Καταλαμβάνοντας το 43,8% των ψήφων στις πρόσφατες εκλογές στο κρατίδιο της Σαξονίας-Άνχαλτ (έναντι 17,2% των Χριστιανοδημοκρατών) και υπερδιπλασιάζοντας το ποσοστό του (20,8% το 2021), η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) αποτελεί το πρώτο ακροδεξιό κόμμα που κερδίζει εκλογές σε γερμανικό κρατίδιο μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έχοντας κατακτήσει τις 39 από τις 83 έδρες του τοπικού κοινοβουλίου, το ακροδεξιό, νεοναζιστικό κόμμα έχει απευθύνει έκκληση σε όλα τα κόμματα για το σχηματισμό τοπικής κυβέρνησης, με το πρόσφατα διασπασμένο από το Die Linke (H Αριστερά) κόμμα της Ζάρα Βάγκενκνεχτ (BSW) που έχει ποσοστό λίγο πάνω από το 5% να μην αποκλείει αυτό το ενδεχόμενο, θέτοντας όρους και προϋποθέσεις στο AfD. Το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα (CDU) που κυβερνά στο κρατίδιο της Σαξονίας-Άνχαλτ από το 2002 έχασε πάνω από τη μισή του εκλογική δύναμη πέφτοντας από το 37% στο 17,2 %. Πρόκειται για μία συντριπτική ήττα και μία συνολική απόρριψη των Χριστιανοδημοκρατών και του Μερτς, οι οποίοι λαμβάνουν τα επίχειρα της πολιτικής τους. Το άλλοτε κραταιό SPD (Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα) ήρθε τρίτο με 9,3%, οι Πράσινοι τέταρτοι με 8,9% και το Die Linke πέμπτο με 8,6%, σημειώνοντας πτώση σε σχέση με τις προηγούμενες κρατιδιακές εκλογές. Εκτός κρατιδιακού κοινοβουλίου μένει το FDP (Φιλελεύθεροι) που συμμετείχε στην προηγούμενη κυβέρνηση του κρατιδίου.
Ύστερα από την ηχηρή αυτή νίκη του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ, ακολούθησαν οι εκλογές στην Κάτω Σαξονία, το κρατίδιο που αποτελεί έδρα της Volkswagen και ο πληθυσμός του στενάζει κάτω από το βάρος των διαρκώς διογκούμενων προβλημάτων που δημιουργεί η αντιλαϊκή πολιτική της ακρίβειας, της φτώχειας και της ανεργίας. Σε αυτές, αν και οι Χριστιανοδημοκράτες κυριάρχησαν με 27% (-4,5% από τις εκλογές του 2021) και με το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD) να περιορίζεται στο 24,6% (-5,4), το AfD υπερτριπλασίασε το ποσοστό του, φτάνοντας στο 15,9% (+11,3). Αποδεικνύεται περίτρανα πως η ραγδαία άνοδος της γερμανικής ακροδεξιάς δεν αποτελεί «ανατολικό φαινόμενο», όπως παρουσιάζεται από μια σειρά γερμανικών και ευρωπαϊκών ΜΜΕ, αλλά αποτελεί βασικό πολιτικό ζήτημα στη Γερμανία και όλη την Ευρώπη.
Είναι χαρακτηριστικό πως στις εκλογές στη Σαξονία-Άνχαλτ συμμετείχε ο μεγαλύτερος αριθμός ψηφοφόρων από το 1989, δηλαδή το 80% περίπου του εκλογικού σώματος, δίνοντας στη νίκη του AfD ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα. Η Γερμανία, ενάμιση μόλις χρόνο μετά τις ομοσπονδιακές εκλογές εισέρχεται τώρα σε μία νέα, βαθιά και οξύτατη πολιτική κρίση. Η σαρωτική νίκη του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ έχει προκαλέσει πολιτικό σεισμό σε όλη τη χώρα, με τις ηγεσίες των κυρίαρχων αστικών κομμάτων να βρίσκονται σε πυρετώδεις διεργασίες για να καταφέρουν να ξεπεράσουν την πλατιά τους απομόνωση από το γερμανικό λαό.
Πρόκειται για ένα ηχηρό αποτέλεσμα που οξύνει συνολικά την πολιτική κρίση όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη. Τη νίκη του AfD χαιρέτισαν ο Όρμπαν, πρώην ακροδεξιός ηγέτης της Ουγγαρίας, ο πρόεδρος του ακροδεξιού Κόμματος της Ελευθερίας της Αυστρίας (FPÖ) Χέρμπερτ Κικλ (που επίσης ήρθε πρώτο στις τελευταίες εκλογές της χώρας), ο Ματέο Σαλβίνι, ηγέτης της ακροδεξιάς Λίγκας στην Ιταλία, ενώ ο πρόεδρος των ΗΠΑ ανάρτησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έναν πίνακα με τα εκλογικά αποτελέσματα, δείχνοντας τη στήριξή του στη γερμανική ακροδεξιά. Ακόμα και ο Ηλίας Κασιδιάρης, στις πρώτες του δηλώσεις ύστερα από την αποφυλάκισή του, δήλωσε πως «[…] επιστρέφω και δεν είμαι μόνος, είναι μαζί μου ένα ισχυρό εθνικό κόμμα, όπως αυτά που κυριαρχούν σε όλη την Ευρώπη...».
