών δυνάμεων YPG και στη συνέχεια η συριακή και η ρωσική στρατιωτική αστυνομία θα αναλάβουν την επιτήρηση της περιοχής.
Είναι προφανές ότι ο αντίκτυπος αυτής της συμφωνίας δεν περιορίζεται σε όσα ανακοινώθηκαν. Ρωσία και Τουρκία κατοχυρώνουν το μεταξύ τους πλαίσιο για την παρουσία τους στην Συρία, δημιουργώντας τετελεσμένα που κατοχυρώνουν ρόλους και ζώνες επιρροής και με την εκεί στρατιωτική τους παρουσία και συνεργασία. Βέβαια η Ρωσία δρά με όρους αναβαθμισμένης και κυρίαρχης δύναμης τουλάχιστον στην Συρία, χρησιμοποιώντας αναλόγως και τις επιδιώξεις της Άγκυρας, η οποία ωστόσο ακροβατεί επικίνδυνα. Μεχρι στιγμής η Τουρκία, παρότι της κόπηκε η φόρα που είχε πάρει με τα μεγαλεπήβολα πολεμικά σχέδια στη βόρεια Συρία, φαίνεται ότι κερδίζει μία περιορισμένη παρουσία σε ορισμένες περιοχές της βόρειας Συρίας, η οποία μετά την συμφωνία του Σότσι, περιορίζεται από 32 χιλιόμετρα σε 10 με την ρωσική παρουσία. Η ρευστότητα όμως της κατάστασης και το εύθραυστο των συμφωνιών δεν μπορούν να προσδιορίσουν το πώς θα εξελιχθούν οι συσχετισμοί τόσο στη Συρία, όσο και στη Μέση Ανατολή.

Η Γερμανική σφήνα

Πρόταση για «διεθνή ζώνη ασφαλείας» στη Βόρεια Συρία, αποκαλύπτοντας τη συζήτηση που υπάρχει στη Γερμανία για αποφασιστική εμπλοκή στη Συρία, έκανε η υπουργός Αμυνας Κραμπ – Καρενμπάουερ. Η Γερμανία θα πρέπει να αναπτύξει αυτήν την πρόταση μαζί με τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία, λαμβάνοντας υπόψη τη Ρωσία και την Τουρκία, είπε. «Προτείνω να δημιουργήσουμε μια διεθνώς ελεγχόμενη ζώνη ασφαλείας με την Τουρκία και τη Ρωσία», είπε, με στόχο «να συνεχιστεί στη Βόρεια Συρία ο αγώνας κατά της τρομοκρατίας, κατά του ISIS», αλλά και να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις, «με την ανοικοδόμηση» και τη «σταθεροποίηση της περιοχής», ώστε «να επιστρέψουν εκεί οικειοθελώς οι πρόσφυγες». Πρέπει επίσης «να εξασφαλιστεί ότι η Τουρκία δεν θα παραμείνει στη Βόρεια Συρία μόνιμα. Αυτή η κατάσταση δεν επιτρέπεται να παραταθεί» καθώς «αντιτίθεται στο διεθνές δίκαιο. Η Γερμανία έχει παραμείνει άφωνη για πολύ καιρό απέναντι στην τουρκική εισβολή στη Συρία», υπογράμμισε η Κραμπ – Καρενμπάουερ, εκτιμώντας ότι «χρειάζεται μια ισχυρή ευρωπαϊκή πρωτοβουλία» και ότι η πρόταση για «διεθνή ζώνη ασφαλείας» «θα ήταν μια ισχυρή πολιτική και διπλωματική απάντηση των Ευρωπαίων στο ΝΑΤΟ».

Οι εξελίξεις μετά τις συμφωνίες

Το εύθραυστο των συμφωνιών και ο σύνθετος χαρακτήρας των διπλωματικών παζαριών, εν μέσω πολεμικών επιχειρήσεων, αναδείχθηκε πριν στεγνώσει το μελάνι των συμφωνιών, με επέκταση των συγκρούσεων του τουρκικού στρατού και των μισθοφόρων του με τον συριακό στρατό, την ανάπτυξη ρωσικών δυνάμεων στην τουρκοσυριακή μεθόριο, και την επάνοδο και ενίσχυση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων, οι οποίες κατέλαβαν τις πετρελαιοπηγές στην βορειοανατολική Συρία.
Οι αμερικανικές κινήσεις που στέλνουν μηνύματα οτι οι ΗΠΑ είναι παρούσες στην Συρία, συνοδεύτηκαν και από ενέργειες που θέλουν να το τονίσουν αυτό, ιδιαίτερα προς την Τουρκία. Στην αυξημένη ένταση που χαρακτηρίζει το τελευταίο διάστημα τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, νέο «λάδι στη φωτιά» έριξε διακομματικό ψήφισμα της Βουλής των Αντιπροσώπων, που με 403 ψήφους υπέρ και μόλις 16 κατά, αναγνώρισε την γενοκτονία των Αρμενίων, εξοργίζοντας την Αγκυρα, και απαιτεί από τον Τραμπ να επιβάλει στην Τουρκία κυρώσεις και άλλους περιορισμούς.
Ταυτόχρονα η «εξουδετέρωση» (όπως ανακοινώθηκε) του αρχηγού του «Ισλαμικού Κράτους», Μπαγκντάντι, σε επιχείρηση Αμερικανών κομάντος στις 27 Οκτώβρη στο Ιντλίμπ της Βορειοανατολικής Συρίας, σε απόσταση μόλις 5 χλμ. από τα τουρκικά σύνορα, φαίνεται να αξιοποιείται από τις ΗΠΑ προκειμένου να ενισχύσουν την στρατιωτική παρουσία τους στην Συρία. Επαναφέρει εσπευσμένα τα αμερικανικά στρατεύματα σε περιοχή αυξημένου ενδιαφέροντος για τα μονοπώλια Ενέργειας των ΗΠΑ, όπως είναι οι πετρελαιοπηγές του Ντέιρ Εζόρ και παρακείμενων περιοχών της Β.Α. Συρίας.

