Λένε ότι θα μπορούσε να είναι ένα διαμάντι στα χέρια οποιασδήποτε οικονομίας, το καθεστώς της εξάρτησης και της ρεμούλας όμως ξέρει μόνο να καταστρέφει και να ξεπουλάει...

Μετά τη ΔΕΗ το δρόμο προς την προκρούστεια κλίνη φαίνεται να οδεύει η μεταλλευτική ΛΑΡΚΟ. Οι πρόσφατες δηλώσεις Χατζηδάκη στη Βουλή, με αφορμή το θανατηφόρο εργατικό δυστύχημα, που κάνει σαν να μην ξέρει τίποτα για το “φόνο”, είναι ενδεικτικές για τις εξελίξεις που δρομολογούνται.

“Η επιχείρηση αυτή είναι μία επιχείρηση που πάσχει ποικιλοτρόπως. Δηλαδή προσπαθώ να βρω ένα σημείο το οποίο να το αναδείξω ως παράδειγμα επιτυχούς λειτουργίας αυτής της επιχείρησης και δεν μπορώ να βρω…Η κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να βρει ριζικές λύσεις με ρεαλισμό όμως και στηριγμένη η κυβέρνηση στα πραγματικά στοιχεία”.

“Αυτή η εταιρεία είναι αυτή την ώρα ο πρώτος οφειλέτης της ΔΕΗ σε ολόκληρη τη χώρα. Χρωστάει 330 εκατ. στη ΔΕΗ σήμερα…Της έχει επιδικαστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αμετάκλητα να δώσει πίσω στο Δημόσιο 165 εκατ. ευρώ από παράνομες κρατικές ενισχύσεις. Αυτή η εταιρεία είναι μία εταιρεία για την οποία υπάρχουν πολλές καταγγελίες ότι ρυπαίνει τη δική σας περιοχή, τον Ευβοϊκό κόλπο, καταστρέφοντας το φυσικό περιβάλλον. Πού θα πάει αυτό το πράγμα; Από τη μια πλευρά, δυστυχήματα, διότι η κατάσταση είναι εκτός ελέγχου, χρέη στη ΔΕΗ, πρωταθλήτρια η ΛΑΡΚΟ των χρεών στη ΔΕΗ, παράνομες κρατικές ενισχύσεις που πρέπει να επιστρέψει στο κράτος και δεν μπορεί, καταγγελίες για περιβαλλοντική επιβάρυνση. Δε νομίζετε και εσείς, όλοι οι βουλευτές της περιοχής ότι πρέπει να δούμε το θέμα όπως το αντιμετωπίζουμε παντού, για όλες τις άλλες επιχειρήσεις του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα;”, δήλωσε ο Υπουργός Ενέργειας, ο οποίος έχει αναλάβει τον κυβερνητικό ρόλο για το ξεπούλημα των δημόσιων μεταλλευτικών και ενεργειακών υποδομών της χώρας.

Για να καταλήξει: “Θα αγωνιστούμε για να προχωρήσουμε σε μια λύση η οποία θα είναι νομικώς βάσιμη, στέρεα, για να μην αμφισβητηθεί για πολλούς και διαφορετικούς λόγους στην Ελλάδα και στις Βρυξέλλες και από την άλλη πλευρά, μια λύση η οποία θα είναι ελκυστική για επενδυτές”.

Όλως τυχαίως (;) επανήλθε στην επικαιρότητα το θέμα των προστίμων για “κρατικές ενισχύσεις” της επιχείρησης, αφού η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρέπεμψε την Ελλάδα για δεύτερη φορά στο Δικαστήριο της Ε.Ε. και εισηγείται στους δικαστές την επιβολή διπλού προστίμου.

Το πρώτο πρόστιμο είναι κατ’ αποκοπήν και φτάνει τα 2,7 εκατ. ευρώ, ενώ το δεύτερο είναι ημερήσιο και θα καταβληθεί εάν υπάρξει και δεύτερη καταδίκη της Ελλάδας, χωρίς συμμόρφωση.

Συγκεκριμένα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε από το Δικαστήριο να επιβάλει στην Ελλάδα τις ακόλουθες οικονομικές κυρώσεις:

Κατ’ αποκοπήν πληρωμή ύψους περίπου 3.709 ευρώ ημερησίως για την περίοδο μεταξύ 9 Νοεμβρίου 2017 (ημερομηνία της πρώτης απόφασης του Δικαστηρίου) και την ημερομηνία κατά την οποία η Ελλάδα θα συμμορφωθεί με την απόφαση του Δικαστηρίου (μέχρι σήμερα το ποσό ανέρχεται σε περίπου 2,7 εκατ. ευρώ) ή, εναλλακτικά, της δεύτερης απόφασης του Δικαστηρίου. Η ελάχιστη κατ’ αποκοπήν πληρωμή δεν πρέπει να είναι χαμηλότερη από 1,3 εκατομμύρια ευρώ.

Ημερήσια χρηματική ποινή ύψους περίπου 26.697 ευρώ από την ημέρα της απόφασης έως την ημερομηνία που η Ελλάδα θέσει τέλος στην παράβαση. Το εν λόγω πρόστιμο θα αρχίσει να “τρέχει” από την επόμενη μέρα της δεύτερης καταδίκης.

Η ιστορία ξεκινάει από τον Μάρτιο του 2014, εν μέσω φημών για το μέλλον της επιχείρησης όταν η Κομισιόν διέταξε την χρεοκοπημένη Ελλάδα να ανακτήσει ως ασυμβίβαστη με τους κανόνες “ανταγωνισμού” ποσό ύψους 135,8 εκατ. ευρώ, πλέον τόκων που κρίθηκε ως “κρατική ενίσχυση” προς τη ΛΑΡΚΟ, στο πλαίσιο της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της επιχείρησης.

Την ίδια ημερομηνία, η Κομισιόν εξέδωσε επίσης απόφαση με την οποία διαπιστώνεται ότι ένα σχέδιο που πρότεινε η τότε κυβέρνηση Σαμαρά για την τριχοτόμηση της επιχείρησης και πώληση περιουσιακών στοιχείων της ΛΑΡΚΟ θα μπορούσε να εφαρμοστεί, χωρίς ο επίδοξος αγοραστής να επιστρέψει ούτε ευρώ για το πρόστιμο. Αυτός είναι ο “υγιής ανταγωνισμός” της Ε.Ε.

Φαίνεται ότι ένα ανάλογο σενάριο ξαναζεσταίνεται με τις ευλογίες της κυβέρνησης και της Κομισιόν.