Παρόλο το λαϊκισμό, τα χαμόγελα και τις χειραψίες του Ούλριχ Ζίγκμουντ, υποψήφιου πρωθυπουργού του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ, καθώς και την προσπάθεια του κόμματος να αποκρύψει τις ναζιστικές και φασιστικές του καταβολές και ιδεολογικοπολιτικά βάθρα, ο υποψήφιός του στο κρατίδιο της Ανατολικής Γερμανίας φαίνεται πως δεν έχει κανένα πρόβλημα να συνεργάζεται με μέλη και στελέχη νεοναζιστικών οργανώσεων και να φωτογραφίζεται με οπαδούς του που χαιρετούν ναζιστικά. Άλλωστε, η αντιμεταναστευτική-αντιπροσφυγική ρητορική, ο εθνικισμός, η πάλη ενάντια στις αριστερές και κομμουνιστικές ιδέες αποτελούν κοινό ιδεολογικό και πολιτικό υπόβαθρο του φασισμού και της ακροδεξιάς.
Σύσσωμα τα κυρίαρχα κόμματα της Δεξιάς και της Σοσιαλδημοκρατίας έσπευσαν να «κρούσουν τον κώδωνα του κινδύνου» ύστερα από την ηχηρή νίκη του AfD. Δίπλα στις αντιδράσεις αυτές, μια σωρεία άρθρων και αναλύσεων σε όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές εφημερίδες και ιστοσελίδες, με τα αστικά ΜΜΕ σε όλη την Ευρώπη να επιχειρούν να στρέψουν τις ευθύνες της ανόδου της ακροδεξιάς στην άνοδο του λαϊκισμού, στην κρίση πολιτικής εκπροσώπησης και αλλού, αποσιωπώντας τις μεγάλες ευθύνες που βαραίνουν τα κυρίαρχα κόμματα και την πολιτική τους, που έστρωσε το δρόμο στην ακροδεξιά όλα αυτά τα χρόνια.
Η εκλογική νίκη του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Αποτελεί συνέχεια της μεγάλης εκλογικής ανόδου του κόμματος τα τελευταία χρόνια και της κατάκτησης της δεύτερης θέσης στις τελευταίες ομοσπονδιακές εκλογές. Αποτελεί κομμάτι της ανόδου της ακροδεξιάς σε όλη την Ευρώπη. Η ανάδειξη κυβερνήσεων με τη συμμετοχή ακροδεξιών κομμάτων καθώς και οι πρωτιές των τελευταίων σε μια σειρά ευρωπαϊκές χώρες τα τελευταία χρόνια (Φινλανδία, Γαλλία, Ιταλία, Ουγγαρία, Αυστρία, Σουηδία, Τσεχία κ.ά.) αποτελεί μια νέα πολιτική πραγματικότητα σε μια Ευρώπη που παρακολουθεί αμήχανα την όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα. Πλέον, η ακροδεξιά βρίσκεται στο κατώφλι της εξουσίας όχι μόνο στις περιφερειακές χώρες της ΕΕ, αλλά στο σκληρό πυρήνα της. Στις τρεις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες (Γερμανία, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία), η ακροδεξιά έχει ήδη κατακτήσει τη δεύτερη θέση και διεκδικεί την κυβερνητική εξουσία. Στην τέταρτη μεγαλύτερη οικονομία, την Ιταλία, την έχει πάρει.