Ο Τραμπ το είπε, άλλωστε, καθαρά και χωρίς περιστροφές: «Εμείς κρατάμε το πετρέλαιο! Είναι 45.000.000 δολάρια το μήνα. Κρατήσαμε το πετρέλαιο. Το εξασφαλίσαμε», είπε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι σχεδιάζεται το επόμενο διάστημα να μεταβεί στην περιοχή μία αμερικανική εταιρεία, τάχα για να «βοηθήσει» τους Κούρδους. Την αποστολή μηχανοκίνητων μονάδων του στρατού των ΗΠΑ στις πετρελαιοπηγές της Β.Α. Συρίας επιβεβαίωσε και ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας, Μαρκ Εσπερ. Όπως εξήγησε, “στρατεύματα των ΗΠΑ θα παραμείνουν εγκατεστημένα στην περιοχή αυτή στρατηγικής σημασίας για να απαγορεύσουν στο «Ισλαμικό Κράτος» την πρόσβαση σε αυτούς τους ζωτικούς πόρους». Και συμπλήρωσε: «Θα αντιδράσουμε με συντριπτική στρατιωτική ισχύ σε οποιαδήποτε οργάνωση απειλήσει την ασφάλεια των δυνάμεών μας», συμπεριλαμβάνοντας σε αυτές δυνάμεις των στρατών Ρωσίας και Συρίας. Πρόκειται για σοβαρή εξέλιξη αφού οι αμερικανικές κινήσεις και δηλώσεις ισοδυναμούν με στρατιωτική κατάληψη και κατοχή συριακών εδαφών και πλουτοπαραγωγικών πηγών.

Παζάρια στην έδρα του ΟΗΕ

Εν τω μεταξύ, σκληρά παζάρια με το βλέμμα στην «επόμενη μέρα» στη Συρία ξεκινούν στην έδρα του ΟΗΕ στη Γενεύη τα 150 μέλη της Συριακής Συνταγματικής Επιτροπής, με φόντο τις κόντρες των ιμπεριαλιστών για ξαναμοίρασμα της «πίτας» στην ευρύτερη περιοχή, έπειτα από οκτώ χρόνια καταστροφικών συγκρούσεων. Οι διαπραγματεύσεις στη Γενεύη, που ξεκινούν χωρίς συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, με στόχο την τροποποίηση ή και το ξαναγράψιμο του συριακού Συντάγματος, δρομολογούνται παράλληλα με τις προσπάθειες των ΗΠΑ να ενισχύσουν τα στρατεύματά τους σε πετρελαιοπηγές της Β.Α. Συρίας, το σχέδιο του τουρκικού στρατού για τη δημιουργία της λεγόμενης «ζώνης ασφαλείας» και τις συνεχιζόμενες αιματηρές επιθέσεις των τουρκόφιλων μισθοφόρων σε βάρος του συριακού στρατού και αμάχων μεθοριακών συριακών πόλεων, που είναι εκτός της λεγόμενης «ζώνης ασφαλείας» των 32 χλμ. Τέτοιες επιθέσεις σε βάρος του συριακού στρατού εξαπέλυσαν τουρκικά στρατεύματα και οι μισθοφόροι τους πέριξ των πόλεων Ταλ Τάμιρ και Ρας αλ Αΐν, προκαλώντας θύματα και νέο κύμα φυγής εκατοντάδων αμάχων. Η μετωπική σύγκρουση των Τούρκων εισβολέων με το συριακό στρατό αποτελεί μια νέα κλιμάκωση του πολέμου στη Συρία, καθώς καταρρέουν και τα τελευταία προσχήματα της Τουρκίας για πολεμική επιχείρηση τάχα κατά της τρομοκρατίας.
Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις, το συριακό υπουργείο Αμυνας κάλεσε όλες τις ένοπλες οργανώσεις που δρουν στη Β.Α. Συρία να ενταχθούν στον συριακό στρατό και να πολεμήσουν όλοι μαζί «την τουρκική επίθεση που απειλεί το συριακό έδαφος». «Η Γενική Διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων είναι έτοιμη να υποδεχτεί τα μέλη των μονάδων των υπό τους Κούρδους Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF) που θέλουν να ενταχθούν στις τάξεις» του συριακού στρατού, ανέφερε ανακοίνωση του υπουργείου και κατέληξε με την επισήμανση ότι «όλοι οι Σύροι, συμπεριλαμβανομένης της κουρδικής μειονότητας, αντιμετωπίζουν έναν εχθρό».
Σε κάθε περίπτωση, οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν πως, παρά τις εφήμερες συμφωνίες, οι λαοί της περιοχής πληρώνουν το υψηλότερο τίμημα κάθε φορά που οι ιμπεριαλιστές επιλέγουν να «ανακατέψουν την τράπουλα» για να ξαναμοιράσουν τις ζώνες επιρροής.