Η πολιτική σκληρής λιτότητας που εφάρμοσαν την περασμένη εικοσαετία οι χριστιανοδημοκρατικές και σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, είτε αυτοδύναμα είτε σε συνεργασία, αποτελεί βασική αιτία αποδοκιμασίας τους από τους ευρωπαϊκούς λαούς. Ταυτόχρονα, η εκτόξευση των υπέρογκων δαπανών για πολεμικούς εξοπλισμούς τα τελευταία χρόνια, η συρρίκνωση και η κατάρρευση του «κοινωνικού κράτους» στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, η διάλυση του πρωτογενούς τομέα και η εγκατάλειψη της φτωχομεσαίας αγροτιάς, η συμμετοχή στο ρωσο-ουκρανικό πόλεμο στο πλευρό της φασιστικής κυβέρνησης Ζελένσκι και η στοίχιση πίσω απ’ τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό σε μία πολεμική σύγκρουση της οποίας τις οικονομικές συνέπειες πληρώνουν με την πολιτική της ακρίβειας και της φοροληστείας οι ευρωπαϊκοί λαοί, αποτελούν το βασικό οικονομικό και κοινωνικό έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύσσεται, ενισχύεται και προβάλλει ως κυρίαρχη πολιτική δύναμη η ακροδεξιά. Τέλος, η αντιμεταναστευτική-αντιπροσφυγική πολιτική των χριστινοδημοκρατικών και σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων, οι πνιγμοί, οι απελάσεις και οι επαναπροωθήσεις προσφύγων και μεταναστών, των θυμάτων δηλαδή των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων και πολέμων που η ίδια η ΕΕ πραγματοποιεί και στηρίζει, όχι μόνο δεν αφαίρεσε ψήφους από τα ακροδεξιά κόμματα, αλλά αντίθετα, έδωσε τη δυνατότητα στα τελευταία να απλώσουν το ρατσιστικό και εθνικιστικό τους δηλητήριο, την αντιδραστική αντιμεταναστευτική τους προπαγάνδα.
Στο φόντο της μεγάλης υποχώρησης των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της Ευρώπης (Γερμανία, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία) έναντι των ανταγωνιστών τους (ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία) και της πολιτικής του ακολουθητισμού απέναντι στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, αναδύεται ένα αντιδραστικό ρεύμα που εκφράζει η άνοδος ακροδεξιών κομμάτων σε πολλές χώρες της Ευρώπης και ιδιαίτερα στα μεγάλα ιμπεριαλιστικά κράτη. Η «ρήξη» στην οποία έχει περιέλθει το δυτικό στρατόπεδο σύμφωνα με το Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς αποτελεί συνέπεια όχι μόνο της επιθετικής πολιτικής των ΗΠΑ, αλλά και της αδυναμίας του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού να χαράξει τη δική του αυτόνομη πολιτική, κοιτάζοντας πότε ανατολικά και πότε δυτικά, προσπαθώντας να καθυστερήσει το πέρασμα σε μία ιστορική φάση βαθιάς κρίσης, υποχώρησης και παρακμής.
Οφείλουμε να τοποθετήσουμε την άνοδο της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς στις πραγματικές της διαστάσεις. Πρόκειται για ένα επικίνδυνο φαινόμενο, που ωστόσο απέχει από την άνοδο του φασισμού και του ναζισμού τη δεκαετία του 1930 και των συνεπειών που είχε η κυριαρχία του πάνω στις τύχες της ανθρωπότητας.
Πρώτα απ’ όλα γιατί αυτή συμβαίνει όχι σε μια Ευρώπη που κυριαρχεί στον πλανήτη -όπως τότε- αλλά σε μια Ευρώπη που βρίσκεται σε παραδρομή και παρακολουθεί αμήχανη τους ανταγωνιστές της (ΗΠΑ-Κίνα-Ρωσία) να καθορίζουν τη διεθνή ατζέντα. Παράλληλα, όπως αποδείχτηκε σε μια σειρά χώρες με προεξάρχουσα την Ιταλία και τη Μελόνι, παρά τις αντιευρωπαϊκές και αντιρωσικές τους κορώνες, τα ακροδεξιά κόμματα αποτελούν σάρκα από τη σάρκα της ίδιας κυρίαρχης πολιτικής στην ΕΕ, παίζοντας -προς το παρόν τουλάχιστον- το ρόλο που θα έπαιζαν και οι παραδοσιακοί πολιτικοί σχηματισμοί της Δεξιάς και της Σοσιαλδημοκρατίας.
Η άνοδος αυτή της ακροδεξιάς στην Ευρώπη, παρά το γεγονός πως βρίσκει υποστήριξη από τον Τραμπ και τις αντιδραστικές κυβερνήσεις στη Λατινική Αμερική, αποτελεί βασικά ευρωπαϊκό φαινόμενο και προς το παρόν απέχει από τον μεταπολεμικό κόσμο, όταν ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός ανεβοκατέβαζε δικτατορίες και αντιδραστικά καθεστώτα σε όλο τον πλανήτη. Αποτελώντας δύναμη «πυρόσβεσης» της μεγάλης λαϊκής οργής και αγανάκτησης που προκαλεί η πολιτική της ακρίβειας, της φτώχειας, της εγκατάλειψης του κοινωνικού κράτους έναντι των θηριωδών πολεμικών εξοπλισμών, η ακροδεξιά και ο φασισμός αποδεικνύεται για μια ακόμη φορά πως αποτελούν γέννημα-θρέμα της κυρίαρχης μεγαλοαστικής τάξης, των πιο αντιδραστικών και εθνικιστικών της κομματιών, που πίσω από τον «αντισυστημικό» τους μανδύα κρύβουν τον πραγματικό τους εχθρό, που δεν είναι άλλος από την πάλη των λαών.












